|

Ικαρία - Γενικές πληροφορίες

Η Ικαρία έχει έκταση 267 τετραγωνικά χιλιόμετρα και βρίσκεται σε απόσταση 144 ν.μ. από το λιμάνι του Πειραιά. Το όνομά της έχει συνδεθεί με το μύθο του Ίκαρου, του πρώτου ανθρώπου που πέταξε φορώντας κέρινα φτερά και που πνίγηκε στη θάλασσα γύρω από το νησί. Άλλα ονόματα της ήταν: Μάκρις ή Δολίχη (λόγω του σχήματος της), Ιχθυόεσσα και Ανεμόεσσα, ενώ οι κάτοικοι της, την αποκαλούν Νικαριά.

Το κλίμα της Ικαρίας θεωρείται σε γενικές γραμμές ήπιο, ενώ η σύνθεση του τοπίου της παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά, με έντονο φυσικό ανάγλυφο, καθώς αποτελείται τόσο από μέρη με πλούσια βλάστηση, όσο και από πλαγιές με γυμνούς και απότομους βράχους. Η μορφολογία του εδάφους της είναι ορεινή και στο μεγαλύτερο μέρος της καλύπτεται από την οροσειρά του Αθέρα (Δράκανον όρος ή Πράμνος), με υψηλότερη κορυφή τα 1.037 μέτρα (ανατολικά). Στο δυτικό τμήμα του νησιού, η υψηλότερη κορυφή φθάνει στα 957 μέτρα. Το υπέδαφός της αποτελείται κυρίως από γρανίτη, σχιστόλιθο και μάρμαρο.

Λόγω της συγκεκριμένης μορφολογίας η καλλιεργήσιμη γη είναι περιορισμένη και εντοπίζεται κυρίως στη βόρεια πλευρά του νησιού, στις πεδινές εκτάσεις του Κάμπου και του Φάρου. Από την αρχαιότητα οι κάτοικοι της Ικαρίας, για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν σε αυτές τις ιδιαίτερες – δύσκολες μορφολογικές συνθήκες, εφάρμοσαν τεχνικές καλλιέργειας σε πεζούλες (πετρόχτιστες αναβαθμίδες), ώστε να συγκρατιέται το χώμα και το νερό.

Οι οικισμοί της είναι διάσπαρτοι σχεδόν αφομοιωμένοι μέσα στις εσοχές αυτού απότομου βράχου που ορθώνεται στα νερά του ανατολικού Αιγαίου. Ακόμα και σήμερα που οι νέοι δρόμοι, που ακολουθούν υποχρεωτικά τις γεωγραφικές ισοϋψείς, μας φέρνουν κοντά στα σπίτια, δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε σε πιο σημείο βρίσκεται ο κάθε οικισμός.

Οι Ικαριώτες στο παρελθόν περπατούσαν συχνά από τον έναν οικισμό στον άλλο, δεν υπήρχαν δρόμοι, αλλά ούτε καλά-καλά σίγουρα μονοπάτια. Διένυαν πολύωρες διαδρομές, που απαιτούσαν καλή φυσική κατάσταση, φορτωμένοι με τα πράγματα που πήγαιναν και έφερναν για να συμπληρώσουν τα τρόφιμα και ότι άλλο ήταν απαραίτητο στους απομονωμένους οικισμούς και τα νοικοκυριά. Οι παλιοί, μας μιλούνε για έξι ώρες και οκτώ ώρες διαδρομή για να φτάσουν στον Εύδηλο ή σε κάποια άλλη σκάλα εκεί όπου θα προμηθευόταν τα αναγκαία:

«Τρεις ώρες έκαμνε να πάει μέχρι τις Ράχες απ’ εδώ [από Αμάλου] […]. Πότε δυο, πότε τρεις […]. [Η σύζυγός του κα Άννα αναφέρει] και από τις Ράχες για να πας Εύδηλο θα είναι άλλες τρεις ώρες, ε; […]. Ε, παραπάνω ήτανε […]. [Για τους δρόμους μεταξύ των χωριών αναφέρθηκε] Έχει δρομάκια […]. Και τα ’χανε φτιάξει με ντουσεμέ, τα περισσότερα […]. Δηλαδή πέτρες, πλακοστρωμένοι δρόμοι οι περισσότεροι […]. Έχει έναν […], καμπόσους μάλλον. Πολλοί. Αν πας στη Λαγκάδα όλο πλακόστρωτος ο δρόμος […]. [Οι δρόμοι φτιάχνονταν με] προσωπική εργασία […]. Τέσσερα μεροκάματα, πέντε μεροκάματα το χρόνο [εθελοντικά]» (Συν. Πλύστακας Στέφανος, Αμάλου, Έρευνα 2008).

Το νησί φαίνεται σήμερα να έχει μία σημαντική διαφορά από άλλα νησιά του Αιγαίου. Συλλογικότητα και πολιτισμός φαίνεται να είναι σφιχταγκαλιασμένα το ένα με το άλλο. Τα πανηγύρια της Ικαρίας τα οργανώνουν και τα προετοιμάζουν οι πολιτιστικοί σύλλογοι του νησιού. Προ πολλού έχουν πάρει τη σχετική αρμοδιότητα από τον κλήρο, που στο παρελθόν είχε τη σχετική πρωτοβουλία:

«Παλιά πρωτοστάτης ήταν η εκκλησιαστική επιτροπή. Αλλά από τη στιγμή που έγινε ο σύλλογος εδώ, όλη αυτή την ευθύνη τώρα την έχει αναλάβει ο σύλλογος του χωριού […]. Ο οποίος είναι όλο το χωριό μαζί». (Απόσπασμα συζήτησης με κατοίκους και μέλη του συλλόγου στο χωριό Άγιος Δημήτριος, Έρευνα 2008).

Αυτή η αλλαγή συνδέεται με την ανάγκη να γίνουν βασικά έργα υποδομών στις Κοινότητες. Τα λεφτά από το πανηγύρι χρησιμοποιούνται συνήθως για την κατασκευή δρόμων και ορισμένων παρόμοιων έργων και τα διαχειρίζεται ο Πρόεδρος και το διοικητικό συμβούλιο. Αμέσως μετά το πανηγύρι γίνεται η ανάρτηση ενός πίνακα των εσόδων και των εξόδων, έτσι ώστε όλοι να γνωρίζουν τι οικονομικά οφέλη είχε η κοινότητα από την εκδήλωση. Έπειτα αποφασίζουν πως θα τα διαχειριστούν, αν δεν έχουν ήδη προαποφασίσει πριν τη διεξαγωγή του πανηγυριού. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται τα χρήματα για κοινωνικούς λόγους ειδικότερα αν κάποιος είναι σοβαρά άρρωστος και πρέπει να πάει κάπου για θεραπεία. Οι σύλλογοι και τα μέλη τους δείχνουν περήφανοι για τη συλλογικότητα που έχουν κατακτήσει και θεωρούν ότι αυτό κάνει την Ικαρία ένα διαφορετικό νησί. Το πανηγύρι ετοιμάζεται όλο το χρόνο, υπάρχουν συγκεκριμένες αρμοδιότητες και καθήκοντα που αναλαμβάνουν τα μέλη και το διοικητικό συμβούλιο, χωρίς όμως αυτό να δημιουργεί σημαντικές υποχρεώσεις και καταναγκασμούς. Στο τελευταίο μήνα της προετοιμασίας γίνονται και οι παραγγελίες των προμηθειών κυρίως του κρέατος. Τα κατσίκια προέρχονται κυρίως από τους μεγάλους κτηνοτρόφους της Κοινότητας που διατηρούν κοπάδια στα βουνά, αλλά και από την οικόσιτη παραγωγή των νοικοκυριών:

«[Το κρέας για το πανηγύρι στο χωριό Φραντάτο προέρχεται] …από ’δω. Απ’ το χωριό […]. Μερικά είναι απ’ τα σπίτια. Μερικά είναι από πάνω απ’ το βουνό […]. Μ’ αυτό τον τρόπο ανακουφίζονται και λίγο οι ίδιοι που τα έχουν, γιατί το πουλάνε στο πανηγύρι […]. Αλλιώς δε θα μπορούσαν να καταναλώσουνε ξέρω ’γω [τόσο πολύ κρέας]». (Απόσπασμα από συζήτηση με κατοίκους στο χωριό Φραντάτο, Έρευνα 2008).

«[Για το πανηγύρι στον Άγιο Δημήτριο αναφέρθηκε] Για να βάλουμε τώρα την ημερομηνία για τα κρέας για τα κρασιά, ξεκινάει […], απ’ αύριο πάλι μπορεί να πιάσουμε να συζητιέται […]. [Οι συζητήσεις για τα θέματα του συλλόγου είναι] τακτικές, πολλές. Και 10 […]. Η γενική συνέλευση μπορεί να είναι μία, δύο. Αλλά το συμβούλιο είναι τακτικά […]. [Τα κρέατα είναι] Ντόπια. Όλα, όλα ντόπια Στο πανηγύρι αυτό εψές [εχθές] έπιασε 600 κιλά κρέας». (Απόσπασμα συζήτησης με κατοίκους και μέλη του συλλόγου στο χωριό Άγιος Δημήτριος, Έρευνα 2008).


Παντού στην ερώτηση αν ο ικαριώτικος είναι χορός ή ένας οργανικός σκοπός οι Ικαριώτες δυσκολεύονται να απαντήσουν. Η μουσική δεν χωρίζει από το χορό. Μερικοί μουσικοί μάλιστα αρνούνται να παίξουν μόνο το οργανικό μέρος χωρίς να έχουν μπροστά τους χορευτές. Είναι γεγονός ότι μόλις η πρώτη δοξαριά δείξει ότι θα ξεκινήσει ο ικαριώτικος, αλλάζει αμέσως το κλίμα στο πανηγύρι. Σχεδόν όλοι σηκώνονται σα να τους σπρώχνει ένα κοινό ελατήριο και συντάσσονται σιγά στον κύκλο, πιασμένοι από τους ώμους. Όσο εισέρχονται νέα άτομα διευρύνεται ο κύκλος, που αποκτά και νέους εσωτερικούς δακτυλίους. Δεν υπάρχει στην ουσία πρώτος και τελευταίος χορευτής. Τουλάχιστον, δεν φαίνεται κανένας να διαφεντεύει το χορό, όπως συμβαίνει στα τσάμικα ή άλλους δημοτικούς χορούς, όπου μετά από μια παραγγελιά σηκώνεται μία οικογένεια ή μία παρέα. Η συλλογικότητα των χορευτών βρίσκεται στο ρυθμό τους και στον κύκλο που διαρκώς διευρύνεται, ενώ ο μουσικός παρακολουθεί τον παλμό των χορευτών. Οι μουσικοί μας λένε ότι υπάρχει μια διαρκής επικοινωνία με τους χορευτές, μία αμφίδρομη επικοινωνία στην οποία ο χορευτής και ο οργανοπαίχτης ανταλλάσουν όχι μόνο τα ρυθμικά στοιχεία αλλά και το ύφος του χορού:

«Δεν μπορείς να φανταστείς όταν είναι χορευτής και κάνει τσαλίμι και μ’ αρέσει. Αμέσως το ’πιασα. Το τυπώνω στο μυαλό μου. [Και] Έρχομαι στο σπίτι και λέω, [ότι] έκαναν τα πόδια του [χορευτή] κάπως έτσι. Και παίρνω κι από χορευτές, αλλά να ’ναι χορευτάδες […]. Και μ’ ενθουσιάζει κιόλα, και του παίζω και παραπάνω, γιατί φχαριστιέμαι». (Συν. Τσεπέρκας Νίκος, Άγιο Πολύκαρπο, Έρευνα 2008).

Έτσι, μπορεί να παρεμβάλλονται ορισμένες έντονες δοξαριές που θα κάνουν το χορευτή να χορεύει με έντονο τρόπο ή θα δοθεί μία περισσότερη μελωδική συνέχεια που θα αφήσει τους χορευτές να κινηθούν πιο απαλά μέσα στον κύκλο. Η ένταση και η προσωρινή χαλάρωση άλλες φορές εναλλάσσονται δίνοντας την ευκαιρία να ανασυντάξουν οι χορευτές τις δυνάμεις τους. Σε άλλες όμως περιπτώσεις ο οργανοπαίχτης, κυρίως ο βιολιστής, προχωράει σε ένα ανελέητο κρεσέντο που επαναλαμβάνει και παραλλάσσει το μοτίβο του ικαριώτικου σκοπού:

«Βασικά ο Καριώτικος είναι ένα ορχηστρικό κομμάτι, αυτοσχεδιαστικό νομίζω, που θέλουμε να το παίζουμε, να το χορεύουμε συνέχεια. Συνέχεια […]. [Ο Ικαριώτικος έχει] και μακριά διάρκεια και [παίζεται] πολλές φορές, επαναλήψεις ας πούμε. Μετά […], βάζεις κάποιο νησιώτικο, μετά κάποιο ευρωπαϊκό, μετά Καριώτικους […]. Και κάποια στιγμή μετά, για να σπάσεις έτσι το πρόγραμμα, βάζεις και κάποια λαϊκά, ρεμπέτ[ικα], ανάλογα την ώρα. Εγώ τουλάχιστον έτσι διαμορφώνω το ρεπερτόριο». (Συν. Φάκαρος Νίκος, Χριστός, Έρευνα 2008).

Τα βήματα του χορού από τα κείμενα των ερευνητών δεν φαίνεται να περιγράφονται πάντα με τον ίδιο τρόπο και είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς μία βασική δομή και τις βασικές του παραλλαγές. Η σημερινή του παρατήρηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τους χορευτές επισκέπτες που έρχονται στην Ικαρία ειδικά για τα πανηγύρια και τις γιορτές. Ο τρόπος που χορεύουν τον τοπικό χορό περιέχει τις περισσότερες φορές τις δικιές τους εμπειρίες και γνώσεις από παρόμοιους συρτούς χορούς. Σε ορισμένα πανηγύρια μάλιστα με μαζική προσέλευση, όπως αυτό του Αγ. Δημητρίου το μεγαλύτερο μέρος των χορευτών είναι επισκέπτες που σε μεγάλο τους ποσοστό έχουν έρθει στο νησί συνδυάζοντας τις καλοκαιρινές διακοπές με τις εκδηλώσεις των πανηγυριών και των άλλων καλοκαιρινών εορτών. Νέοι κυρίως από τις μεγάλες πόλεις έρχονται στην Ικαρία, αναγνωρίζοντας στον πολιτισμό του νησιού κάτι διαφορετικό, μία παράδοση που θεωρείται ακόμα ανέπαφη, καθώς και μία συλλογικότητα στο γλέντι που διαφέρει από τα πανηγύρια που έχουν πάρει εμπορικό χαρακτήρα. Η συμμετοχή τους στις γιορτές και στους χορούς της Ικαρίας δημιουργεί με τη σειρά της, μια σειρά αλληλεπιδράσεων και επιρροών που είναι δύσκολο να περιγραφούν, μιας και αποτελούν ένα δυναμικό και εξελισσόμενο φαινόμενο σήμερα.

Έρευνα 2008

"Δημιουργία διαδραστικής πολυμεσικής εφαρμογής για την προβολή του Μουσικού Πολιτισμού στο Βόρειο Αιγαίο", που χρηματοδοτήθηκε από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Κοινωνία της Πληροφορίας», 2000-2006 Γ΄ Κ.Π.Σ., Άξονας 1: Παιδεία και Πολιτισμός, Μέτρο 1.3, «Τεκμηρίωση, Αξιοποίηση και Ανάδειξη του Ελληνικού Πολιτισμού», με φορέα χρηματοδότησης το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου & Νησιωτικής Πολιτικής/ Γενική Γραμματεία Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής.