|

Λέσβος - Γενικές πληροφορίες

Η μουσική της Λέσβου επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις μουσικές πρακτικές που παγιώθηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Μ. Ασίας. Από το 18ο αι. η Λέσβος συνδέθηκε στενά με αυτά τα κέντρα και ιδιαίτερα με τη Σμύρνη και (σε κάπως μικρότερο βαθμό και με) την Κωνσταντινούπολη, τόσο όσον αφορά τις οικονομικές δραστηριότητες, όσο και τις ευρύτερες κοινωνικές πρακτικές. Η σύνδεση ενισχύθηκε από την ένταξη της Λέσβου σε ένα μεσογειακό και ευρύτερο ευρωπαϊκό δίκτυο διακίνησης προϊόντων, που προώθησε τη μονοκαλλιέργεια της ελιάς στο νησί, καθώς και την παραγωγή και διακίνηση ελαιόλαδου και συναφών προϊόντων, όπως για παράδειγμα το σαπούνι. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι επιρροές και οι επιδράσεις που δέχτηκε η Λέσβος από τα μεγάλα αστικά κέντρα της Μ. Ασίας και την ευρύτερη μικρασιατική κουλτούρα, ήταν σημαντικές.

Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τις αμοιβαίες ανταλλαγές και επιρροές στη μουσική κουλτούρα πριν από τα τέλη του 19ου αι., αλλά τα κοινά στοιχεία είναι εμφανή σε μια σειρά από ερασιτεχνικές μουσικές πρακτικές που αφορούν σε φωνητικά τραγούδια του «κύκλου του χρόνου» (κάλαντα, άσεμνα, σκωπτικά και αφηγηματικά αποκριάτικα τραγούδια, Μοιρολόι ή Καταλόγι της Παναγιάς, χελιδονίσματα, κ.ο.κ.), καθώς και σε τραγούδια του «κύκλου της ζωής» (νανουρίσματα, παιδοτράγουδα, παινέματα του γαμπρού και της νύφης, μοιρολόγια, κ.ο.κ.).

Αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι, από τα τέλη του 19ου αι., η μουσική κουλτούρα της Λέσβου αναδιαμορφώθηκε σύμφωνα με τα μικρασιατικά πρότυπα της εποχής: καταγράφεται η δημιουργία συγκροτημάτων (κομπανιών) στα οποία συμμετείχαν επαγγελματίες ή ημι-επαγγελματίες μουσικοί, οι οποίοι ήταν (συνήθως) εξειδικευμένοι ως προς τα όργανα που έπαιζαν, ενώ διέθεταν πρακτικές ή και θεωρητικές γνώσεις μουσικής, που είχαν αποκτήσει μετά από μια περίοδο επίσημης ή ανεπίσημης μαθητείας. Τα συγκεκριμένα συγκροτήματα ήταν αρχικά πολυπρόσωπα, αφού στη σύνθεσή τους συμπεριλάμβαναν μουσικούς που έπαιζαν βιολί, σαντούρι, κρουστά (αρχικά συνήθως νταβούλι, και, αργότερα, μετά τη δεκαετία του 1950, ντραμς), μπασαβιόλα ή κοντραμπάσο, κλαρίνο, αλλά και χάλκινα πνευστά, δηλαδή τρομπέτα (κορνέτα), τρομπόνι, ευφώνιο, και (σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και) σαξόφωνο. Το ούτι ήταν επίσης γνωστό στη Λέσβο, τουλάχιστον από τις αρχές του 20ου αι., αλλά το χρησιμοποιούσαν συνήθως μεμονωμένοι επαγγελματίες ή ημι-επαγγελματίες μουσικοί και σπάνια εντάχθηκε συστηματικά σε κομπανίες. Μετά τη δεκαετία του 1940, οι κοινωνικοοικονομικές συνέπειες του εθνικού διχασμού και του εμφυλίου πολέμου, προώθησαν σταδιακά τη δημιουργία πιο ευέλικτων και ολιγομελών μουσικών σχημάτων που συμπεριλάμβαναν βιολί, σαντούρι (σε ορισμένες περιστάσεις), κιθάρα, κρουστά και κλαρίνο, ενώ, μετά τη δεκαετία του 1950, και ακορντεόν. Ακολούθησε η εισαγωγή του μπουζουκιού, το οποίο σε σύντομο χρονικό διάστημα ανέλαβε τον ηγετικό ρόλο στη μουσική επιτέλεση κάθε κομπανίας, ενώ στη συνέχεια (περίπου από τη δεκαετία του 1960) και του αρμόνιου, οπότε ο πυρήνας της σύνθεσης των κομπανιών εστιάστηκε σε μπουζούκι, κιθάρα, αρμόνιο, ντραμς και επικουρικά κλαρίνο ή/και βιολί και σπανιότερα σαντούρι.

Το μουσικό ρεπερτόριο των κομπανιών συμπεριλάμβανε μια μεγάλη ακολουθία από αμανέδες, «σαρκιά» (έντεχνες μελωδίες της Ανατολής με ποικίλη ρυθμική αγωγή), συρτά, μπάλλους, καρσιλαμάδες, ζεϊμπέκικα, γρήγορα χασαποσέρβικα (γνωστά και ως ρούσικα), αλλά και «ευρωπαϊκά», όπως ήταν γνωστό στην τοπική διάλεκτο ένα σύνολο αποσπασμάτων από όπερες και κυρίως οπερέτες, βαλς, ταγκό, φοξ-τροτ, κ.ο.κ. Σταδιακά το ρεπερτόριο περιορίστηκε ως προς την ποικιλία των σκοπών και τραγουδιών: μετά τη δεκαετία του 1950 έπαυσε σταδιακά η επιτέλεση των «σαρκιών», η ζήτηση για αμανέδες περιορίστηκε σε ένα ειδικό κοινό «μερακλήδων», ενώ η ζήτηση για τα «ευρωπαϊκά» μηδενίστηκε σχεδόν μετά τη δεκαετία του 1960. Οι εκτελέσεις των συρτών, μπάλλων, καρσιλαμάδων και ζεϊμπέκικων τυποποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό και πολλές παραλλαγές ξεχάστηκαν, ενώ περιορίστηκε γενικότερα ο αριθμός των γνωστών σκοπών και τραγουδιών. Από τη δεκαετία του 1950 το λεσβιακό ρεπερτόριο των κομπανιών άρχισε να εμπλουτίζεται από λαϊκά τραγούδια πανελλήνιας απήχησης, ενώ μετά τη δεκαετία του 1990, έχει προσαρμοστεί σε μεγάλο βαθμό στα πανελλαδικά δεδομένα. Παρ’ όλα αυτά, στα λεσβιακά πανηγύρια οι (σχετικά) λίγες κομπανίες μουσικών που απομένουν ενεργές εξακολουθούν να παίζουν αρκετούς «μικρασιάτικους» σκοπούς και τραγούδια, που έχουν ενσωματωθεί και στις επιλογές ενός νεανικού ακροατηρίου, πέρα από τους παλιούς «μερακλήδες».