|

Λήμνος - Γενικές πληροφορίες

Η κοινωνική και οικονομική υποδομή της Λήμνου από το 19ο μέχρι τα μέσα του 20ου αι., εστιάστηκε στην αυτόνομη οικιακή αγροτική παραγωγή κάθε «νοικοκυριού»: οι κύριοι εκφραστές αυτού του παραγωγικού ιστού στο κοινωνικό και πολιτισμικό πεδίο, ήταν οι «κεχαγιάδες», δηλαδή οι γεωργοκτηνοτρόφοι που κατείχαν ή (συνήθως) υπενοικίαζαν εκτάσεις για τη βοσκή των ζώων και τη σπορά των απαραίτητων δημητριακών και οσπρίων που εξασφάλιζαν την τροφή τους και τη διατροφή της οικογένειάς τους, από μεγαλοϊδιοκτήτες γης. Μέχρι τις αρχές του 20ου αι. οι τελευταίοι ήταν κυρίως μουσουλμάνοι γαιοκτήμονες ή χριστιανοί διαχειριστές των μοναστηριακών «βακουφιών», δηλαδή των κτημάτων που αποτελούσαν ιδιοκτησία των (Αθωνικών κυρίως) μονών. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών (1922) και την αναδιανομή της καλλιεργήσιμης γης επί Παπαναστασίου (1924), δημιουργήθηκαν πολλές ανεξάρτητες μικρές ιδιοκτησίες που πέρασαν στην κατοχή αντίστοιχων γεωργοκτηνοτρόφων, αρκετοί από τους οποίους τις διατηρούν μέχρι σήμερα (2007). Παρ’ όλα αυτά, από τα τέλη του 19ου αι., σημαντικές εκτάσεις γης αγόρασαν σταδιακά οι Λημνιοί μετανάστες του εξωτερικού, ιδίως οι Λημνιοί της Αιγύπτου, οπότε το καθεστώς υπενοικίασης συνεχίζεται εν μέρει μέχρι σήμερα.

Σ’ αυτό το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο, οι μουσικές δραστηριότητες στη Λήμνο πριν τα τέλη του 19ου αι., ήταν στενά συνδεδεμένες με την «κεχαγιάδικη κουλτούρα» που διαμορφώθηκε πριν την έλευση των προσφύγων. Οι μουσικοί και οι τραγουδιστές/τραγουδίστριες ήταν αποκλειστικά ερασιτέχνες, ενώ χρησιμοποιούσαν τη λύρα για να συνοδεύσουν τραγούδια που τραγουδούσαν ομαδικά, στο πλαίσιο οικιακών γλεντιών ή εορτασμών τοπικού χαρακτήρα, ή για να παίξουν σκοπούς που χόρευαν. Ορισμένοι βοσκοί που έμεναν στις στάνες (μάντρες στην τοπική διάλεκτο) έπαιζαν και ορισμένους τύπους αυλού, γνωστούς ως «σιλιάβρια».

Από τις αρχές του 20ου αι., οι επιδράσεις της μουσικής παράδοσης που διαμορφώθηκε στη Μ. Ασία από τα μέσα του 19ου μέχρι τις αρχές του 20ου αι. (πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή και την αποδόμηση της πολυπολιτισμικής μουσικής κουλτούρας που είχε συγκροτηθεί κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας), έγιναν εμφανείς και στη Λήμνο. Οι συγκεκριμένες επιδράσεις συνδέονται κυρίως με τις μουσικές πρακτικές των προσφύγων πρώτης και δεύτερης γενιάς, που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Λήμνο μετά τις μετακινήσεις χριστιανικών πληθυσμών από περιοχές της (σύγχρονης) Τουρκίας, όπως η Ανατολική Θράκη, η Ίμβρος, η Τένεδος και οι χριστιανικές κοινότητες της Μ. Ασίας και της Προποντίδας, από το 1914 έως το 1922. Συνακόλουθα δημιουργήθηκαν συγκροτήματα (κομπανίες) επαγγελματιών ή ημι-επαγγελματιών μουσικών που έπαιζαν κυρίως βιολί, σαντούρι, κλαρίνο και σποραδικά και πνευστά (κυρίως τρομπέτα ή κορνέτα). Αργότερα, μετά το B΄ παγκόσμιο πόλεμο, οι μουσικοί άρχισαν να χρησιμοποιούν και κρουστά (ντραμς), ενώ στη συνέχεια ακορντεόν, αρμόνιο και μπουζούκι. Το μαντολίνο το χρησιμοποιούσαν αρκετά οι ερασιτέχνες μουσικοί, όπως και την κιθάρα, παρότι η τελευταία εντάχθηκε με σχετική καθυστέρηση και στα επαγγελματικά ή ημι-επαγγελματικά συγκροτήματα, κυρίως ως όργανο συνοδευτικό του μπουζουκιού. Γενικότερα τα συγκροτήματα στη Λήμνο δεν ήταν ποτέ πολυπρόσωπα, αφού δεν υπήρχε η απαραίτητη οικονομική ευχέρεια των γλεντιστών για να συντηρηθούν.

Οι σκοποί που έπαιζαν τα λημνιακά μουσικά συγκροτήματα από τις αρχές του 20ου αι. μέχρι περίπου τις δεκαετίες 1950 και 1960, ήταν κυρίως ζεϊμπέκικα, καρσιλαμάδες, συρτά, μπάλλοι, ενώ σποραδικά έπαιζαν και βαλς, φοξ-τροτ ή ταγκό, ή σκοπούς και τραγούδια εποχής, με σαφείς επιρροές από τη μικρασιάτικη μουσική παράδοση. Οι παλιότεροι «σκοποί της λύρας», όπως ο «Κεχαγιάδικος» ή το «Πάτημα», εντάχθηκαν κι’ αυτοί στο ρεπερτόριο των επαγγελματικών ή ημι-επαγγελματικών συγκροτημάτων, σε ένα συγκερασμό με τις παλιότερες μουσικές πρακτικές. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, η μετανάστευση και η οικονομική δυσπραγία περιόρισε δραματικά τον αριθμό των ενεργών μουσικών και των αντίστοιχων συγκροτημάτων. Την ίδια περίοδο, καταγράφεται (και) μια αναβίωση των πρακτικών της λύρας, κυρίως σε σύνδεση με διάφορες λαογραφικές εκδηλώσεις, τοπικής ή υπερτοπικής εμβέλειας, με βάση ένα διευρυμένο ρεπερτόριο, που ενσωμάτωσε σκοπούς της «παράδοσης των κεχαγιάδων», αλλά και μικρασιάτικες επιρροές, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα (2007). Γενικότερα πάντως, μετά τη δεκαετία του 1970, το λημνιακό ρεπερτόριο προσαρμόστηκε σταδιακά προς την κατεύθυνση των πανελλήνιων προτύπων της «λαϊκής» μουσικής και τις διάφορες παλιότερες και σύγχρονες εκφάνσεις της.