|

Σάμος - Γενικές πληροφορίες

Η Σάμος, σε αντίθεση με άλλα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αποσπάστηκε από τη Οθωμανική αυτοκρατορία από τις αρχές του 19ου αι. και παρέμεινε υπό καθεστώς ημι-ανεξάρτητης Ηγεμονίας από το 1834 μέχρι την ένταξή της στην ελληνική επικράτεια το 1912. Παρ’ όλα αυτά διατήρησε ένα προνομιακό καθεστώς απαλλαγής φόρων για τα προϊόντα που εξήγαγε στις μικρασιατικές ακτές, ενώ παράλληλα διεύρυνε τα δίκτυα επικοινωνίας που τη συνέδεαν με την Αθήνα, την ευρύτερη Ελλάδα, αλλά και την Ευρώπη. Η παραγωγή της Σάμου συμπεριλάμβανε ελιές και ελαιόλαδο, αλλά και καπνό, κρασί και άλλα γεωργικά προϊόντα, κατεργασμένα δέρματα που επεξεργάζονταν οι Σάμιοι τεχνίτες στα βυρσοδεψεία (ταμπακαριά), αλλά και ξυλεία, ενώ υπήρχαν και ναυπηγεία για μικρού και μεσαίου μεγέθους ιστιοφόρα σκάφη διάφορων τύπων, που κατασκεύαζαν ντόπιοι ναυπηγοί. Βέβαια, το ανεπαρκές οδικό δίκτυο που συνέδεε τα χωριά και τις αστικές περιοχές της Σάμου (δηλαδή το Βαθύ και το Καρλόβασι), καθώς και η σχετική κοινωνική, οικονομική, παραγωγική, αλλά και πολιτισμική αυτονομία διαφόρων χωριών και περιοχών (που πιθανολογείται ότι οφείλεται στη μετεγκατάσταση εποίκων από διάφορες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πιθανόν περί το 15ο-16ο αι., εξ’ αιτίας της ερήμωσης του νησιού από τις πειρατικές επιδρομές), δεν συνέβαλαν στη διαμόρφωση μονοκαλλιεργειών ή στον αποκλειστικό προσανατολισμό της σαμιακής παραγωγής προς συγκεκριμένους χαρακτηριστικούς τύπους βιοτεχνικών/βιομηχανικών προϊόντων, όπως συνέβη με το ελαιόλαδο και τα παράγωγά του στη Λέσβο, ή με τη μαστίχα στη νότια Χίο (με εξαίρεση ίσως τη σαμιακή βυρσοδεψία, που συνεχίστηκε ως παραγωγική δραστηριότητα και κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αι.).

Με αυτά τα δεδομένα, η μουσική κουλτούρα της Σάμου χαρακτηρίζεται από τη γενικότερη έλλειψη ιχνών μιας παλιότερης παράδοσης που προηγείται του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αι. Αυτή την περίοδο καταγράφονται μουσικοί που μετέχουν σε συγκροτήματα που εντάσσονται στο γενικότερο ρεύμα των μικρασιατικών επιρροών. Τα όργανα που χρησιμοποιούσαν ήταν σαντούρι, βιολί, κλαρίνο, χάλκινα πνευστά (συνήθως τρομπέτα ή κορνέτα) και κρουστά, ενώ το ρεπερτόριο των συγκροτημάτων της εποχής εστιαζόταν σε ζεϊμπέκικα, καρσιλαμάδες, συρτά, παρακολουθώντας (κατά προτεραιότητα) τα μικρασιάτικα πρότυπα. Η κιθάρα χρησιμοποιήθηκε επίσης στη Σάμο (κυρίως ως όργανο συνοδείας - ακομπανιαμέντο) πριν από το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ενώ το εντυπωσιακό στοιχείο που χαρακτηρίζει τη σαμιώτικη μουσική κουλτούρα του 20ου αι. είναι η πρώιμη (τουλάχιστον σε σχέση με τα υπόλοιπα νησιά του ανατολικού Αιγαίου) ένταξη (και) του μπουζουκιού στα μουσικά δρώμενα, για την οποία υπάρχουν σχετικές αναφορές ήδη από την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, αναδείχτηκαν ορισμένοι δεξιοτέχνες μουσικοί, μερικοί από τους οποίους έπαιξαν για πολλά χρόνια και στο εξωτερικό (κυρίως στις ελληνικές παροικίες των ΗΠΑ), καθώς και προικισμένοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες, με χαρακτηριστικούς εκπροσώπους το Ρούκουνα, γνωστό και ως «Σαμιωτάκι» και την Καίτη Γκρέϋ (Αγγελική Καλαϊτζή), που εδραίωσαν τη φήμη της σαμιώτικης μουσικής κουλτούρας σε πανελλήνιο επίπεδο. Μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, η κυριαρχία του μπουζουκιού στη μουσική σκηνή της Σάμου υπήρξε καθοριστική, ενώ οι μουσικές πρακτικές που συνδέθηκαν με τη μικρασιάτικη παράδοση αφομοιώθηκαν από νέα μουσικά μορφώματα που παρακολούθησαν (σε γενικές γραμμές) την εξέλιξη του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού. Από αυτή τη σκοπιά, η Σάμος καταγράφεται ως ένα από τα επίκεντρα της εξέλιξης της μεταπολεμικής ελληνικής λαϊκής μουσικής, ενώ μεγάλοι δεξιοτέχνες του μπουζουκιού, όπως ο γνωστός Ιορδάνης (Τσομίδης) έπαιξαν για κάποια διαστήματα σε κέντρα της Σάμου, κυρίως τις δεκαετίες 1950 έως 1970. Σήμερα (2007) η «παράδοση του μπουζουκιού» συνεχίζεται από νεότερους και παλαίμαχους λαϊκούς μουσικούς, ενώ παράλληλα παρατηρείται μια μερική αναβίωση των μουσικών πρακτικών που συνδέονται με τη «μικρασιάτικη παράδοση» (σαντουρόβιολα), στο πλαίσιο κυρίως εκδηλώσεων που διοργανώνονται από διάφορους πολιτιστικούς φορείς και συλλόγους. Τέλος, καταγράφεται η ύπαρξη οργανοπαικτών τσαμπούνας, που συνδέθηκαν με τα αποκριάτικα δρώμενα συγκεκριμένων περιοχών της Σάμου και επιβίωσαν των διαχρονικών αλλαγών, προσαρμόζοντας (σταδιακά) το ρεπερτόριό τους στις σύγχρονες απαιτήσεις της μουσικής σκηνής, εντάσσοντας σ’ αυτό παλιούς «μικρασιάτικους» αλλά και «νεο-παραδοσιακούς» σκοπούς και τραγούδια (σύμφωνα με το παράδειγμα των Κονιτόπουλων που αντλούν από την παλιά μουσική παράδοση της Νάξου, αλλά και ευρύτερα των Κυκλάδων, διαμορφώνοντας μουσικές φόρμες που ανταποκρίνονται σε σύγχρονα αισθητικά πρότυπα).