|

Χίος - Γενικές πληροφορίες

Η Χίος παρουσιάζει ορισμένες διαφοροποιήσεις ως προς την κοινωνική και οικονομική υποδομή των νότιων και των βόρειων περιοχών.

Τα «Νοτιόχωρα» διαμορφώθηκαν - σε γενικές γραμμές - ως «κλειστές» οικιστικές δομές, που συγκροτούνται (σε αρκετές περιπτώσεις) από σπίτια που δημιουργούν ένα εξωτερικό ημικύκλιο χωρίς πόρτες ή παράθυρα, για την άμυνα εναντίον των επιδρομέων, κυρίως των πειρατών, που λυμαίνονταν τα νησιά του Αιγαίου, από το Μεσαίωνα μέχρι το 17ο - 18ο αι. Μέχρι τα μέσα σχεδόν του 20ου αιώνα, οι κάτοικοι απασχολήθηκαν κυρίως σε γεωργικές εργασίες, μεταξύ των οποίων και η συλλογή μαστίχας, που κατέστησε γνωστή τη Χίο σε όλο τον κόσμο (ενώ συνεχίζεται συστηματικά μέχρι και σήμερα - 2007). Στη συνέχεια η μετανάστευση και η τουριστική ανάπτυξη μετέβαλαν εν μέρει τα χαρακτηριστικά της περιοχής, αλλά τα διαχρονικά τοπικά ήθη και έθιμα και ειδικότερα τα «παλιά» μουσικά ιδιώματα που συνδέονται με τοπικές πρακτικές, αλλά και με υπερτοπικές επιρροές, διασώζονται σποραδικά μέχρι σήμερα.

Στα «Βορειόχωρα» αρκετοί κάτοικοι απασχολούνται (και σήμερα) ως κτηνοτρόφοι. Από το 18ο - 19ο αι. αρκετοί στράφηκαν προς τη ναυτιλία, ιδιαίτερα στη βορειοανατολική Χίο, με επίκεντρο τα Καρδάμυλα και το παραπλήσιο νησί Οινούσσες, που έγιναν γνωστά ως τόποι καταγωγής μεγάλων (παλιότερων και σύγχρονων) εφοπλιστικών οικογενειών.

Όπως φαίνεται από καταγραφές από τις αρχές έως τα μέσα περίπου του 20ου αι., όπως του Παχτίκου, του Λύντεκε, του Δελτίου Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, των Χιακών Χρονικών, κ.ά., ορισμένα παλιά αφηγηματικά τραγούδια που ήταν διαδεδομένα στη σύγχρονη ελληνική επικράτεια, στη Μ. Ασία, αλλά και στα ευρύτερα Βαλκάνια, ήταν γνωστά και στη Χίο, όπως το τραγούδι που αναφέρεται στην κακιά μητριά που σφάζει το παιδί της (σε διάφορες παραλλαγές), το τραγούδι που αναφέρεται στη σύγκρουση δύο αδελφών που δεν γνωρίζουν τη σχέση συγγένειας που τους συνδέει (και πάλι σε διάφορες παραλλαγές), το τραγούδι της επιστροφής του ξενιτεμένου που αναγνωρίζεται από την «καλή» του από διάφορα σημάδια του σπιτιού ή του κορμιού, κ.ά. Παράλληλα καταγράφονται και τραγούδια που αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα που αφορούν σε πολεμικές συγκρούσεις των Ρώσων και των Οθωμανών, στη Σφαγή της Χίου, κ.ο.κ., ή ακόμη και παλιά «κλέφτικα» από την Πελοπόννησο (Μοριά) ή άλλες περιοχές της Ελλάδας, τα οποία πιθανολογείται ότι μετέφεραν Χίοι πρόσφυγες της Σφαγής της Χίου στην Πελοπόννησο, μετά την επιστροφή τους στο νησί.

Κατά τη διάρκεια σύγχρονων καταγραφών στη Χίο (δεκαετίες 1990 - 2000), επιβεβαιώνεται η συνέχεια της ιστορικής μνήμης, με την αποτύπωση τραγουδιών που εντάσσονται στον «κύκλο του χρόνου» (κάλαντα, σκωπτικά και αφηγηματικά αποκριάτικα τραγούδια, κ.ο.κ.), καθώς και στον «κύκλο της ζωής» (νανουρίσματα, δίστιχα της αγάπης και του γάμου, παινέματα του γαμπρού και της νύφης, μοιρολόγια, κ.ο.κ.).

Διαφαίνεται όμως και η επίδραση της «μικρασιάτικης» μουσικής κουλτούρας, που επηρέασε τη Χίο, ιδιαίτερα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και τη μόνιμη εγκατάσταση προσφύγων στην πόλη της Χίου και σε διάφορες περιοχές του νησιού. Σ’ αυτό το πλαίσιο, καταγράφεται η ύπαρξη επαγγελματιών ή ημι-επαγγελματιών μουσικών που κυριάρχησαν στα μουσικά δρώμενα της Χίου από τις δεκαετίες 1930 - 1940, υιοθετώντας ένα ρεπερτόριο που συμπεριλάμβανε οργανικούς σκοπούς όπως ζεϊμπέκικα, απτάλικα ζεϊμπέκικα, συρτά, χασάπικα (κασάπικα), αλλά και φωνητικά τραγούδια, καθώς και αμανέδες και τσιφτετέλια. Τα όργανα που χρησιμοποιούσαν κυρίως οι οργανοπαίκτες ήταν κυρίως το σαντούρι, το κλαρίνο, το βιολί, το ούτι (και σπανιότερα το λαούτο), (συνήθως) χωρίς τη συνοδεία κρουστών. Σε ορισμένες περιοχές, όπως στον Άγιο Γιώργη Συκούση, διατηρήθηκαν και όργανα όπως οι τσαμπούνες, με τη συνοδεία μικρού κρουστού (τουμπί). Οι περισσότεροι οργανοπαίκτες δεν εντάσσονταν σε συγκροτήματα ή γενικότερα σε μόνιμα σχήματα, αλλά συνεργάζονταν κατά περίσταση σε διάφορα πανηγύρια, γάμους ή άλλα μουσικά δρώμενα. Η εισαγωγή του μπουζουκιού και των κρουστών (ντραμς) στη μουσική σκηνή της Χίου μετά τη δεκαετία του 1950 επηρέασε το τοπικό ρεπερτόριο αλλά δεν εξάλειψε τις μουσικές πρακτικές που παγιώθηκαν από τις αρχές μέχρι τα μέσα του 20ου αι. Στη σύγχρονη εποχή στα πανηγύρια εξακολουθούν να παίζουν παλιούς σκοπούς όπως ζεϊμπέκικα, συρτά και τσιφτετέλια (τα οποία συχνά συνδυάζονται ως «συρτοτσιφτετέλια», δηλαδή συρτά που «γυρνούν» σε τσιφτετέλια), αλλά και σκοπούς και τραγούδια που εντάσσονται στην παλιότερη και σύγχρονη πανελλήνια κουλτούρα της «λαϊκής» μουσικής.