|
Εγγλέζος Ηλίας | Χίος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Βροντάδος, Χίος
• Χρόνος γέννησης

1927
• Στοιχεία καταγωγής

Ο Ηλίας Εγγλέζος γεννήθηκε στην περιοχή του Βροντάδου της Χίου:

Εγεννήθηκα στο Βολάκο… Πριν πάμε στου πασά, ε….. στην Ερυθιανή το γιοφύρι απου πάνω, στο Βολάκο.

• Ιδιότητα

Ο Ηλίας Εγγλέζος είναι επαγγελματίας μουσικός. Παίζει ούτι και κιθάρα αλλά κυρίως τραγουδάει:

Εγώ πρώτα έπαιζα ούτι… το όργανο μου ήτανε ούτι […]. Μετά έπαιζα κιθάρα και μετά τα παράτησα και ήμουν τραγούδι.

• Γονείς

Η μητέρα του ονομαζόταν Παρασκευή και ο πατέρας του Γιάννης, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία:

Άμαν ήκουγες τη μάνα μου και τραγουδούσε, [ήταν] να κλαις [από τη συγκίνηση]. Και ήταν και αυτή, είχενε το ένστικτο το δικό μου […]. Τον καιρό που πήγα στρατιώτης, η αλληλογραφία μας τραγούδια, και κεινής, και η απάντηση και γω.
Για τον πατέρα του Γιάννη αναφέρει:
Ο πατέρας μου ήταν αρτοποιός… αλλά μετά πήρενε τη Μουριά (καφενείο) για ’κοσ’τρία χρόνια. Εικοσ’τρία χρόνια την είχε τη Μουριά ο πατέρας μου […]. Επειδή τον πιάσανε χρεοφελέτες. Τότε ήτανε φτώχειες, είχε ο άλλος εφτά - οχτώ παιδιά, επαίρνανε ψωμιά και δεν μπορούσε να μαζέψει τα λεφτά του αλευριού. Ρε κλείσε λέω, παράτα το και έλα πιάσε ένα…. Κατάλαβες;

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Ηλίας Εγγλέζος παντρεύτηκε για πρώτη φορά εικοσιπέντε χρονών:

Εγώ ’χα τρία παιδιά που ’μουν παντρεμένος και έχασα τη γυναίκα μου με κακιά αρρώστια. Εξαναπαντρεύτηκα ’δω και έχω τώρα δυο της δευτέρας καταγραμμής [από τη δεύτερη γυναίκα του], δεν είδες τώρα στις εκλογές…ο ένας είναι είκοσι και ο άλλος δεκάξι. Δυο αγόρια.
Όπως λέει ο ίδιος δεν ήθελε να ασχοληθούν με τη μουσική τα παιδιά του:
Βρε ξέρεις τι τραβήξαμε απ’ αυτή τη δουλειά που κάναμε ως μουσικός; Τώρα είναι καλή δουλειά ως μουσικοί. Πρώτα ξέρεις τι; Ήλεγες να μάθω το παιδί μου, [δ]εν τον σκοτώνω πιο καλά; Σε τέτοιο σημείο.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Πριν ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική εργάζονταν ως κουρέας, από 16 ετών. Διατηρούσε και κουρείο, τη Μουριά, για είκοσι τρία χρόνια:

Το κουρείο το ’χα εγώ, και έβγαζα τη μπλούζα του κουρείου, την άσπρη, και ντυνόμουνα και έφευγα για το κέντρο. Τέσσερις ώρες κοιμόμουνα μόνο, τρεις. Ύστερα που πήγα - που σου ’πα - στη βάφτιση, και λέω, άαα, δεν είναι δουλειά. Παράτα το κουρείο και ας σου λείπει.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Όταν ήταν μικρός, βρέθηκε οικογενειακώς στην Κύπρο για τέσσερα χρόνια:

Τότε με την Κατοχή που φύγαμε από δω όλοι, η μισή Χίος, και πήγαμε σε διάφορα μέρη μας, εμάς μας πήγανε στην Κύπρο. Στη Λευκωσία […]. Και πήγα, και, επήγα τότε, και μάθαινα κουρέας εκεί, σε ένα κουρείο - δικοί μας οι κουρείς - και έμαθα το κουρείο και άμα ήρθα εδώ άνοιξα κουρείο και το όργανο το είχα για κέφι….

Ο Ηλίας Εγγλέζος παρέμεινε 2 χρόνια στην Αθήνα, όπου παρουσιάστηκε στον στρατό, ενώ ταυτόχρονα δούλεψε ως μουσικός:

Εγώ στην Αθήνα, στρατιώτης δεν έκαμα. Γιατί; Επήγα στην Αθήνα στρατιώτης. Το λοιπόν στο στρατό που πήγα στην Αθήνα - τώρα ή τύχη ή πονηριά, όπως να το πούμε - γνωρίστηκα με τον διοικητή, ξέρω εγώ, τους κουβάλησα και φάγανε πολλά πράγματα. Συζητούμε για μεγάλα πράγματα, όχι ένα μπουκάλι. Και πήρα μηνιαίως άδεια λευκή και τη σφράγιζα, γιατί μου τη σφραγίζανε κάθε πρώτη του μηνός. Και ’πιασα δουλειά στο Αιγάλεω, και τραγουδούσα εκεί. Ύστερα τραγουδούσα στην πλατεία Αμερικής, στου Πέτρου το κέντρο. Και πήρα οικόπεδο στρατιώτης, έστελνα σπίτι μου λεφτά και έχτισα και σπίτι στρατιώτης. Μάλιστα, πράματα απίστευτα […]. Κάναμε 27 μήνες τότε στρατιώτες… ε, την έβγαλα εκεί, κι ύστερα μου λέγανε να μείνω εκεί. Μέχρι τον Στέλιο τον συχωρεμένο, μου λέει, ρε κάτσε, θα σε υποστηρίξω εγώ…ο Καζαντζίδης. Κάτσε μου λέει, μη πας στη Χίο. Ίντα θα πας να κάνεις; Εγώ φοβόμουνα μη χάσω τους πελάτες του κουρείου.

Για την πρώτη του δουλειά στο Αιγάλεω, αναφέρει:

Εγώ ξέρεις γιατί τραγούδησα εκεί; Πήγα ως πελάτης να δω μια τραγουδίστρια την Ελένη την Παπαϊωάννου, την έχω βάλει και σ’ ένα δίσκο που μου κάνει σιγόντο. Κι αυτός ο δίσκος την πήγε στην Αμερική και σώθηκεν. Μ’ αυτό το δίσκο πέρασε αυτή […]. Το λοιπόν την επήρα εγώ αυτήν και [….] έμαθα πως τραγουδεί στο Αιγάλεω. Και πήγα και την ήβρα και μου λέει, άα, θα μας πεις δυο τραγουδάκια απόψε. Της λέω μη ζητάς τέτοια πράματα, γιατί δε γίνονται. Μου λέει, όχι θα μας πεις, κι άξαφνα λένε στο μικρόφωνο έχουμε έναν πελάτη εδώ και πρέπει να ’ρθει να μας πει δυο - τρία τραγούδια, και ξέρω ’γω, και σηκώθηκα πάνω κι είπα. Αλλά […] πήγα κοντά, τώρα αυτοί σου λένε στρατιωτάκι είναι, τι θα πει; Βλέπω τον καλό μπουζουξή και πήγα κοντά του και μου λέει τι θέλεις, τι θα πεις; Λέω, τι θα πω; Μου λέει, ναι. Κάνε μου ένα στη τζαζ, από ντο, δικό σου, μια κορόνα, και θα μπω… Του ’πα δεκαπέντε στη γραμμή, και τα γυρίζω τσιφτετέλια από πίσω. Ήρθε το αφεντικό και μου λέει να σου κάνω συμβόλαια να μείνεις στο μαγαζί, για αυτό ήτανε… αλλά ήτανε η Παπαϊωάννου η αιτία που πήγα εκεί. Έχουμε ακόμα… τηλεφωνούμαστε, και σήμερα μάλιστα μιλήσαμε με την Παπαϊωάννου. Ήρθε από την Αμερική, παντρεύτηκε, έχει ένα καλό παιδί, δηλαδή με λίγα λόγια τακτοποιήθηκε καλά, και ήμουν εγώ η αιτία.

Τη συγκεκριμένη περίοδο που έζησε στην Αθήνα, ο Ηλίας Εγγλέζος συνεργάστηκε με γνωστούς μουσικούς της εποχής του:

Όλοι τις ήξερα, τι λες τώρα, και παρέες κάναμε […], με τον Καζαντζίδη δεν τραγούδησα, αλλά με άλλα ονόματα ναι […], αλλά σου λέω στο Αιγάλεω, που δούλεψα σ΄ ένα μεγάλο μαγαζί, είχενε δυο μπουζούκια, είχενε δηλαδή κομπλέ. Το ένα μπουζούκι ήτανε πρώτο πράμα, αλλά ο άλλος ήτανε καργαλάκος.

Τη δεκαετία του ’70, η τραγουδίστρια Λένα Κουμαρά του πρότεινε να πάει στην Αμερική και να δουλέψει ως μουσικός:

Πήγε στην Αμερική, μου ’στειλε 2000 ευρώ [προφανώς χρηματικό αντίτιμο αντίστοιχης αξίας, σε νόμισμα της εποχής], να πάω εκεί με 100 χιλιάδες [δρχ.] μεροκάματο, κλαίγανε σπίτι όλοι, δε θα ξανάρθεις, ξέρω ’γω, και στείλε τα λεφτά πίσω.

Ωστόσο τελικά πήγε στην Αμερική το 1974, όταν κάποιος ήρθε στο μαγαζί όπου εργάζονταν και του έκανε επαγγελματική πρόταση:

…ήρθαν και με πήρανε, εκεί που ’μουνε στο μαγαζί και τραγουδούσα, μπήκε ένα παιδάριο μέσα - ένας πιο μεγάλος στην ηλικία - μπήκε μέσα, λέει πε αυτουνού που τραγουδάει να ’ρθεί να τον κεράσω. Ήρθε και μου το ’πε ο σερβιτόρος, πήγα στην παρέα του, μου λέει, άκου να σου πω: “εγώ έχω κέντρο στην Αμερική, και ήρθα να σε πάρω, που είχες βγάλει τον τάδε δίσκο και έγινε πάταγος στην Αμερική. Και ήρθα να σε πάρω”. Του λέω: “μόνος μου δεν έρχομαι. Μ’ όλο το συγκρότημα έρχομαι”. Μου λέει “όλο το συγκρότημα, ε, σου λέω μόνος σου”. Ό[χι]!!! το λέω του Κατσούλα - αρμόνιο - πάμε λέει, φύγαμε. Καμπουράς μπουζούκι, Στεφανής κλαρίνο και αδερφός του Στεφανή (Στέλιος) που τότε…που από τότε έμεινε στην Αμερική […]. Και τους πήρα και πήγαμε στην Αμερική στο μαγαζί, αλλά δεν ήξερα εγώ την τιμή. Μου λέει πόσα θέλεις, του λέω θα δώκεις πεντακόσια - τη βδομάδα - στα παιδιά και χίλια εμένα. Μου λέει ’ντάξει, και μου κάνει συμβόλαιο για οχτώ μήνες και με δένει έτσι. Και ήπρεπε να του πω εγώ τρεις χιλιάδες και χίλια πεντακόσια των παιδιώ. Αλλά το μαγαζί που πήγαμε γεμίζαμε κάθε βράδυ ένα τραπεζομάντιλο χαρτούρα. Πάω τα λεφτά την άλλη μέρα στην τράπεζα την Ατραντίκ, μου λέει, [δ]ε μπορώ να τα πάρω, γιατί χορεύανε απάνω, λάσπες. Τι έπρεπε να κάμω; Λέει θα τα πλύνεις και θα τα σιδερώνεις. Τελειώναμε το πρωί, και γω ως τις δέκα η ώρα, εγώ ήπλενα δολάρια και τα σιδέρωνα.

Όταν τελείωσε το συμβόλαιό του, μετά από 8 μήνες, επέστρεψε στην Ελλάδα, ωστόσο ταξίδεψε κι άλλες φορές αργότερα στην Αμερική για δουλειά:

Εγώ έκατσα τότε τις οχτώ μηνιές και μετά ήρθα εδώ και έφευγα… Ήρθα δω, με παίρνει τηλέφωνο ο Δεσπότης, απ’ την αυτή [από την Αμερική] και μου λέει: “Κάνω ένα χορό λέει, του Αγίου Νεκταρίου, και σε θέλω να ’ρθεις στην Αμερική με το συγκρότημα σου”. Του λέω, Δέσποτά μου να ’ρθω, ’ντάξει. Μου λέει πόσα θες, του λέω για σας τίποτα, θα πληρώσετε μόνο τα εισιτήρια….“Καλά αυτά τα ξέρω, αλε-ρετούρ εισιτήρια και φαγητά και ύπνο, πόσα θέλετε”. Του λέω τίποτα, μόνο να μου βγάλεις μια κάρτα να μπαίνω στην Αμερική. Μου λέει μόνο για σένα, γιατί είναι δύσκολα. Και μου βγάζει την κάρτα και έχω κάρτα σαν τις Αμερικάνους, και πάω όποτε θέλω και φεύγω. Κατάλαβες πως πήγαινα; Και πάω στην Αμερική στου Δεσπότη το…την αυτή, και κάτσαμε έξι μήνες εκεί και τις δουλέψαμε καλά.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Η πρώτη του επαφή με τη μουσική έγινε τον καιρό που έμενε με την οικογένειά του στην Κύπρο:

Τον καιρό που πήγα να πάρω το ούτι, στην Κύπρο, το ούτι, φώναζε ο πατέρας μου “και τι θα κάνει, θα πα να γίνει οργανοπαίκτης”, και πολλά και διάφορα, και ’γω το πήρα το ούτι κι ήβαλα ένα καρφί στο κρεβάτι από πάνω και κάθε…. συνέχεια εσκωνόμουν μεσάνυχτα και έπιανα το ούτι. Τότε το πρώτο τραγούδι που έμαθα, ναι, “Άμαν, άμαν μυλωνά, κάνε μου τη χάρη” […] και μου ’λεγε - εσταμάταγα - μου ’λεγε η μάνα μου - ήταν καλή η μάνα μου στο λαιμό [στη φωνή] - μου ’λεγε ή μάνα μου, “να σ΄ αλέσω μυλωνά το σιτάρι, γιε μου πέτο”.

Ο Ηλίας Εγγλέζος έχει πάρα πολλές ιστορίες να διηγηθεί από την πολύχρονη πορεία του ως τραγουδιστής. Από τα πανηγύρια θυμάται τις φασαρίες που γίνονταν στο τέλος, όταν παίζονταν τα ζεϊμπέκικα:

Μετά τις τρεις τέσσερις [έπρεπε να προσέχεις], γιατί θα κάμαν καυγά. Άμα αρχίζαν τα πανηγύρια γινότανε καυγάς […]. Έχω δει πιστολιές, φτυαριές, μαχαιριές και μου λες εμένα για περιστατικό; Ακου ντα λέει […]. Μέσα στα μαγαζιά, ήσουνα εσύ και καθόσουνα παρέα μ’ εκείνον και εσύ έβαζες στην τσίτα εκείνον που ήταν πιο αλαφρόμυαλος και μάλωνε και χτυπιούνταν και γινούταν σκηνή αίματος κι εσύ την κοπάνησες απ’ τα ψιλά κι έφευγες.
Οι καυγάδες ξεσπούσαν για διάφορους λόγους:
Για γυναίκες εκεί που χορεύανε τώρα πατούσε τη γυναίκα, της πάταγε το μάτι ο άλλος [….]. Για παραγγελίες που και που, καμιά φορά γινότανε, γιατί έλεγε ο ένας το τάδε ζεϊμπέκικο κι έλεγε ο άλλος το άλλο ζεμπέκικο…γιατί το σταματήσετε και βγάλετε αυτό…ω Παναγία μου.