|
Λουλούδης Σωτήρης | Χίος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Νένητα, Χίος
• Χρόνος γέννησης

1922
• Προσωνύμιο («Παρατσούκλι»)

«Κουλάς»:

Είχαμε παρατσούκλια οι Λουλούδηδες: ‘Κουλάς’, ‘Κουλάδες’. Ήτανε ο πάππους τους ψηλός και τότες τους ψηλούς τους ελέγανε […]. Ναι, όπως να πούμε εις την χώρα είναι οι […], απάνω πως τους λένε, το Έπος [βουνό της Χίου], ε! ήταν και εκεί ένα βουνό, ο Κουλάς της πόλης, το πιο υψηλό μέρος της πόλης και ο προπάππους μου, ήταν πολύ ψηλός, ετούτος ‘μοιάζε του Κουλά της πόλης. Του κουλά της Πόλης, και μας έμεινε το ‘Κουλάς’. Από τον προπάππου μου ναι, Γιαννάκος [λεγόταν].

• Ιδιότητα

Ο Σ. Λουλούδης είναι οργανοπαίχτης [σαντούρι] και τραγουδιστής. Επίσης έχει διδάξει σαντούρι σε παιδιά:

‘Λέων Αλάτιος’ [Λαογραφικός πολιτιστικός όμιλος Χίου], στο ‘Ομήρειο’ [Πνευματικό Κέντρο Δήμου Χίου] μέσα γινόταν, εγώ εστεγαζόμουνα στο ‘Ομήρειο’. Εγώ μάθαινα τα παιδιά σαντούρι, είχαμε κάτι εκδηλώσεις, το ‘Ομήρειο’ με χρειαζόταν, ο ‘Λέων Αλάτιος’ με χρειαζότανε και δε γλίτωνα, όλο το διάστημα έμενα κάτω. Πριν από δέκα χρόνια, κάπου κει.

• Γονείς

Ο πατέρας του Σ. Λουλούδη έπαιζε μαντολίνο:

Ο πατέρας μου είχε μια σχέση με τη μουσική, έπαιζε μαντολίνο. Πρακτικά -να πούμε- και εδιασκεδάζανε και τραγουδούσανε και τον ετυραννούσανε και τους ήπαιζε και ξέρω ‘γω και ξεβαρνιστούσε. Αλλά εν πάση περιπτώσει, έπαιζε καλό μαντολίνο, όπως λέγανε, ναι.

• Οικογενειακή κατάσταση

Οι παππούδες και οι γονείς του Σ. Λουλούδη κατάγονταν από τα Νένητα της Χίου:

Γέννημα θρέμμα Νενητούσοι.
Η μητέρα του ονομαζόταν Μαρία: «Μαριγώ, Μαρία».

Είναι με παντρεμένος με την κυρία Ελπίδα Χατζηδάκη και έχει δύο κόρες οι οποίες δεν ασχολήθηκαν με τη μουσική:

Το ’48 [1948], Σαββάτο βράδυ αρραβωνιαστήκαμε και τη Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη ήφυγα για στρατιώτης […]. Του λέω [του λοχαγού] δε μου τη δίνουν την αρραβωνιαστικιά μου στο χωριό […]. Είκοσι τρεις μήνες έκανα, τέλος πάντων […]. Δε μας τις δίνουν τις αρραβωνιαστικιές εμάς να βγούμε όξω απ’ τα σπίτια μας να γυρίζουμε και ξέρω ‘γω να τη φέρω εδώ πάνω. Λέει θα της βρούμε ένα σπιτάκι, θα την έχομε σα βασιλικό στη γλάστρα. Ρε άντε βρε λέω, να την έχομε σα βασιλικό στη γλάστρα! Η πεθερά μου δε μου τη δίνει να βγω όξω απ’ το σπίτι και θα μου τη δώκει να τη φέρω εδώ πάνω! Έτσι και πέρασε ο καιρός, και παντρευτήκαμε το ’50 [1950]. Το ’50 έγιναν εκλογές στις 3 Μάρτη και βγήκε παμψηφεί ο Παπανδρέου.

Δύο κοριτσάκια κάναμε, σε δεκατρείς μήνες εκάναμε δυο κόρες, δεν εξανάκαμε άλλο παιδί. Και το ένα είναι στην Αμερική και το άλλο είναι εδώ, συμβολαιογράφος είναι, τη μία την λένε Μαρία και την άλλη Ιωάννα. Μαρία Μαυρίκη, έχει παντρευτεί και πήγε στην Αμερική, απερίσκεπτα. Ένα πράμα που δεν το συχώρησα στον εαυτό μου κι ούτε θα το συγχωρήσω ποτέ μου. Ήτανε δυο κοριτσάκια, καλά παιδιά, καλές μαθήτριες - όχι καλές μαθήτριες, αριστούχες- και το μεγάλο ήτανε πιο βολικό και ξεσχόλησε. Της λέω ρε Μαράκι μου να περιμένεις να ξεσχολήσει και του χρόνου η Ιωάννα μας, να σας πάρω να πάμε μαζί στο πανεπιστήμιο ξέρω ‘γω. Να κάτσεις εδώ ένα χρόνο, ε και τέλος θα κάνεις μαθήματα, ήτανε μαθήματα ιδιωτικής χρήσεως σε παιδάκια. Τελειώνει την άλλη χρονιά και το Ιωαννάκι και τις παίρνουμε και τις δύο ή μάλλον μόνες τους πήγανε, πάνε στη Μυτιλήνη και γράφονται [στην παιδαγωγική ακαδημία]. Η μία [η Ιωάννα - μάλλον αργότερα σπούδασε και] στη νομική. Και έρχονται Κυριακή, σαν εχτές, των Αγίων Αναργύρων, στην πρώτη Ιουλίου. Έρχεται το καράβι απόγεμα, μπαίνουν μεσ’ στο λεφορείο, έρχονται έξω, εμείς είχαμε πανηγύρι εδώ, εδώ στην πλατεία έρχονται και μας βρίσκουν πια που ήρθαν τα παιδιά […].

[…] Είχα μια ανιψιά παντρεμένη στη χώρα και ο άντρας της ήτανε καλό παιδί και μου λέει θείε, θα ‘ρθούμε, έχουμε πιάσει τραπέζι, να ‘ρθούν τα παιδιά στο τραπέζι μας; Άμα θέλουν λέω ας ‘ρθούνε. Η μικρή, ήτανε αυτή που χοροπηδούσε, η μεγάλη ήταν ήσυχο παιδί, αλλά την επονούσε το κεφάλι της και λέει εγώ δε θα ‘ρθω θα πέσω να κοιμηθώ. Η μεγάλη που δεν τ’ αγαπούσε – έτσι ήταν το τυχερό της - λέει εγώ θα ‘ρθω να κάτσω λίγο. Ε ‘ντάξει! Πήγαμεν εμείς, πιάσαμε δουλειά, αρχίνησεν η δουλειά. Βλέπω εγώ το Μαράκι και ήταν με μια παρέα αυτουνού του ανιψιού μας. Καμιά φορά την βλέπω και χόρευε με έναν άντρα, lέω παρέα του. Σε λιγάκι, άντε πάλι και την εχόρευεν αυτός. Καλά εν έχει άλλον να την χορέψει; Μόνο αυτός! [σχολιάζει γελώντας]. Ε! καλά, επέρασε […].

[…] τότες τα μοτοσακό ήτανε αραιά και που, λίγα. Σε ένα - δυο μέρες νάτος πάνω στο μοτοσακό και τους δυο κι ήρθαν εδώ. Έρχονται - σου λέγω - εχόρεψε πια η μεγάλη με ένα παιδί, εξαναχόρεψε, σε κάνα δυο μέρες νάτοι πάλι ‘πα στο μοτοσακό -οι δυο - ήρθανε εδώ, σε δυο-τρεις μέρες νάτους πάλι με το μοτοσακό. Μα τι στο καλό παν και έρχονται τούτοι με το μοτοσακό. Πήγα, λέγει ο ξαδερφός μου - γιατί της ανιψιάς μου ο άντρας που σας λέγω, είχε έναν εξάδερφο που τον ήφερνε - συμπάθησε τη μικρή και θέλει να την πάρει στην Αμερική. Τι λες, να του τη δώκουμε; Είπα να του τη δώκουμε. Και ευτυχώς και είπα να του τη δώκουμε, ούτε γιος [μου να μου ήταν], όχι γαμπρός, ούτε γιος! Αλλά τον εαυτό μου δεν το συχώρεσα και ούτε θα τον συχωρέσω. Όταν επήγαν αυτοί και μετά επήγαμε, πήγαμε τρεις-τέσσερις [φορές στην Αμερική]. Η μικρή [Ιωάννα] είναι συμβολαιογράφος, έχει πάρει άντρα πολιτικό μηχανικό, δύο επιστήμονες είναι.


Για τον μεγαλύτερο αδελφό του Λεωνίδα, που έπαιζε βιολί, ανέφερε:

Έχω και έναν αδελφό μεγάλο, το Λεωνίδα, με περνούσε δέκα χρόνια. Και επήγαινε στο σχολείο το παιδί, ε, το σχολείο δεν είχε ωδική από τα παμπάλαια; Είχαμε ένα δάσκαλο, Γρηγοριάδης, Δημοσθένης Γρηγοριάδης, από την Κύπρο καταγότανε. Αλλά είχε μουσικές ικανότητες και έκανε ωδική στα παιδιά. Κατ’ όπου άκουγα και ‘γω, γιατί εγώ ήμουνα μικρός βέβαια, θα ’μουνα μωρό παιδί, μικρός, ο Λεωνίδας σου λέω με περνάει δέκα χρόνια. Ο Γρηγοριάδης, αυτός ο Κύπριος, ο δάσκαλος που έκανε ωδική στα παιδιά. Γιατί τότε - μη βλέπεις τώρα- ήτανε 230 παιδιά στο σχολείο. Τώρα 230 παιδιά δεν είναι όλα τα χωριουδάκια τούτα. Λοιπόν, το ξεχώρισεν το παιδί. Ο Γρηγοριάδης ο Δημοσθένης που ήταν δάσκαλος, δημοδιδάσκαλος, εδιάβαζε και μουσική και φωνητική μουσική, εξεχώρισε το παιδί απ΄ όλα τα παιδιά ότι είχε μουσικό ταλέντο τέλος πάντων. Ναι είχε μουσικό ταλέντο και λέει του πατέρα μου, ότι αυτό το παιδί καλά θα ήτανε να το βοηθήσουμε να καλλιεργήσει τέλος πάντων τη μουσικότητα που έχει. Τότες ήτανε τα χωριά, τότες ήτανε πίσω ο κόσμος, τότες για να πας στη Χώρα [Χίου] ήτανε ένας λόγος. Ε να μην τα πολυλογώ, αρχίνησε ο δάσκαλος ο Γρηγοριάδης και αρχίνησε να βάζει μάθημα του παιδιού, να του πάρουμε ένα βιολάκι βρε αδερφέ, δεν χάλασε και ο κόσμος. Του πήρε ένα βιολάκι του παιδιού και αρχίνησε ο Γρηγοριάδης και του έβαζε μάθημα του παιδιού. Ε το παιδί επροχωρούσε, προχωρούσε καλά και εφόσον πια, τέλος πάντων, είδαμε ότι το παιδί επήγαινε καλά και ο πατέρας μου - γιατί εζούσε και η μητέρα μου, γιατί είχαμε την ατυχία […]! Αυτά τώρα που λέγω είναι το ’23-’24 [1923-1924]. Το ’27 [1927], όταν απόθανε η μητέρα μου τα πράγματα άλλαξαν, γιατί εν’ όσο ζούσε η μητέρα μου, είχανε γράψει το παιδί στο ωδείο και πήγαινε στο ωδείο. Και πήγαινε το παιδί, δυο φορές την εβδομάδα πήγαινε, τρεις φορές επήγαινε; Μια φορά θυμάμαι ότι επήγαινε στο ωδείο! Στη Χίο, στη Χίο. Επέθανε η μητέρα μου, κωλυσιεργήθηκε η όλη υπόθεση του σπιτιού μας, γιατί είχαμε και καφενείο και ξενοδοχείο την τότε εποχή. Ήτανε ο πατέρας μου, η μητέρα μου, έστω και ο Λεωνίδας μεγαλούτσικος και η αδερφή μου. Και επέθανε η μητέρα μου και πήγανε τα κάτω-πάνω, στραπατσαρίστηκε η όλη μας υπόθεση. Τι να κάνουμε; Αποφασίζουμε, εκεί που πήγαινε για μεγάλο βιολί, δεν πήγε ούτε πια στο ωδείο, ούτε πουθενά. Παρέμεινε εδώ, με τα χωραφάκια, με το ένα, με το άλλο. Διάβαζε όμως [νότες], αυτός είχε περάσει το μισό βιολί, όπως άκουγα και ‘γω, το μισό βιολί το είχε περάσει στη μουσική […]. Καμιά φορά απόμεινε ο Λεωνίδας μοναχός, τι να κάνει; Μπορεί να πάει και να διαβάζει και να αυτό; Δεν είμαστε, είχε τα έξοδα του, είχε, είχε. Ε, εκείνο που του ’μεινε ήταν να πιάσει να μάθει τον ‘Πολίτικο’, ‘Ναζιζλή’, το ‘Φερεϊ’ και τον ‘Ποταμό’ […]. Συρτοδουλειές ρε παιδί μου, οργανοπαιχτικά, οργανοπαιχτικά, παραδοσιακοί [σκοποί της Χίου], ποτέ δεν πεθαίνουν αυτοί. Ο Λεωνίδας ήταν καλός, αφού σου λέω έπαψε να διαβάζει τόσο τα κοντσέρτα και το να και τ’ άλλο, εσκάλιζε και έμαθε και τον ‘Πολίτικο’ και τον ‘Ναζιζλή’ και το ‘Φερεϊ’ και το ‘Την τράτα μας τη κουρελού’ και το ‘Ξεκινάει μια ψαροπούλα’ […]. Και μπορώ να σου πω ότι ο Λεωνίδας είχε βγάλει μισό βιολί του κόσμου και πήγαινε για μεγάλος βιολίστας, αλλά με το θάνατο της μητέρας μου, τα χάσαμε όλα. Ήτανε αμέ, ήτανε καλός μουσικός, όχι μόνο στα πανηγύρια και σε συναυλίες, σε μουσικές, σε κύκλους περιορισμένους […].

[…] Εγινόταν μια αρραβώνα. Εμπαίνανε στο κέντρο οι ανθρώποι, να φωνάξουμε το Λεωνίδα, να φωνάξουμε το Λεωνίδα.[τον προτιμούσαν από άλλους μουσικούς]. Εφωνάζανε το Λεωνίδα, πήγαινεν εκεί, αρχινούσε έπαιζε σκοπούς, χωρίς μιλιά. Ο Λεωνίδας, εδώ που έκανεν αυτή τη δουλειά ογδόντα χρόνια, ογδόντα πέντε χρόνια, ούτε ένα ρεφρέν δεν είπε και πάνω στην αυτή -να πούμε- τα μπερδεύαμε κιόλας. Σε όλη τη Χίο [πηγαίναμε], και εγώ και ο Λεωνός, εγώ περισσότερο. Εκ’ των υστέρων εξελίχθην εγώ περισσότερο από το Λεωνίδα.


• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ο Σ. Λουλούδης εκτός από μουσικός ήταν παράλληλα και αγρότης - μαστιχοπαραγωγός:

Εδούλευα στα χωράφια, εδούλευα. Δούλευα πάρα πολύ, πάρα πολύ, και ήμουνα πολύ δουλευτής και καλός γεωργός. Μαστίχια [μαστιχόδεντρα] πολλά, είχαμε χωράφια πολλά.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Σ. Λουλούδης ανέφερε για τη στρατιωτική του θητεία:

Άργησα να πάω φαντάρος, το 1948 πήγα. Γιατί εγώ είμαι το ’22 [1922] γεννηθείς, κανονικά έπρεπε να πάω το ’43 [1943] φαντάρος, το ’42 [1942] ξέρω ‘γω, είκοσι χρονώ, εικοσιενό χρονώ. Επήγα το ’48 [1948], γιατί ήταν οι Γερμανοί εδώ και δε μας επαίρναν. Ύστερα που καθησυχάστησαν τα πράματα, μας πήρανε -και τους μεγάλους σε ηλικία- μας πήραν και δε μας επήγαν όμως στα τάγματα, τότες που ’ταν το Γράμμος και το Βίτσι. Δεν επήγαμε, δεν επήγαμε εμείς, μας κρατήσανε πίσω και αντικαταστήσαμε τους εθνοφρουρούς, τους Έλληνες εθνοφρουρούς, στην Πελοπόννησο πήγα φαντάρος. Είμαστε μεν στρατιώτες, ντυμένοι στρατιωτικά, αλλά δεν είχαμεν υπηρεσίες, δεν είχαμε πειθαρχίες, δεν είχαμε δηλαδή στρατιωτική πίεση. Βέβαια άνθρωποι είμεθα και καλό ήτανε που εσεβόμεθα τον άνθρωπο που ‘χε ένα αστέρι, εμείς ήμαστε ακόμα και μια σαρδέλα, δεκανέας. Αλλά όχι πάλι που αυτός μας ήβλεπε σα ‘γιανάκια’ που λεν τους πρωτοστρατιώτες [νεοσύλλεκτους] […]. Εγώ στο στρατό με τη μουσική δεν είχα μεγάλη σχέση όχι. Με το λοχαγό είχαμε πάρα-πάρα πολύ μεγάλες σχέσεις και μ’ αγαπούσε και τον αγαπούσα και μου ’δινε και κάθε τόσο άδεια, δήθεν να ’ρθω να πάρω το σαντούρι. Δεν ήρθα, δεν το πήρα, δεν το πήρα γιατί φοβόμουνα μη πάθω καμιά ζημιά. Το σαντούρι δεν ήτανε ένα κλαρίνο, δεν ήτανε μια κιθάρα, δεν ήτανε […].

Για τις συνθήκες εγκατάστασης και διαβίωσης των προσφύγων στη Χίο, υπογράμμισε:

Επαίζαμε στην Καλαμωτή, είναι η ‘πάνω πλάτσα’ και η ‘κάτω πλάτσα’. Η ‘πάνω πλάτσα’ είναι η πιο αριστοκρατική, στην εκκλησία την Αγία Παρασκευή. Η ‘κάτω πλάτσα’ είναι για τους πρόσφυες που λέγαν αυτοί. [Δ]εν τους εκτιμούσαν πολύ τους πρόσφυες οι Καλαμωτούσοι. Εμείς δεν τους λέμε πρόσφυες, τους λέμε πρόσφυγες [τονίζει το ‘γ’ στο τέλος της λέξης]. Πρόσφυγες, ενώ αυτοί τους λένε πρόσφυες [χωρίς το ‘γ’ ]. Ε! Τους μείωναν ναι. Στην οικογένεια εδώ δεν έχομαι, αλλά το χωριό, είχεν πρόσφυγες πολλούς, και πιο καλοί από τους παροίκους. Ε! οι πρόσφυγες είναι καλύτεροι από τους παροίκους, όταν ο άνθρωπος είναι προοδευτικός, καλός και ξέρω ‘γω, προοδεύει. Εργάτες ήταν οι ανθρώποι, εγεμίσαν οι αυλές και τα κατώγια ανθρώπους που ήρθανε […].

[…] Οι πρόσφυγες με το που ‘ρθαν, ήρθανε με την ψυχή στο στόμα. Εζητούσαν κάθε βράδυ και ‘ρχότανε - αν είχανε μικρά παιδιά βγαίναν στην πόρτα και στεκότανε, λίγο ψωμάκι, στην πείνα ήτανε, στην πείνα. Τους αγκάλιασαν οι Χιώτες τους πρόσφυγες, πάρα πολύ και προπαντός οι Νενητούσοι, πάρα-πάρα-πάρα πολύ. Δεν επόμεινε κατωφούρνι που να μην έχει πρόσφυγες. Όλα, όλα, όλα, τα κατώγια όλα, εβγάλαμε τα ζα μας –που λέει ο λόγος- έξω και βάλαμε [τους πρόσφυγες]. Ναι, αλλά και αυτοί πάλι οι ανθρώποι επιάσαν και δουλεύαν τα χωράφια, γιατί το χωριό ήταν μεγάλο, [δ]εν είχε και εργάτες. Για να βρεις έναν εργάτη ήπρεπε να κρίνεσαι, ύστερα ήταν οι πρόσφυγες και απέκτησε το χωριό προσωπικό […].

[…] Εμείς παίζαμε τους σκοπούς των Μικρασιατών, όλα τα παίζαμε, όλα τα παίζαμε. Είχανε κολοκύθια τότες, δεν είχαν μπουκάλια, είχαν νεροκολόκυθα, τ’ αδειάζανε και γεμώσουν τη νεροκολοκύθα κρασί και μια γαβάθα ελιές και ένα κομματάκι ψωμί και να ‘χουν ένα δίσκο, να πιάσουν να χτυπούν το δίσκο και να χοροπηδούν όλη νύχτα. Ήταν διασκεδαστικοί, δεν ήταν απηγοητευμένοι σαν και μας. Εμείς είμεθα ανθρώποι, εμείς τους ελυπούμασταν για την κατάντια τους και αυτοί είχανε το νεροκολόκυθο να πιούν δυο-τρία κρασιά και να πιάσουν να χοροπηδούνε. Και λέγαμε ότι ο Θεός τους δίνει το κουράγιο. Ε τι και συν το χρόνο εγινόταν και συμπεθεριά, μια πρόσφυγια αγάπησε το ντόπιο ή ο ντόπιος αγάπησε πρόσφυγια. Ε! Μπορεί βέβαια οι γονείς να φέρναν κάποια αντίρρηση, άλλοι πάλι δεν εφέραν και τους εκάμαν αντρόγυνα. Και τώρα πια είμεθα φερδί-μπερδί […].

[…] Το ’22 [1922] σκέψου τώρα διακόσοι ανθρώποι να μπούνε μες στα σπίτια τούτα δω. Ο πατέρας μου, για να σας πω, εγνώρισε, που ήρθανε οι πρόσφυγες, μια πρόσφυγη οικογένεια, Σιναγρίδη, καλοί ανθρώποι, καλοί, καλοί, και -αυτό έγινε το ’18 [1918]. Το ’19-’20 [1919-1920] τους πήρε πίσω η Τουρκία, και στο ’22 [1922] πάλι τους έδιωξε, δεύτερη φορά. Αλλά τα καΐκια που πηγαίναν και ‘ρχότανε το πιο κοντινό σημείο της ανατολής, να πούμε, με τη Χίο, είναι η Αγία Ελένη, αν ξέρετε. Στον Άγιο Κωνσταντίνο, έτσι να πούμε. Και για πιο κοντά τους επηγαίνανε εκεί. Και ο πατέρας μου -θέλω να σου πω- όταν έμαθε ότι ήρθαν αυτοί που ‘ταν εδώ και καθόταν εδώ, πήρε δυο γαϊδάρους που είχε και πήγε στα Θυμιανά, -την Αγια Ελένη- και τους βρήκε και τους εφόρτωσε τα πραματάκια τους και τους ήφερεν εδώ πάλι και τους εκράτησεν εδώ. Και δημιουργήθησαν εδώ και κάμαν συμπεθεριά, από τις καλύτερες οικογένειες των Νενήτων, αλλά ήταν καλοί.