|
Σκουφάρας Αλέκος | Χίος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Θολοποτάμι, Χίος
• Χρόνος γέννησης

1920
• Ιδιότητα

Ο Αλέκος Σκουφάρας ήταν επαγγελματίας οργανοπαίχτης, έπαιζε κυρίως κλαρίνο αλλά και βιολί.

• Γονείς

Ο παππούς του, Γιώργος Σκουφάρας, ήταν αγρότης, ενώ διετέλεσε και δημογέροντας στο Θολοποτάμι.

Ο πάππος μου, Γιώργης Σκουφάρας, ήταν γεωργός. Είχε τα αμύγδαλα, τα μαστίχια του, τα σιταροκρίθαρά του [...], τέτοια πράγματα, κηπευτικά δηλαδή. Στο χωριό μας, όταν γινόταν κανένα συνοικέσιο, ή πρόκειταν να γίνει το συνοικέσιο, τα γράφαν οι γερόντοι [...]. Ήτανε πρώτα οι γέροντες και ήταν δύσκολο να χαλάσει η παντρειά μετά. Πολύ δύσκολο να χαλάσει μετά. Και ’γω τα θυμάμαι γιατί είχαν να πούμε τον πάππο μου και σε κάθε χωριό βγάζανε να πούμε κάποιους ανθρώπους που είχαν να πούμε [...], είχαν κάποια αξιοπρέπεια, και λέγαν να βγάλουμε τον τάδε [...]. Δεν το θυμούμαι (αν εκλέγονταν), αλλά ως επί το πλείστον, έτσι έπρεπε, γιατί δεν θα μπορούσε όποιος ήθελε να γίνει γραμματικός του χωριού.

Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Σκουφάρας ήταν επαγγελματίας οργανοπαίχτης, έπαιζε βιολί και παράλληλα είχε μπακάλικο στο Θολοποτάμι:

Ναι, ο πατέρας μου έπαιζε βιολί, μάλιστα. Κωνσταντίνος Γεωργίου Σκουφάρας. Μέχρι το ’31 (έπαιζε). Το ’31, ήπιασα εγώ το κλαρίνο. Είχε και μπακάλικο στο χωριό. Το ’20, εγώ γεννήθηκα μες το μπακάλικο στο χωριό. Στο ’31, άνοιξε και άλλο μαγαζί κάτω (στη Χώρα της Χίου).

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Αλέκος Σκουφάρας παντρεύτηκε τη Μαρία το 1943 στο Θολοποτάμι. Για το γαμήλιο γλέντι τους αναφέρει:

Μετά παντρεύτηκα στο 1943. Τότες ήταν πείνα και ετάγησα και το χωριό - έκανα φαγητό, επεινούσαν οι ανθρώποι και ’γω έψησα μακαρόνια και κρέας με πατάτες και έφαγε όλο το χωριό. Τώρα που βρήκα τα μακαρόνια; Επήρα σιτάρι από έναν από τον Κάμπο και το πήγα σε κάποιον και μου το έκανε μακαρόνια - δεν είχε τότε μακαρόνια. Επήγα πατάτες εις τους Ολύμπους και πήρα και κρασί. Επήγα από τα Μεστά και πήρα σύκα και ήταν κάτι καζάνια και βγάλαμε σούμα. Και αυτά απαγορεύονταν τότες. Δεν ήταν τότε αυτά νόμιμα. Ήταν λαθραία τότε αυτά τα καζάνια. Κρέας, κάτι κατσίκες αγοράσαμε από το χωριό.

Στην οικογένεια του Αλέκου Σκουφάρα μουσικός ήταν ο πατέρας του, Κωνσταντίνος καθώς και ο μεγαλύτερος αδερφός του Γιώργος.

Ο Κωνσταντίνος Σκουφάρας έπαιζε βιολί ενώ παράλληλα διατηρούσε μπακάλικο στο Θολοποτάμι. Συνεργάστηκε με διάφορους μουσικούς της Χίου, χωρίς ωστόσο να ανήκει σε μια συγκεκριμένη κομπανία:

Ναι, ο πατέρας μου έπαιζε βιολί, μάλιστα. Κωσταντίνος Γεωργίου Σκουφάρας. Μέχρι το 1931 (έπαιζε). Το 1931, ήπιασα εγώ το κλαρίνο […]. Σε κάθε πανηγύρι ή γάμο ήταν με την παρέα του - αυτούς τους ξένους που ερχόταν από άλλα χωριά πάλι. Γειτονικά χωριά, καθείς που παντρεύονταν ήθελε τον τάδε (μουσικό). Μια βδομάδα μπροστά, πέντε μέρες μπροστά φτιάχνανε την μουσική τους (δηλαδή το μουσικό συγκρότημα).

Ο Γιώργος Σκουφάρας, μεγαλύτερος αδερφός του Αλέκου, έπαιζε σαντούρι, ενώ είχε συνεργαστεί και με τον πατέρα τους:

Εμείς ήμασταν οχτώ αδέρφια και ήμασταν όλοι στην Αμερική, εξόν από έναν […]. Το 1931 ήπιασα εγώ το κλαρίνο, και είχα έναν αδερφό πιο μεγάλο που πέθανε πριν από δυο χρόνια, ο οποίος έπαιζε, είχε μάθει σαντούρι τότες, Γιώργης Σκουφάρας. Ύστερα έμαθε και ακορντεόν, αρμόνιο, ούτι και σαντούρι, και τραγουδούσε και ωραία και ήκανε και την προφορά, πως μιλούν καμιά φορά οι Μυτιληνιοί, οι Κυπραίοι … και παίζαμε στην Αμερική μαζί. Κοιτάξτε (με τον Γιώργο) παίξανε μαζί (με τον πατέρα του). Αλλά μετά μας άνοιξε στη Χώρα μαγειρειό…

Από τα νεότερα μέλη του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος με τη μουσική ασχολήθηκε ο γιος του Κώστας (ντραμς), καθώς και τα ανίψια του Δημήτρης ή ‘Μήτσος’ (κιθάρα - τραγούδι) και Κώστας (ντραμς):

Το είχαμε οικογενειακό. Και τα ανίψια μου παίζαν [...]. Του αδερφού μου το ένα παιδί παίζει κιθάρα και τραγουδάει - είναι στην Αμερική όμως - Μήτσος Σκουφάρας. Και του αδερφού μου ο εγγονός παίζει και αυτός ντραμς και είναι και τώρα εδώ - Κώστας Σκουφάρας ο οποίος. Και ο γιος μου παίζει ντραμς, ο Κώστας. Ήπιασε και το κλαρίνο, αλλά τα παράτησε. Τί να του πω να πούμε; Αδικία αυτό που έκανε. Ήταν μια δουλειά καλή. Εγώ πάντα τους λέω: ‘Γιατί δεν μαθαίνετε ρε παιδιά μουσική;’ Τώρα βγήκαν πολλοί. Τούτα τα χρόνια. Δεν τους προλαβαίνω…

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Με την παρότρυνση του πατέρα του, ο Αλέκος Σκουφάρας ασχολήθηκε με διάφορες εργασίες παράλληλα με τη μουσική. Εργάστηκε μαζί με τον αδερφό του στο μαγειρείο που τους άνοιξε ο πατέρας τους στη Χώρα της Χίου, ήταν πλανόδιος έμπορος στα χωριά της Χίου, έπλεκε μάλλινες φανέλες σε πλεκτομηχανές και τις πωλούσε στα χωριά, ενώ διατηρούσε μαζί με τη γυναίκα του και μπακάλικο. Για τις ποικίλες δραστηριότητές του ο ίδιος αναφέρει:

Ο πατέρας μου, μου έλεγε ότι: ‘Είναι καλή δουλειά, αλλά μην πεις ότι τώρα έμαθα κλαρίνο και θα κάτσω στο καφενείο να φυλάξω να μου ξαναπούνε να πάω σε άλλη δουλειά. Θα πεινάσεις και θα με βλαστημάς’. (Έπρεπε) να κάνεις και μια άλλη δουλειά. Να μάθεις το όργανό σου και την άλλη μέρα να κάνεις και κάτι άλλο. Γιατί το έχουνε κάνει πολλοί, δηλαδή (λένε) ‘Είμαι μουσικός και δεν πάω να κάνω την άλφα ή την βήτα δουλειά’ - και κάθονται στα καφενεία. Και μου υπόδειξε ορισμένους ανθρώπους και τους είδα ότι πράγματι αυτοί οι ανθρώποι δυστυχούσαν. Και το έβαλα σκουλαρίκι αυτή τη λέξη και έτσι ’γω ασχολήθηκα με διάφορες δουλειές. Εγώ γεννήθηκα μέσα σε μπακάλικο και μετά δούλεψα στο μαγειρείο και μετά έκανα τον πράτη (μεταπράτη) στα χωριά με μουλάρι και λοιπά. Αγοράζεις ό,τι πουλεί ο παραγωγός, αμύγδαλα […]. Όχι, πολεμούσα και άλλες δουλειές. Έκανα και μπακάλικο και είχα και πλεκτομηχανές... […] Το 1934 μας άνοιξε (μαζί με τον αδερφό του) στη Χώρα μαγειρειό. Και κείνο μας εβοήθησε, διότι εφύγαμεν από μέσα από το χωριό - από μέσα απ’ τα χωράφια, από μέσα από τις ταλαιπωρίες - και μέσα εκεί είχαμε το χουζούρι ας πούμε […]. (Έλεγαν οι πελάτες) ‘Πάμε στου Σκουφάρα το μαγειρείο’. Ήταν εκεί στα κρεοπωλεία... Το είχαμε από το πρωί μέχρι την νύχτα (ανοιχτό), αλλά μετά - το 1938 - το πουλήσαμε στον Παντελή τον ... Τέσσερα χρόνια το είχαμε. Αλλά στεναχωρούμασταν, εμείς είμαστε παιδιά και θέλαμε λιγάκι βόλτα, τέλος πάντων, από τα όργανα κερδίζαμε. Από το μαγερειό δεν κερδίζαμε. Δεν εβγάζαμε από το μαγειρειό λεφτά. Μάλιστα, βγάζαμε από το ταμείο και πληρώναμε τους χασάπηδες και τα λοιπά…

[…] Και αφού παντρεύτηκα, λίγο, λίγο… Αυτό το σπίτι που μού ’δωκε ο πεθερός μου, στο Θολοποτάμι, είναι τρεις όροφοι. Το κάτω είναι μπακάλικο. Είχε και μια παλιοζυγαριά εκεί πέρα και…. Λίγο - λίγο εκεί πέρα τη μια το έχανε… Την μια μέρα πατάτες, την άλλη μέρα μακαρόνια, την τρίτη μέρα… Το έκανα το μαγαζί μπακάλικο. Και όχι από το μανάβικο να ψωνίσω να γεμίσω το μαγαζί. Δεν υπήρχαν και…, λίγο - λίγο το έφτιαξα το μαγαζί. Ε, δούλεψα μέχρι το ’54. Όχι (με τον πεθερό μου), δικό μου ήταν το μαγαζί. Η κυρά μου ήταν στο αυτό, εγώ γύριζα τα χωριά με τον γάιδαρο και όπου ήταν γάμος, το κλαρίνο… Ήταν εκείνη εκεί (στο μπακάλικο). Βέβαια (συνέχισα να δουλεύω ως ‘πράτης’), δε σταματούσα. Αφού και όταν πήγαινα να παίξω στα χωριά και ήταν για δυο μέρες, το μουλάρι ήθελε ένα σωρό καρπό. Και είχα ένα μουλάρι, το πρώτο μουλάρι της Χίου ήταν […]. Αλλά μετά συν τω χρόνω, βγήκαν και τα αυτοκίνητα και βρίσκαμε να πάμε με τα αυτοκίνητα. Τα μουλάρια δεν χρειαζόταν να τα πάρουμε. Αλλά πριν που δεν ήταν αυτό, επήγαινα ας πούμε στο Πυργί ή στους Ολύμπους για να παίξω και ήπαιρνα και στο μουλάρι τους τενεκέδες μου, τα τσουβάλια μου και όλα αυτά και πήγαινα για να αγοράσω κιόλας και τα εμπορεύματά μου - να αγοράσω λάδι και ό,τι άλλο πουλούσαν - και να παίξω και στο παναγύρι. Και την άλλη μέρα να το φορτώσω στο μουλάρι και να τα πάρω να φύγω...

[…] Επήγα να κάνω, να αγοράσω μια μηχανή που έκανε το πακέτο το αλάτι. "Άλας" έγραφε απ’ έξω... Μηχανή που άλεσε το αλάτι και μετά το έκανες πακέτα. Επειδής ήμουν πολύ γνωστός στα χωριά και τα μπακάλικά τους ήταν και μεγάλα, θα είχα πελατεία σίγουρα. Το αλάτι… ε, είχε κάποιος μονοπώλιο εδώ πέρα, αλλά δεν την ήκανα αυτή τη δουλειά, γιατί πήγα να το αγοράσω και δεν το έκανα και δεν πήγε μπροστά η δουλειά. Μετά αγόρασα μια μηχανή, που έπλεκε μάλλινες φανέλες. Βρίσκω και μια καλτσομηχανή που την είχε παρατήσει κάποιος από κάποιο χωριό, και αρχινούμε το λοιπόν. […] Έχω μια κόρη στην Αμερική, και έκανε πρωί - πρωί τις κάλτσες και της έλεγα: "Το βλέπεις αυτό που ήβγαλες;" - γιατί έρχονταν πρωί ο ψωμάς και το έφερνε (το ψωμί) και της έλεγα: "Το ψωμί τώρα το έβγαλες". Το έβλεπε το παιδάκι και έκανε χαρές κι ήβγαζε παραπάνω δουλειά. Μετά έφυγε ο αδερφός μου στην Αμερική, πήρα και ’γω τη μηχανή του - είχε μια μηχανή ο αδερφός μου και την έκανε αυτή τη δουλειά, εκείνος ο αδερφός μου που έπαιζε το σαντούρι... […] Και ήμουνα τώρα τελευταίως και γεωργός. Έχω βάλει πολλά δέντρα. Έχω βάλει πολλά δέντρα, λιόδεντρα, αμυγδαλιές…


Για την ενίσχυση των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων και τη διευκόλυνση της εργασίας του ο Αλέκος Σκουφάρας κατασκεύασε ακόμα και αυτοσχέδιες μηχανές όπως μια μηχανή για τον καθαρισμό των αμυγδάλων:

Μ’ αρέσει να παιδεύω και το μυαλό μου και να δημιουργώ και κάτι... Έφτιαξα μιαν αμυγδαλοσπαστική μηχανή. Έτυχε κι εγώ να πάρω κάποια μύγδαλα μιανού - βέβαια δεν ήταν αυτή η δουλειά μου, είχαμε τις ραπτομηχανές εδώ κάτω στο άλλο σπίτι που είχα χτίσει - και λέω τούτα εδώ, λέω ‘να τα σπάσουμε ρε Μαρία’. (Στην αρχή) τα σπάσαμε με το χέρι. Εκείνα, εκείνα που ’γόρασα σαν πράτης, για να τα μεταπουλήσω - πως είναι χοντροτσόφλα, πως είναι - μου συμφέρει να τα σπάσω να τα πουλήσω. Μετά το λοιπόν, σκέφτηκα ότι πρέπει να κάνω, τί πρέπει να κάνω για να σπουν τα μύγδαλα; Ήβαλα νομίζω κάτι σχέδια, να ρίχνεις ένα πράγμα να πηγαίνει όξω - μια πλάκα, όπως είναι η κούνια και να ’χει αμύγδαλα απάνω και να πηγαίνει να τα φέρνει - και από κάτω να ’ναι κοσκινίστριες. Ξεκινώ και σκέβομαι (σκέπτομαι) και σκέβομαι και παίρνω και το φτιάχνω. Μετά σηκωθήκαμε, φύγαμε για την Αμερική, τα παρατήσαμε εδώ πέρα τσ’ έμεινε... […] Το λέγω τώρα γιατί μ’ αρέσει να κάνω σπαζοκεφαλιές σ’ ό,τι κι αν... Στην Αμερική που πήγα είχα το αυτό να παρακολουθώ, ας πούμε, τι κάνουν οι άνθρωποι εδώ πέρα. Πολλά πράγματα είδα απ’ τους Αμερικάνους. Κάποιος σου λέει γίνεται η δουλειά αυτή (αλλά), δεν μπορείς να την κάνεις πιο καλή; Την κάνεις πιο καλή. Δεν μπορείς να την κάνεις ακόμα πιο καλή; Δεν μπορείς να βάλεις ακόμα παραπάνω πράμα, να πάει μέχρι το τέρμα, ως εκεί που μπορείς; Κατάλαβες; Ναι εγώ μ’ αρέσουν, ας πούμε, αυτά τα πράματα.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Ο Αλέκος Σκουφάρας γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Θολοποτάμι της Χίου. Το 1931 ο πατέρας του άνοιξε μπακάλικο στη Χώρα της Χίου και πήρε κοντά του και το γιο του Αλέκο.

Το 1966 μετανάστευσε με την οικογένειά του στην Αμερική, όπου είχε ήδη εγκατασταθεί η κόρη του Μαρία. Παλιννόστησε στη Χίο στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μετά από διαμονή 14 ετών στην Αστόρια της Αμερικής:

Μαζί με την γυναίκα, τα παιδιά πήγαμεν εκεί πέρα. Είχα παντρεμένη την κόρη μου. Είχα παντρεμένη τη μεγάλη μου κόρη, το 1965. Το λοιπόν είπαμε μια φορά να πλερώσουμε τα ναύλα να πάμ’ να τη δούμε. Εν τω μεταξύ ένας συνάδερφός μου μας έκανε πρόσκληση. Δώσαμε και την πρόσκληση στο 1965, στο 1966. Λέμε: ‘Δεν πάμε τώρα, αφού θα πάμε να τη δούμε (την κόρη) κι αν μας αρέσει να καθίζουμε;’ […]. Στην Αστόρια σ’ ένα σπίτι. Σ’ ένα σπίτι και τ’ αγόρασα κιόλας και το ’χω κιόλας. Κι αγόρασα κι ένα δίπλα μου. Το 1980-1981, στο 1980 φύγαμε. Εκεί έμενα από το 1966, ήμουν και μάγειρας. Είχα δουλειά μέχρι την Παρασκευή (ως μάγειρας) και Σάββατο - Κυριακή κλαρίνο. Έμπλεξα εκεί στο κέντρο που ’μπλεξα, παίζαμε κι ο γιος μου, κάναμε καλά λεφτά. Με τον Κώστα. Παίζαν ντραμς. Ηπερνα καμιά εικοσ’πενταριά δολάρια τη βραδιά. Εικοσ’πέντε δολάρια - είχεν δέκα δολάρια η λίρα, τρία κατοστάρικα είχεν η λίρα, τριάντα, τριανταδύο είχε το δολάριο […]. Τις είχα τις πλεκτομηχανές, τις είχα. Τ’ αφήσαμε (στη Χίο). Τις εκράτησα, γιατί αν δεν μ’ άρεζε, (έλεγα ότι) θα γυρίσω πίσω να τις ξαναδημιουργήσω. Ύστερι πήραμε άλλα μηχανήματα. Σε καλή (κατάσταση), ακριβά, που δουλεύανε με τα κουμπιά. Τα πήραμε τον καιρό που μου ’πεν ο γιος μου ότι θα γυρίσει πίσω...

Σήμερα κατοικεί στη Χώρα της Χίου.