|
Σπαχής Θρασύβουλος | Σάμος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Πυθαγόρειο, Σάμος
• Χρόνος γέννησης

1927
• Ιδιότητα

Ο Θρασύβουλος Σπαχής ήταν πρακτικός οργανοπαίχτης, έπαιζε επαγγελματικά μπουζούκι και παρέδιδε μαθήματα στο όργανο αυτό. Σε νεαρή ηλικία έπαιζε φυσαρμόνικα.

• Γονείς

Ο πατέρας του ονομαζόταν Χρήστος και η μητέρα του Μαρία και κατάγονταν από τη Μικρά Ασία. Ήρθαν ως πρόσφυγες στη Σάμο το 1922 κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή:

Ο μπαμπάς μου είναι Μικρασιάτης κι η μάνα μ’ είναι Μικρασιάτισσα. Κι ο παππούς μου κι η γιαγιά μου είναι μικρασιάτες. Και τα παιδιά γεννηθήκανε σχεδόν όλα εκεί, ο προτελευταίος αδελφός μου πέθανε πέρσυ. Τον έφερε η μάνα μου μες στα πανιά. Το ’22 γίνηκε η οπισθοχώρηση, φύγανε από κει, κι ο αδελφός μου αυτός που σου λέω ήταν δηλαδή ούτε ένα χρονώ.

Ο Θρασύβουλος Σπαχής διηγείται αναλυτικά την ιστορία της οικογένειάς του:

Από εδώ, απέναντι (καταγόμαστε), απ’ αυτό το βουνό που βλέπεις εδώ φάτσα. Ένα βουνό ήταν.. Εδώ που είναι αυτό, τα «Μήλα» που λένε. Φάτσα σου ας πούμε, φαίνεται. Απ’ το μέσα μέρος, είναι ένα χωριό που λέγονταν «Ντομάτια». Είναι εκεί πολλά ελληνικά χωριά παλιά, που κατοικούνταν. Είναι «Γέροντας», είναι τα «Ντομάτια», είναι... πάρα πολλά χωριά. Αυτά όλα κατοικούνταν τα παράλια αυτά όλα πάνω, μέχρι απάνω. Και αυτή η Κωνσταντινούπολη ήτανε… και στο βάθος μέσα, ελληνικά! Και τότε το είκοσι δυο γίνηκε ο πόλεμος τότε και φύγανε και… Τα πάθανε εξαιτίας του Λιβάνου τότε. Αυτοί εκεί. Τα εγκαταλείψαν όλα και φύγανε... [...] Εε, είχανε προβλήματα. Ναι. Είχανε προβλήματα.. Δεν ξέρω. Απ’ ότι είχα ακούσει δηλαδή, ήτανε άνθρωποι οι οποίοι, ήταν όλοι καλοί άνθρωποι (οι πρόσφυγες). Αυτά εδώ τα σπιτάκια που βλέπεις, το βλέπεις αυτό εδώ το σπιτάκι; Προσφυγικά. Τα κάνανε, ήτανε όλα τα ίδια, με διαδρόμ’, ένας, ένας αυτός, δύο εκεί, τρεις δρόμ’, τέσσερις. Χωριστά. Όπως είναι αυτό εδώ δίπλα. Ήτανε γραφικό. Και τσις κάνανε αυτά τα σπίτια και κάτσανε. [...] Ωωω, ο παππούς μου έχει μεγάλη περιουσία εκεί απέναντι. Κι ο μπαμπάς μου επίσης. Κτηματική περιουσία και είχε και ζώα πάρα πολλά, στάρια, τυριά, και το γάλα, θυμάμαι τον μπαμπά μου που έλεγε μια, μιανής χρονιάς το γάλα, λέει, να ’χα έφτανε […] Και περνούσανε, περνούσανε από δω... το Πυθαγόρειο και πάεναν (πήγαιναν) και πάεναν στον παππού μου, ψωνίζαν πολλά και διάφορα. Κρέατα, καϊμάκια, βούτυρα. Δηλαδή κόσμος πολύς έφευγε από δω και πάενε και δούλευε εκεί. Στο θέρος προπάντων. Έσπερνε πολλά χωράφια. Οι γονείς μου ήταν εκεί τότε. [...] (Μετά το 1922) Ο μπαμπάς μου είχε πάει και πήε στην αυτήν, γιατί είχε πάνω αδέλφια. Στη Μακεδονία. Γι’ αυτό πήα και γω. Είχε τρία αδέλφια. Ήτανε ένας αδελφός του εδώ (στη Σάμο) και τρεις επάνω (στη Μακεδονία)...

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Θρασύβουλος Σπαχής είχε 6 αδέρφια, 4 αγόρια και 2 κορίτσια. Ο ίδιος δεν είναι παντρεμένος. Για τα αδέρφια του αναφέρει:

Ήμαστανε τέσσερα, πέντε αγόρια. Κι εμένανε. Ήμασταν πέντε αγόρια, εγώ, ο Κώστας, ο Χαράλαμπος κι ο Γρηγόρ’ς. Κι ένα άλλο μικρό. Ο Βαγγέλης. Το οποίο πέθανε στην Μ. Ασία. Αδελφή μου η Αλκινόη. Η Αλκινόη ήταν η πιο μεγάλη, κι ένα παιδάκι μετά από μένα κοριτσάκι, που ’χε το όνομα Καλλιόπη. Εγώ απ’ τ’ αγόρια είμαι ο προτελευταίος. Όταν σκοτώθηκε ο αδελφός του, του μπαμπά μου, ναι (ο Θράσος), είχα πιαστεί εγώ. Κι αφού βγήκα εγώ αγόρι, βάφτισε, έβγανε ο αδελφός, θα έβγανε εμένα, Βασίλη. Δεν είμαι Θράσος, είμαι Θρασύβουλος. Αλλά εδώ με φωνάζουνε Θράσο [...] Εε, ήμασταν τέσσερα αδέλφια, οι τρεις ήμασταν φουρνάρηδες κι ο ένας ήταν ταξιτζής. Ο καθένας (είχε) τον δικό του φούρνο.

Το μοναδικό μέλος της οικογένειάς του που είχε σχέση με τη μουσική ήταν ένας αδελφός του πατέρα του, ο Κώστας, που όταν ήρθε από τη Μικρά Ασία εγκαταστάθηκε στο χωριό Μυτιληνιοί της Σάμου:

Ένας μπάρμπας μ’. Μαντολίνο. Απ’ τον μπαμπά μας. Απ’ τον παππού μου ας πούμε, τα παιδιά. Ήταν εκεί στους Μυτιληνιούς, αυτός έπαιζε μαντολίνο. Εγώ δεν τον ήξερα γιατί ήταν π(α)λιά. Εγώ γεννήθηκα το 1927 κι αυτός ήταν με οικογένεια, με παιδιά, με αυτά… Κώστα (τον λέγανε). Εγώ τους γνώρισα δω όταν γεννήθηκα πια. Μικρασιάτες ήταν. Εγώ γεννήθηκα αλλού. Τα υπόλοιπα, ήμασταν πέντε ξαδέλφια. Δυο αδελφάδες και πέντε αδέλφια....

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ο Θρασύβουλος Σπαχής ήταν αρτοποιός, και από αυτό το επάγγελμα συνταξιοδοτήθηκε. Ξεκίνησε να εργάζεται σε ένα φούρνο, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν ζούσε στο χωριό «Άγιος Αθανάσιος» στην Μακεδονία, όπου πήγε για να γνωρίσει κάποιους συγγενείς από την πλευρά του πατέρα του που ήταν εγκατεστημένοι εκεί. Συνέχισε το ίδιο επάγγελμα και όταν επέστρεψε στην Σάμο:

Πήγα να γνωρίσω τις δικοί μου τότε... Επήα εκεί (στη Μακεδονία), να φύ(γ)ω, θα φύγω αύριο ξέρω ’γω, μου ’τυχε μια δουλειά κάθισα εκεί. Μετά θέλω να φύγω, έτοιμος να φύγω, ξανά μου τυχαίνει μια δουλειά, μετά κάθισα εκεί γύρω στα… παραπάνω από 10 χρόνια. Σε φούρνο, είχα δικό μου φούρνο, ναι. Πή(γ)α σαν υπάλληλος αλλά ύστερα ο άλλος τον άφηκε. Γιατί.. ετοιμαζόμουν να φύω, δεν μπόραγε να βρει φούρναρ’, μου λέει πάρ’ τον εσύ άμα θέλεις να τον δουλέψεις. Και κάθισα, στον Άγιο Αθανάσιο, όξω απ’ τους Φιλίππους. Ένα χωριό. Ε, τότε ξανάπιασα το… (μπουζούκι). Ο φούρνος δεν είχε πολλά, δεν είχε πολλά αυτά, λεφτά. Γιατί, άλλη δουλειά ο φούρνος, άλλο το όργανο. Ήτανε διατιμημένο το ψωμί, ήτανε, πρέπει να ’ταν σωστό, γιατί ε, δικαιούσαι αυτό το ψωμί, το παίρνεις και λέει είναι ένα κιλό, πρέπει να ’ταν ένα κιλό. Τότε ήταν οκάδες δηλαδή. Και άμα δεν ήτανε κιλό, γιατί όταν βγει το ψωμί απ’ τον φούρνο είναι μια οκά - οκάδες τότε - αλλά επειδής έμενε το ψωμί καμιά ώρα, υπήρχε κάποια φθορά. Ήσουνα υποχρεωμένος να το βάνεις στη ζυγαριά κι αν δεν ήταν και δεν είχε τα σωστά αυτά, έκοβες το υπόλοιπο ψωμί κι έβαζ’ς… Μια φέτα ήθελε εκεί και.. αυτός ήταν υποχρεωμένος να το δώκεις. [...] Δεν είχα τον καιρό να παίξω. Γιατί η δουλειά μ’ ήταν μια ζωή ξενύχτι. Και η δουλειά τς συνταυτίζανε, το όργανο με το ξενύχτι το οποίο κάμανε τα όργανα που παίζανε. Και δεν μπόρεγα εγώ να κάνω όλη την ώρα δουλειές. Ή τον φούρνο έπρεπε ν’ αφήκω, ή το μπουζούκι να πιάσω. Κι έλεγα εγώ τώρα, ν’ αφήκω την δουλειά μου τώρα να πάω να παίζω... Ο φούρνος ήταν καθημερινή δουλειά. Χειμώνα καλόκαιρο. Όλες τις μέρες που ’χε ο χρόνος τον δούλευες κι έπαιρνες κάτι απ’ το μεροκάματο. Ενώ αυτό (η μουσική) δεν είχε τότε (καθημερινή απασχόληση). [...] Εγώ δούλεψα στην Μακεδονία, καμιά δεκαριά χρόνια, απολυόμουν από φαντάρος, και μετά ήρθα εδώ, και συνέχισα πάλι στο ίδιο επάγγελμα.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Ο Θρασύβουλος Σπαχής γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σάμο. Μετά τη στρατιωτική του θητεία, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, πήγε να επισκεφτεί τους αδερφούς του πατέρα του στη Μακεδονία και τελικά εγκαταστάθηκε εκεί, στο χωριό Άγιος Αθανάσιος, όπου εργάστηκε σε φούρνο.

Μετά από παραμονή δέκα ετών στη Μακεδονία, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ή στις αρχές του 1960 ο Θρασύβουλος Σπαχής επέστρεψε στη Σάμο και άνοιξε δικό του φούρνο, ενώ παράλληλα έπαιζε μπουζούκι σε διασκεδάσεις, σε καφενεία και σε νυχτερινά κέντρα.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Θρασύβουλος Σπαχής αναφέρεται στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και στη μετέπειτα πορεία του:

Απ’ την απελευθέρωση κι ύστερα θυμάμαι, εγώ τότε ήμουνα πόσο, στα 16 χρονών. Γιατί με τον πόλεμο από δω φύγαμε και πήγαμε τότε κάτω στη Μέση Ανατολή εδώ στην Γάζα. Ήταν οι Γερμανοί τότε. Ήταν οι Ιταλοί πρώτα εδώ και μετά φύγανε.. Μετά ήρθαν οι Γερμανοί εδώ, ακούγαμε ότι σκοτώνανε οι Γερμανοί, μπήκαμε στα καΐκια και μας πή(γ)ανε εδώ απέναντι που λέμε, μας πήγαν στο «Ξάντα», απ’ το «Ξάντα» στα τρένα και μας πήγαν κάτω. Πολύς κόσμος! Και μετά απ’ την απελευθέρωση, το 1945 τέλειωσε ο πόλεμος. Αρχάς ’45, τέτοια εποχή πρέπει.. ήρθαμε τότε, κάτσαμε γύρω στα τρία χρόνια εδώ.. Οι καλύτεροι οι οποίοι παίζαν τότες αα, επαγγελματικά ήταν αυτοί π’ σου λέω, αυτοί οι «Καλτάκηδες». Δεν είχανε μπουζούκ’. Είχανε κιθάρα, βιολιά, εε, κάτι, πως τις λέγανε, κάτι όργανα, τρομπέτες! Ήτανε πολύ καλό συγκρότημα, το καλύτερο που είχε. […] Το ’χα το μπουζούκι απ’ το ’47 αλλά ντρεπόμουνα να το παίξω. Άμα το βάσταγες και περπάταγες ίσως να ’χανες την αξία σου σα παιδάκι. Αλλά δεν το ’χα πετάξει, δηλαδή γι’ αυτούς, το ’χα κρατήσει...

Αναφέρεται στις πρώτες εμφανίσεις του μπουζουκιού στα μουσικά σχήματα, καθώς και στις απαγορευτικές διατάξεις που επέβαλε στο όργανο αυτό και στο ρεπερτόριο των ρεμπέτικων η δικτατορία του Μεταξά (1936-1940):

Εγώ τουλάχιστον το θυμάμαι το, μετά τον πόλεμο, το 1945 κι ύστερα. Το μπουζούκ’ απ’ πριν το 1945 και τα ρεμπέτικα είχανε μπουζούκι. Αυτά ήρθανε απ’ την Σμύρνη. Όλα. Αλλά τελειοποιήθηκε εδώ. Αυτό το… ήτανε λίγο πιο, πιο αυγοειδές… Τζουράδις! Το μόνο που βγάνανε εδώ ήταν ο μπαγλαμάς, όταν απαγορεύτηκε κι αυτός. Όταν απαγορέψανε τα μπουζούκια να παίζουν, επί Μεταξά (1936-40). Ο μπαγλαμάς ήταν πιο μικρό (όργανο) και το φοράγανε. Ήτανε πιο μικρό και δεν αφήνανε να παίξουν, το ’βαζε στο σακάκι μέσα. Πάενε σ’ ένα μαγαζί, έβλεπε τέσσερι - πέντε, δέκα ανθρώποι παρέα, καθότανε κι εκείνοι κι έπαιζε κάνα τραγουδάκι να δώκουνε κάνα, να βγάνει μεροκάματο, να πάρει τα τσιγάρα του, να πάρει… […] Ο Μεταξάς ήτανε, τότε. Το 1940, που κηρύχτηκε ο πόλεμος, ήταν στα πράγματα αυτός επάνω. Αλλά τ’ απαγόρεψε (το μπουζούκι). Όχι ότι τ’ απαγόρεψε. Σου ’λεγε να μην παίζουνε τραγούδια τα οποία, ξέρω ’γω. Τα θεωρούσαν απ’ την κυβέρνηση. Γι’ αυτό για να βγάν’ς ένα τραγούδι έπρεπε να το, το παίρναν να το διαβάσ’ν, και σου ’λεε αυτό θα το γράψεις και τ’ άλλο δεν θα το γράψεις. Τώρα μην κοιτάζ’ς εντάξει. Τώρα μιλάμε, λέμε, συζητάμε…

Ο Θρασύβουλος Σπαχής υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία το 1949-1952 στη Μακρόνησο και εκεί ξεκίνησε να μαθαίνει μπουζούκι με πρακτική εξάσκηση:

Το ’48 παρουσιάστηκα, το ’49. Κάθισα 34 μήνες φαντάρος. Στη Μακρόνησο ήτανε, το επάγγελμα ήτανε αυτός, φούρναρης, κι εκεί μέσα κάθισα 34 μήνες. Δεν ήταν δύσκολα χρόνια. Ε, όχι τότε δεν ήταν. Μέχρι το ’48, ’49 ήταν δύσκολα. Από κει κι ύστερα δεν ήταν. Μας είχαν πρώτα χωροφυλάκοι και μετά μας πήρε ο στρατός. Οι οποίοι… Εγώ τουλάχιστο και πέρασα και καλά, και πέρασα κι άσχημα. Σα φαντάρος εννοώ. [...] Είχε ένα μπουζούκι ένας συνάδελφός μου, ένας Σαλονικιός κι άμα ανέβηκε από μέσα, απ’ τις φούρνοι κι αυτός δούλευε. Μου το δώρισε. Λέει πάρ’ το Θράσο αυτό και να με θυμάσαι. Ήμασταν πολύ καιρό μέσα. Μαζί, έκανε κι αυτός τόσο σε μήνες μέσα. Είχε εκεί μες στο στρατό είχε κάτι παιδιά, Πειραιώτες, Σαλονικιοί, Αθηναίοι, φανταράκια, αλλά παίζανε καλά. Κι έρχντανε ένας απ’ την Θήβα. Ήταν ένα παιδί κι αυτός, κι είχε πάρει ένα μπουζούκι τότε, απλό, όχι ακριβό, κι έρχ’τανε ένας φαντάρος και του ’δειχνε. Μες στον ίδιο θάλαμο εγώ λοιπόν, δίπλα από αυτόνανε, τα κρεβάτια ήτανε κοντά, κι έβλεπα εκεί... [...] Ε μετά απολύθηκα… Απολύθηκα, πήρα το απολυτήρι(ο) μ’, μου ’κάναν μια απόσπαση στην Λάρισα. Ήθελα 15 μέρες να απολυθώ, φεύγοντας απ’ τη Λάρισα, κατεβαίνω στην Αθήνα, το φύλλο μ’ πορείας.. Ήθελα να πάω στην Μακεδονία να γνωρίσω το σόι μ’, το οποίο ήταν, είχα πολύ σόι της μάνας μ’ εκεί και του μπαμπά μ’. Και δεν τους ήξερα αυτουνούς. Μ’ είχε υποχρεώσει μια πρώτη μου εξαδέλφη να πάω να τους δω. Εγώ τότε σα φαντάρος δεν είχα λεφτά. Που να τα βρω; Ε μα, τι παίρναμε τότε. Κι υποχρεώθηκα και κατέβηκα στην Αθήνα, και τη ζήτησα από κει, απ’ τη στρατολογία της Λαρίσης. Κι ήτανε κι ένας αξιωματικός από δω απ’ τη Σάμο, ένα καλό παιδί, και δεν μου ’κανε τη χάρη. Μου λέει το φύλλο της πορείας λέει για τη Σάμο, δεν μπορώ να δώκω... Μα θα πάω με δικά μου έξοδα λέω. Μου λέει όχι. Δεν μπορώ να σου κάνω... Κι αναγκάστηκα και κατέβηκα στην Αθήνα, είχα μια ξαδέλφη πρώτη εκεί, κι αυτή με χαρτζιλίκωνε τότε φαντάρο, μου ’χε πει και ’κείνη, να πας τώρα, είναι κοντά εκεί, να πας να γνωρίσεις το σόι σου, κι άμα σ’ αρέσει κάτσε, άμα δεν σ’ αρέσει γύρνα πίσω. Και πήγα εκεί και μου ’δωκε τα εισιτήρια αυτή, και πάω πάνω!

Τελικά ο Θρασύβουλος Σπαχής γνώρισε τους συγγενείς του πατέρα του που ήταν εγκατεστημένοι στη Μακεδονία, και αφού βρήκε δουλειά σε ένα φούρνο, αποφάσισε να μείνει εκεί για ένα διάστημα. Όταν ήταν στη Μακεδονία, ένας φίλος του που έπαιζε ακορντεόν τον παρότρυνε να μεταναστεύσει μαζί του στη Γερμανία για να παίζει μουσική σε ένα ελληνικό κέντρο:

Θέλησα τότε να πάω στην Γερμανία που είχα ένα φίλο που έπαιζα ακορντεόν μαζί. Τον έχω ξεχάσει τον άνθρωπο. Χρόνια... Παίζαμε μαζί μ’ αυτόν. Σε μαγαζί (στη Μακεδονία). Και πή(γ)ε αυτός στην Γερμανία, τότε γινόνταν η μετανάστευση κι έφυγε πολύς κόσμος από πάνω. Άδειασε η Μακεδονία σχεδόν. Κι αυτός με την μεταφορά που γινόταν με το πούλμαν ήταν ένας ανιψιός μιανής δασκάλας πρώτης μου εξαδέλφης μου. Κι ήρθε και με βρήκε, και του ’χε πει αυτός ο κύριος που έπαιζε το ακορντεόν, άντε βρες τον Θράσο και πες του να ’ρθει εδώ, το μαγαζί είναι εδώ και θα τόνε βγάνεις απ’ όξω απ’ το μαγαζί και θα κάτσουμε εδώ να παίζουμε. Θα με πάενε το πούλμαν μες στην Γερμανία, θα με πάενε αυτός ακριβώς στο μαγαζί να μ’ αφήκει. Και θα μ’ έπαιρνε ο φίλος μου, αυτός που έπαιζε. Εντέλει εγώ δεν μπόρεγα να πάω γιατί θ’ άφηνα τον φούρνο με λίγα λόγια. Και θέλησα τότε να μου στείλουν ένα χαρτί από δω (απ’ την Σάμο) απ’ την κοινότητα, ένα πιστοποιητικό ήθελα, δεν ήθελα τίποτ’ άλλο, και δεν μου το βγάνανε από δω. Ούτε τ’ αδέλφια μου, ούτε η αδελφή μου. Κι υποχρεωτικά δεν πήγα. Γιατί δεν θέλανε να φύγω, ήμουνα πολύ τραβηγμένος. Σου λέει τι; Εμείς σε περιμέναμε να ’ρθεις εδώ κι εσύ ακόμα θα πας απάνω στην Γερμανία! (Τότε) Απολυόμουνα σα φαντάρος. Ήμουνα γύρω στα 25 (το 1953).

Στη Μακεδονία έμεινε περίπου δέκα χρόνια εργαζόμενος σε φούρνο ως αρτοποιός. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ή στις αρχές του 1960 επέστρεψε στη Σάμο όπου άνοιξε δικό του φούρνο, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε και επαγγελματικά με το μπουζούκι.