|
Μοσχονάς Νίκος | Σάμος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Μυτιληνιοί, Σάμος
• Χρόνος γέννησης

1922
• Ιδιότητα

Ερασιτέχνης μουσικός με λίγες θεωρητικές γνώσεις, παίζει ακορντεόν, κιθάρα, μαντολίνο και ντραμς.

• Γονείς

Οι γονείς του Ν. Μοσχονά, ο Τηλέμαχος και η Αθηνά Μοσχονά, δεν είχαν ασχοληθεί με τη μουσική. Ο πατέρας του ήταν κουρέας και το μαγαζί που διατηρούσε, το ανέλαβε στη συνέχεια ο ίδιος. Για τα αδέρφια του ανέφερε:

Είχα μια αδερφή, η οποία ζει ακόμη. Κι ένας που πήγε στην Αμερική και είναι μακαρίτης.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Νίκος Μοσχονάς παντρεύτηκε με την σύζυγό του, Φωτεινή, το 1947 και απέκτησαν δύο κόρες, την Αθηνά και την Κατερίνα, οι οποίες διαμένουν εκτός Σάμου:

Το ’47 παντρεύτηκα, είκοσι τεσσάρων χρονών. Η γυναίκα μου [είναι] από ’δω, από τη Σάμο, Φωτεινή [τη λένε]. Μικρή ήτανε, κοριτσάκι [όταν παντρευτήκαμε]. Είναι από ένα σόι, πώς να σας το πω τώρα; Είναι από το μέρος της Οδησσού. Καταγόταν απ’ την Κεφαλονιά, έμποροι στην Οδησσό ήταν αυτοί.

Από το ευρύτερο συγγενικό περιβάλλον, με τη μουσική ασχολήθηκε ο ξάδερφός του, Οδυσσέας Μοσχονάς:

Και είχα κι έναν εξάδελφο, ο οποίος ήτανε γνωστός πανελλήνια. Τον Οδυσσέα τον Μοσχονά. Καλός, ρεμπέτης.

Επίσης, μουσική μαθαίνει και ο εγγονός του, Νίκος:

Πολύ καλός κιθαρίστας ο εγγονός μου ο Νίκος, ο οποίος έβγαλε το Πολυτεχνείο κάτω στην Αθήνα. Ε, πήγαινε σε σχολή, χρόνια. Ήταν πολύ καλός κιθαρίστας. Πολύ καλός. Εκτελούσε κομμάτια δύσκολα. Κλασσικά. Αυτός ασχολήθηκε […]. Δεν τον έδειξα. Μονάχα κάτι κουπανιαμέντα στην κιθάρα. Λέει: ‘Παππού δείξε μου κάτι κουπανιαμέντα’, για να τραγουδάει.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ο Νίκος Μοσχονάς διατηρούσε κουρείο μέχρι το 1987 που συνταξιοδοτήθηκε. Όπως ο ίδιος αναφέρει, ακολούθησε την τέχνη του πατέρα του, αμέσως μετά την αποφοίτηση του:

Το βασικό μου επάγγελμα ήταν το κουρείο. Βέβαια, είχα κουρείο δικό μου κι ήταν το βασικό επάγγελμα […]. Ήτανε παραδοσιακό. Απ’ τον πατέρα μου. Δηλαδή, μόλις έβγαλα το σχολείο, το Γυμνάσιο, μπήκα στο κουρείο και δούλευα μέχρι που έφυγε ο πατέρας. Και το κρατούσα εγώ πάντοτε. Ήτανε απ’ τα παλιά, απ’ το 1912 […]. Το είχα μέχρι τέλος. Το ’87 συνταξιοδοτήθηκα.

Παράλληλα, ασχολούνταν με τη φωτογραφία και τις επιγραφές, σε κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους του κουρείο του. Για τους λόγους πολυαπασχόλησής του αναφέρει:

Λόγω όμως ότι τα πράματα ήτανε δύσκολα - τότε δεν μπορούσες να ζήσεις με ένα επάγγελμα - έκανα και τον μουσικό, έκανα και τον επιγραφοποιό, έκανα και τον φωτογράφο […].Ήμουνα λιγάκι ανήσυχο μυαλό. Όταν βγήκε ένας νόμος να κάνουμε τις πλαστικές ταυτότητες - αυτές που έχουμε τώρα - έπρεπε ο κάθε άνθρωπος να βγάλει τέσσερις φωτογραφίες. Σκέφτηκα εγώ ότι έχει ψωμί η υπόθεση. Πήγα σ’ ένα φίλο μου, μου ’μαθε να εμφανίζω τα φιλμ και να τα τυπώνω [και] πήρα τα σχετικά μηχανήματα - τα ’χω ακόμη κάτω - και φωτογράφισα όλη αυτή την περιοχή - Μυτιλήνιοί, Μαυρουδαίοι, Χώρα - στις ταυτότητες. Και εν συνεχεία πήγαινα κάτω στην παραλία και φωτογράφιζα […]. [Αυτά γινότανε μέσα] …. στο κουρείο. Το είχα χωρίσει. Είχα κάνει σκοτεινό θάλαμο μέσα. Λοιπόν, έκανα μεγεθύνσεις, φωτογραφήσεις, τέτοια πράματα. Αυτά ως προς τη φωτογραφία. Παράλληλα, έκανα κι επιγραφές στα καταστήματα […]. Τη φωτογραφία την παράτησα επαγγελματικά όταν έφυγα το ’64 για τη Γερμανία.

Τα τελευταία χρόνια, ο Νίκος Μοσχονάς ασχολείται και με τη ζωγραφική. Οι καλλιτεχνικές του δραστηριότητες γίνονται σε βοηθητικό χώρο του σπιτιού του. Ο ίδιος περιγράφει:

Εγώ, τώρα, ζωγραφίζω. Καμιά φορά με καλούνε, κιόλας, σε κάτι ομαδικές εκθέσεις και πάω. Δεν έχω πρόβλημα εγώ, ούτε να πάω, ούτε να μην πάω. Αν μου πουν πάω, αν δε μου πουν, δεν πάω.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Το 1964, ο Νίκος Μοχονάς μετανάστευσε με τη σύζυγό του, Φωτεινή, στην Γερμανία. Στην Ελλάδα επέστρεψαν έπειτα από 10 χρόνια παραμονής τους στη χώρα. Οι λόγοι που μετανάστευσαν ήταν, κυρίως, οικονομικοί:

Πήγα στη Γερμανία και ήμουνα εργάτης. Δέκα χρόνια [έμεινε]. Γιατί, παρόλα αυτά τα επαγγέλματα που ’κανα, η ζωή ήταν δύσκολη. Τότε οι σπουδές των παιδιών στοιχίζανε. Αγοράζαμε τα βιβλία. Πληρώναμε από ’δω αυτοκίνητο να παν’ τα παιδιά στο Γυμνάσιο. [Πληρώνανε] δίδακτρα, κι άλλα πολλά, τα οποία δεν βγαίνανε με όλες αυτές τις δουλειές που έκανα. Έτσι, λοιπόν, πήγα στη Γερμανία. Δούλεψα [και] σπούδασα τα παιδιά μου […]. Τη γυναίκα μου την πήρα. Έφυγα εγώ τον Μάρτη [και] τη γυναίκα μου την πήρα ύστερα από τρεις - τέσσερις μήνες. Τα παιδιά μου τα είχε ένας αδερφός της γυναίκας μου. Μεγάλα ήταν τότε. Η μεγάλη πήγαινε γυμνάσιο, η άλλη η μικρή δεν είχε πάει ακόμη. Αλλά κάθε καλοκαίρι τα έπαιρνα εκεί και δουλεύανε καμιά βδομάδα - δυο, και βγάζαν χαρτζιλίκι. Τις έπαιρνα κάθε καλοκαίρι εκεί πάνω ή κατέβαινα εγώ κάτω. Ήταν καλά παιδιά. Και οι δυο είναι σε καλή κατάσταση. Η μια έχει οδοντιατρείο και η άλλη ένα καλό, μεγάλο συμβολαιογραφείο […]. Το ’75 γύρισα.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Νίκος Μοσχονάς τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στις ελληνικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής. Στο διάστημα αυτό, συμμετείχε στο κίνημα που επιδίωκε τη μεταφορά Ελλήνων στρατιωτικών στην Ελλάδα, με σκοπό τη συμμετοχή στις επιχειρήσεις των Ε.Α.Μ., ΕΛ.Λ.Α.Σ. Μετά την καταστροφή του κινήματος από τις Αγγλικές δυνάμεις, εγκλωβίστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, μαζί με άλλους Έλληνες, για 20 μήνες. Εκεί, ανάμεσα σε άλλες δραστηριότητες, συμμετείχε σε θεατρικά έργα:

Εγώ έφυγα την παραμονή που καταληφθεί το νησί. Πήγα στην Αίγυπτο. Στην Αίγυπτο φαντάρος έκατσα τέσσερα χρόνια. Εκεί έχω άλλες περιπέτειες […]. Λοιπόν, τότε ήμασταν σε μια αντιφασιστική οργάνωση. Κάποια στιγμή τα ’χαμε βάλει με τους αντιπάλους, βέβαια. Έγιναν δυο κινήματα, επαναστάσεις, στα οποία συμμετείχα. Στο πρώτο μας μαυρώσαν και μας τιμωρήσαν με μια πορεία, μέχρι τον Ιορδάνη ποταμό. Εδώ την Παλαιστίνη που λέμε τώρα. Περπατούσαμε εκατόν πενήντα χιλιόμετρα με τα πόδια. Ήμουνα στην πρώτη ελληνική ταξιαρχία […]. Λοιπόν, κάναμε το δεύτερο κίνημα. Τότε το κάναμε, γιατί θέλαμε να ’ρθουμε στην Ελλάδα, να ενωθούμε με το Ε.Α.Μ. και με τον ΕΛ.Λ.Α.Σ. Αλλά, φυσικά, αυτοί κορόιδα ήτανε να μας πάρουνε; Δεν μας παίρνανε. Και κάναμε ένα κίνημα δυνατό. Με τους […] δεξιούς, ας τους πούμε, έτσι. Αλλά, έπεσε δύναμη Άγγλων και μας κυκλώσανε την ταξιαρχία. Μας αποκλείσανε και […] τους προπαίτιους, μεταξύ των οποίων και μένα, μας χώσανε μέσα στα συρματοπλέγματα. Στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Είκοσι μήνες. Μέσα εκεί – εμπειρία κι αυτή - επειδή ήμασταν όλοι οι άνθρωποι με οργανωτικό πνεύμα και είχαμε και πάρα πολλούς μορφωμένους ανθρώπους, αξιωματικούς περιωπής και έμπειρους ανθρώπους, εκεί μέσα παίζαμε θέατρα. Έπαιζα κι εγώ σ’ ένα θέατρο. Εκεί, κάθε εβδομάδα είχαμε και ψυχαγωγική βραδιά, με όργανα. Δεν έπαιζα εγώ για να με ειλικρινής, αλλά συμμετείχα σε νούμερα θεατρικά, μ’ έναν Γάλλο κωμικό που μ’ είχανε […]. Κι άμα ενικήθηκε εδώ ο ΕΛ.Λ.Α.Σ., το Ε.Α.Μ., μας βάλανε σε κάποια σαπιοκαραβάκια και μας πετάξαν όξω. Κι ήρθαμε εδώ και τα ξαναοργανώσαμε πάλι τα δικά μας.

Εμείς όταν ήρθαμε από τη Μέση Ανατολή, ήμασταν μια παρέα - καμιά τριανταριά σαράντα άτομα με τις αδερφές μας - και κάναμε κάθε Κυριακή ένα γλέντι. Μαζευόμασταν [και] δίναμε από κανένα ταλιράκι και τα μοιράζαμε. Έπαιρνε κρασί ο ένας και …. είχαμε και τα μαντολίνα μας και κάθε Κυριακή χορεύαμε κι ήταν ωραία. Το γλεντούσαμε μέχρι που ξέσπασε ο εμφύλιος και τότε άλλοι πήγαν φυλακή άλλοι … γιατί ήμασταν οι αριστεροί . Και την εξορία μας πήγαμε. Στη Μακρόνησο.