|
Τσαντής Περικλής | Λήμνος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Λιβαδοχώρι, Λήμνος
• Χρόνος γέννησης

1926
• Ιδιότητα

Ο Περικλής Τσαντής έπαιζε επαγγελματικά βιολί. Στα μουσικά δρώμενα της Λήμνου συμμετείχε από το 1946 μέχρι το 1975.

• Γονείς

Ο πατέρας του Περικλή Τσαντή, Αναστάσης Τσαντής [γεννηθείς το 1893], καταγόταν από το χωριό Γραβούνα της Ανατολικής Θράκης:

Ο πατέρας μου ήταν πρόσφυγας από την Ανατολική Θράκη. Περιφέρεια Καλλίπολης […]. Μάλιστα το χωριό τους λεγόταν ‘Γραβούνα’. Και τώρα έχει έξω από τη Χρυσούπολη ένα χωριό και λέγεται ‘Νέα Γραβούνα’. Εκεί ήταν όλοι οι συγγενείς τους, ήταν οι περισσότεροι.

Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922, η οικογένεια των Τσαντήδων διαχωρίστηκε αφού το κάθε μέλος επέλεξε διαφορετικό τόπο προορισμού. Στη Λήμνο, αρχικά εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες ο πατέρας του Περικλή, Αναστάσης Τσαντής, μαζί με την γιαγιά του Παναγιώτα:

Ήρθαν ως πρόσφυγες το 1922. Ο παππούς μου βέβαια δεν τον γνώρισα καθόλου, πέθανε εκεί, τη γιαγιά μου τη γνώρισα. Η γιαγιά μου ήρθε με τον πατέρα μου εδώ και μεταφερθήκαν στο Λιβαδοχώρι […]. Ο παππούς μου πέθανε πριν φύγουνε. Δεν ξέρω πως την προτίμησε [ο πατέρας του] τη Λήμνο, δεν έχω υπόψιν μου. Ίσως ήταν πιο κοντά από κει, μπήκαν και ήρθαν στη Λήμνο.

Από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του Αναστάση Τσαντή, στη Λήμνο εγκαταστάθηκε και ο μεγαλύτερος αδερφό του, Δημήτρης, έπειτα από κάποιο διάστημα παραμονής του στην Αμερική:

Βέβαια δεν ξέρω χρονολογίες αλλά πριν αποκατασταθεί εδώ [στη Λήμνο] πήγε στην Αμερική για κάποια χρόνια […].Μετά ήρθε εδώ πέρα, παντρεύτηκε στο Λιβαδοχώρι και έμεινε στο Λιβαδοχώρι […]. Ανδρονίκη το όνομα της γυναίκας του, αλλά το επίθετο δεν το θυμάμαι.

Ο Αναστάσης Τσαντής εγκαταστάθηκε στη Λήμνο σε νεαρή ηλικία. Παντρεύτηκε με τη μητέρα του Περικλή [γεννηθείσα το 1891], η οποία κατάγονταν από το νησί:

Πήρε Λημνιά. Ήρθε λεύθερος […]. Έμεινε εκεί [και] ήρθε και ο άλλος ο θείος μου [ο Δημήτρης Τσαντής].

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Περικλής Τσαντής παντρεύτηκε το 1958. Η σύζυγός του καταγόταν από το χωριό Καλλιθέα της Λήμνου. Από το γάμο τους απέκτησαν έναν γιο, ο οποίος διαμένει εκτός Λήμνου. Ο ίδιος αναφέρει:

Εγώ παντρεύτηκα το ’58. Από την Καλλιθέα ήταν η γυναίκα μου […]. Σέντα το επίθετο της γυναίκας μου και είναι από εδώ [...]. Έχω έναν γιο τον Τάσο […]. Έβγαλε το λύκειο κάτω [στην Αθήνα] γιατί φύγαμε από εδώ και το ’βγαλε κάτω εκεί στο Περιστέρι. Μετά με τις πρώτες εξετάσεις μπήκε στην ΑΣΟΕ […]. Ζει στην Αθήνα και έχουνε ένα κοριτσάκι.

Για τα αδέρφια του αναφέρει:

Είμαστε σύνολο επτά αγόρια Βέβαια τους δυο τους χάσαμε, ο ένας 10 χρονών και ο άλλος μικρός 2 χρονών. Μετά ο ένας πέθανε προ 15 χρόνια ήταν 42 χρονών στην Αυστραλία και ο άλλος πέθανε εδώ προ 5 χρόνια ή 6, που ακριβώς δε θυμάμαι, ήταν 59 χρονών. Είμαστε τώρα [28/06/01] τρεις και οι δύο είναι στην Αυστραλία. Στην Ελλάδα μείναμε δύο παιδιά μόνο, δύο αγόρια […]. Ο αδερφός μου που δεν έφυγε είχε βγάλει την Πάντειο μετά κόπου και βασάνων και μετά διορίστηκε δημόσιος υπάλληλος […], μόλις πήρε τη σύνταξή του σε κανένα χρόνο-ενάμιση πέθανε.

Ο Περικλής Τσαντής πάντρεψε το μουσικό Χρήστο Παντζαρά. Ο γάμος διατελέσθηκε στο χωριό Πλατύ, όπου ήταν και ο τόπος καταγωγής της συζύγου του Χρήστου Παντζαρά. Ο Περικλής Τσαντής αναφέρει για την ημέρα του γάμου:

Τον στεφάνωσα εγώ. Δεν θυμάμαι τώρα ποια χρονιά. Εγώ παντρεύτηκα το ’58 […] λεύτερος τον στεφάνωσα! Ε, να τώρα το ’57, το ’58 […]. Στο Πλατύ έγινε ο γάμος. Μεσ’ στην πλατεία έγινε ο γάμος. Δεν παίξαμε. Χορεύαμε εμείς.

Ο πατέρας του, Αναστάσης Τσαντής, πριν εγκατασταθεί στη Λήμνο, έπαιζε ούτι στο συγκρότημα που είχε ο παππούς του, Περικλής [βιολί]. Ο ίδιος αναφέρει:

Ο παππούς μου [Περικλής Τσαντής] και ο μπαμπάς μου [Αναστάσης Τσαντής] πριν έρθουν εδώ ασχολούνταν με τη μουσική, τα όργανα. Ο παππούς μου, έπαιζε βιολί, ο πατέρας μου αρχικά έπαιζε ούτι, μετά έμαθε το σαντούρι, όταν ήρθε εδώ [στην Λήμνο] […]. και τα άλλα τα αδέλφια του πατέρα μου όσο ήταν μικροί, πριν φύγουν, παίζαν όλοι μαζί.

Με τη μουσική ασχολήθηκαν και τα αδέρφια του Αναστάση Τσαντή, Δημήτρης [βιολί] και Θανάσης [κλαρίνο]:

Ο Μήτσος [Δημήτρης Τσαντής] πριν αποκατασταθεί εδώ [στη Λήμνο] πήγε στην Αμερική για κάποια χρόνια και παίζαν με τον άλλο αδερφό του τον Θανάση […]. Μάλιστα, ο Θανάσης είχε κάνει ορχήστρα στην Αστόρια, χρόνια στην Αστόρια της Αμερικής. Είχε και τα παιδιά του, επιδοθήκαν και τα παιδιά του στη μουσική […]. Αυτός έπαιζε κλαρίνο, αρχικά, αλλά έπαιζε όλα τα όργανα. Ο ένας ο γιος του νομίζω έπαιζε σαντούρι. Συγκεκριμένα, δεν θυμάμαι γιατί δεν τους γνώρισα και καθόλου […]. Εγώ δεν είχα αλληλογραφία, αλλά είχε ο πατέρας μου και μαθαίναμε, εν τω μεταξύ πάντα είχαν το συγκρότημα στην εφημερίδα -μια τοπική εφημερίδα- μεγάλη κυκλοφορία εκεί πέρα, δεν θυμάμαι πως την έλεγαν και βλέπαμε τις φωτογραφίες.

Ο πατέρας του Περικλή Τσαντή, Αναστάσης, όταν εγκαταστάθηκε στη Λήμνο άρχισε να παίζει σαντούρι, με όργανο που του είχε φέρει ο αδερφό του Θανάσης, από την Αμερική:

Όταν ήρθε εδώ δεν είδα εγώ να παίζει καθόλου ούτι [έπαιζε μόνο σαντούρι]. Το σαντούρι του το είχε φέρει ο ένας ο θείος μου, αυτός που ήταν στην Αμερική [Θανάσης Τσαντής]. Ήρθε όταν ήμουν μικρός εγώ, δεν τον θυμάμαι καθόλου εγώ και του έφερε σαντούρι από την Αμερική και κάθισε λίγους μήνες εδώ, γιατί ήξερε εκείνος και του έδειξε και σιγά σιγά εξελίχθηκε, αλλά βέβαια πρακτικά.

Ο Αναστάσης Τσαντής συνεργάσθηκε σταθερά με τον αδερφό του Δημήτρη [Μήτσο] όταν πλέον είχε εγκατασταθεί στη Λήμνο. Στο συγκρότημα, ο Δημήτρης Τσαντής έπαιζε βιολί, το οποίο και δίδασκε σε νέους που επιθυμούσαν να ασχοληθούν με το όργανο. Ο Περικλής Τσαντής αναφέρεται χαρακτηριστικά στις μουσικές επιδόσεις του θείου του:

Ο Μήτσος έπαιζε βιολί […]. Ήξερε καλά νότες. Δεν ξέρω, όμως, αν το είχε μάθει από την Αμερική που ήταν, δεν ξέρω. Διάβαζε πολύ πάντως, βέβαια είχε και αναλόγιο μπροστά […]. Μετά βγήκε το ’46 ,’47-’48, είχε κάνει και μια σχολή γιατί ο κόσμος τότε, δεν ξέρω, ήθελαν πολλά παιδιά να μάθουν όργανα.

Ενδεικτικά, άλλοι μουσικοί του τόπου που συνεργάσθηκαν μαζί τους ήταν:

Ο πατέρας μου [Αναστάσης Τσαντής] και ο πατέρας του Χρήστου [Ιωάννης Παντζαράς, μουσικός, πατέρας του φίλου και κουμπάρου του Περικλή Τσαντή, επίσης μουσικού, Χρήστου Παντζαρά - σαντούρι] ήταν του ίδιου επαγγέλματος και παίζανε μαζί κάπου - κάπου εκείνα τα χρόνια […]. Επίσης, είχανε έναν «μαύρο» [μελαψό] πριν το ’30 [μάλλον αναφέρεται σε κάποιον αθίγγανο]. Ένας μαύρος ήτανε, από την Μακεδονία και είχε έρθει εδώ πέρα. Έμεινε εδώ και έπαιζε μαζί με τους γέρους […]. Ο πατέρας μου είχε και 2 Ίμβριους. Ο ένας έπαιζε κλαρίνο και ο άλλος έπαιζε κορνέτα. Τα επίθετα δεν τα θυμάμαι, αλλά τον ένα τον λέγαν Γιάννη και τον άλλο Αντώνη, αλλά και οι δύο είναι πεθαμένοι. Πήγαν και οι δύο στην Αφρική [στο Κονγκό, σύγχρονο Ζαΐρ] μετά τον πόλεμο […]. Ο ένας μάλιστα δεν γύρισε καθόλου, αυτός που έπαιζε κορνέτα [αναφέρεται στον Αντώνη] […]. Η γυναίκα του ήταν απ’ τον Κάσπακα, Ίμβριος αυτός και παντρεύτηκε στον Κάσπακα […]. Ο άλλος [αναφέρεται στον Γιάννη] έπιασε λεφτά και τον γνώρισα εγώ στην Αθήνα. Έμενε στη Ν. Σμύρνη είχε ένα πολυτελέστατο σπίτι. Πέθανε και αυτός μεγάλος, Ρασμπίτσος το επίθετο [Γιάννης Ρασμπίτσος] […]. Ήταν και ο Χάρος, απ’ εδώ, απ΄ το Ανδρώνι […]. Χάρος ήταν το επίθετο [Ηλίας Χάρος].

Στο ρεπερτόριο του συγκροτήματος ήταν εμφανείς οι μουσικές επιδράσεις της Ανατολικής Θράκης. Σταδιακά, όμως, ενέταξαν και τοπικούς σκοπούς της Λήμνου, λόγω του ακροατηρίου στο οποίο απευθύνονταν:

Παίζαν τραγούδια από την Αν. Θράκη. Μάθανε όμως και εδώ πέρα τους τοπικούς.
Η συνήθης σειρά των τραγουδιών που περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα μιας κοινωνικής εκδήλωσης ή ενός γλεντιού ήταν:
Το πρώτο που θα έπαιζαν σε ένα χορό, σε ένα γάμο θα ήταν τα λεγόμενα μαρς, δύο - τρία μαρς που ξέρανε και μετά μπαίναν στον καλαματιανό και συνέχιζαν τον χορό. [Παίζαν] συρτά προπαντός. Τα συρτά πρώτα ήταν πολύ λίγα. Μετά ήρθαν τα νησιώτικα όλα τα άλλα ας πούμε. Μετά μπαίνανε ζεϊμπέκικα.
Το μουσικό πρόγραμμα του συγκροτήματος εμπλουτίζονταν από τον Δημήτρη Τσαντή, ο οποίος συνήθιζε να προσθέτει αυτοσχεδιασμούς:
Ο Μήτσος έκανε και πολλά ταξίμια. Σε κάθε χορό, ειδικά τα συρτά που παίζανε, ακολουθούσε μετά ταξίμι. Τα χασαποσέρβικα, αυτά που παίζανε, ακολουθούσε ταξίμι με το βιολί.

Σταδιακά, το πεδίο δράσης της κομπανίας επεκτάθηκε στα περισσότερα χωριά του νησιού. Ο Περικλής Τσαντής αναφέρει:

Πηγαίναν σε όλη τη Λήμνο. Είχαν πολλές δουλειές τότε και πηγαίναν με τα γαϊδουράκια […]. Σε όλο το νησί πηγαίναν, γιατί δεν είχε άλλες κομπανίες. Στο Μούδρο πηγαίνανε, στην Σκανδάλη δεν θυμάμαι, Ρωμανού πάρα πολύ - Ρωμανού δουλεύανε πάρα πολύ-, Πορτιανού, Κοντιά, Κατάλακο, Σβέρδια [τη σύγχρονη Δάφνη], Κάσπακα.

Για τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των παλαιών συγκροτημάτων αναφέρει:

Είχαν κάνει έναν συνεταιρισμό, ήταν τρεις κομπανίες μαζί από τρία όργανα, τέσσερα όργανα και παίρνανε τις δουλειές μαζί και είχαν το κοινό ταμείο. Ήταν διάφοροι εκεί, ήταν ο Δεληκούκος [πρόσφυγας μουσικός, ίσως από την Τένεδο ή την Ίμβρο, που είχε εγκατασταθεί στη Μύρινα, μάλλον από το 1914], με μια παρέα δύο - τρεις ακόμα. Ήταν η δική μας και είχαν και τον Χαράλαμπο [Προσκεφαλά - κλαρίνο, από τον Κορνό]. Συνολικά ήταν τρεις κομπανίες. Είχαμε πολλές δουλειές τότε και λέγανε: ‘Τρεις θα πάτε εδώ, τέσσερις θα πάτε εκεί, τρεις εκεί’ […]. Συνενοούντουσαν με μηνύματα, με το μουλάρι. Δεν ήταν όπως τώρα, τακ τακ το πατούσες [το τηλέφωνο] και συνενο(γι)όσουν.

Από την οικογένεια του Περικλή Τσαντή με την μουσική ασχολήθηκε και ήταν ο αδερφό του Φώτης, ο οποίος έπαιζε αρμόνιο σε κομπανίες της Αυστραλίας:

Μόνο εγώ έπαιζα μουσική και άλλος ο αδελφός μου ο Φώτης που πέθανε πιο μικρός. Αυτός πέθανε 42 χρονών, αυτός ξεκίνησε από εδώ με ακορντεόν, μετά πήγε στην Αυστραλία και έκανε το αρμόνιο. Μάλιστα, είχε κάνει με κάτι άλλα παιδιά μια ορχήστρα εκεί πέρα, αλλά δεν άντεξε.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Η αδυναμία βιοπορισμού μόνο με το επάγγελμα του μουσικού επέβαλε στον Περικλή Τσαντή την παράλληλη ενασχόλησή του με αγροτοκτηνοτροφικές δραστηριότητες. Είχε στην κατοχή του πρόβατα, καθώς και γεωργικές εκτάσεις:

Είχα 10 στρέμματα αμπέλια, 150 πρόβατα, είχα τρακτέρια. Τι να κάνεις, δηλαδή, δεν μπορούσες να ζήσεις αλλιώς […]. Είχα μπαμπάκια. Εκεί φάγαμε τα νιάτα μας. Τις σωλήνες ακόμα τις έχω πεταμένες μέσα. Μηχανές…πολύ, πολύ πράμα. Όχι μονάχα εγώ. Βάζαν ο κόσμος και ανοίξαν πηγάδια, και δώσ’ του και δώσ’ του και παλεύανε, όπου μπορούσαν και είχε λίγο νερό - τα ποτιστικά, [αλλά και] τα ‘ξερικά’ [που δεν χρειάζονταν πολύ νερό] τα λεγόμενα. Άμα δεις μπαμπάκι εγώ εδώ πίσω είχα 8 στρέμματα […]. Αν πιανόσουν μόνο με το όργανο δεν μπορούσες να ζήσεις […]. Τα πρώτα χρόνια ναι, μπορούσες, όταν ήταν ο συχωρεμένος ο Μπαρμπαγιάννης και ο πατέρας μου και ο Δεληκούκος, αλλά ήταν λίγα τα όργανα, δεν υπήρχαν πολλά όργανα […]. Ύστερα, όσο περάσανε τα χρόνια, γιατί όπως είπαμε κάνανε 3 σχολές πάνω στη μικρή Λήμνο και βγήκαν μαθητές πολλοί […]. Στον Άγιο Δημήτριο βγήκαν σαράντα, στον Κορνό βγήκαν, στο Λιβαδοχώρι βγήκαν, στα Καμίνια βγήκανε, στο Κοντοπούλι βγήκαν. Ε που θα πήγαινες; Στο χωριό τους, τους προτίμησαν οι χωριανοί, συγγενείς τους ξέρω ‘γω και δεν μπορούσαν, ήταν δύσκολο γι’ αυτό έπρεπε να πας και στ’ αμπέλι, να πας και στο χωράφι.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Ο Περικλής Τσαντής μετά το γάμο του εγκαταστάθηκε στο χωριό Καλλιθέα της Λήμνου, όπου ήταν και ο τόπος καταγωγής της συζύγου του:

Εγώ παντρεύτηκα το ’58 . Από την Καλλιθέα [ήταν η σύζυγός του]. Και μετακόμισα εκεί και έμεινα μέχρι το ’63 στην Καλλιθέα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Περικλής Τσαντής μετανάστευσε στην Αφρική, έπειτα από προτροπές συγγενικών του προσώπων:

Εγώ έφυγα τέσσερα χρόνια για την Αφρική. Τα παράτησα όλα και έφυγα. Είχα κουνιάδους εκεί πέρα και με πήρανε. Μου λέγανε: ‘Έλα, έλα, έλα’, όμως πήγα μόνος μου, δεν πήρα την γυναίκα και τα παιδιά. Πήγα στο σημερινό Ζιμπάμπουε, στη Ροδεσία. Εκεί δούλευα στα κουνιάδια μου, είχα δυο - τρία μαγαζιά τα Μιλμπαρ. Τότε δεν ’κλειναν, άνοιγαν στις 7 το πρωί μέχρι τις 12 τη νύχτα. Είχαν ότι ξέχναγε ο Εγγλέζος, ο Αυστραλός να ψωνίσει πήγαινε εκεί και τα έβρισκε. Σαν μικρό super market αλλά ήταν ανοιχτά συνέχεια […]. Εκεί μιλούσα αγγλικά. Τρόμαξα να μάθω μερικά, ας πούμε.

Στο διάστημα αυτό, οι πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν τον απέτρεψαν από τη συνέχιση της διαμονής του εκεί. Το 1967 επέστρεψε στην Λήμνο και ασχολήθηκε ξανά με τη μουσική και τις αγροτοκτηνοτροφικές εργασίες:

Πήγα για τέσσερα χρόνια με την προϋπόθεση για να δω αν η κατάσταση ήταν καλή για να πάρω την οικογένειά μου. Άμα όμως, είδα πως ζούσανε εκεί πέρα, λέω δρόμο, δεν είμαι για εδώ εγώ. Ήταν άγρια η κατάσταση, είχε φαγωμάρα, είπα να καθίσω εδώ και να σταδιοδρομήσω; Και ευτυχώς που έφυγα. […]. Γύρισα το ’67.

Το 1976 έφυγε για δεύτερη φορά από το νησί, με την οικογένειά του, και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα:

Το ’76 έφυγα για την Αθήνα πια, τα πούλησα όλα […]. Πήγα κάτω, δούλεψα σ’ ένα Δήμο, στο Δήμο Νέας Ερυθραίας, ψηλά εκεί Κηφισιά. Αρχικά πήγα ως κηπουρός και μετά είχα δίπλωμα επαγγελματικό, απ’ το χωριό το ’χα βγάλει να πούμε και με δώσανε ένα φορτηγό ως οδηγός […]. Από εκεί έπρεπε να πάω στα 65 για να πάρω την σύνταξη και την πήρα πρόωρα [μειωμένη] στα 62.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Περικλής Τσαντής υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία το 1949:

Φαντάρος πήγα το ’49 και απολύθηκα το ’52 […]. Κατ’ αρχήν πήγα σε κέντρο εκπαιδεύσεως στο Βόλο καθίσαμε δυο μήνες εκεί. Μετά πήγαμε στο Κ.Ε.Δ, κέντρο εκπαιδεύσεως διαβιβάσεων. Έκανα τέσσερις μήνες και από κει πήρα τα βουνά. Είχε μικροσυμπλοκές τότε, γιατί ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε τον Αύγουστο, τέλος Αύγουστου του ΄49. Εμείς βγήκαμε στα τάγματα το ’49 τον Αύγουστο, αλλά δεν προλάβαμε εμείς, μόνο μικροομάδες είχε. Μετά γύρισα στην Λήμνο […]. Ξαναγυρίζω εδώ και παίζω πάλι τα ίδια, το ίδιο βιολί πάλι, βιολί και μαντριά.