|
Κοτσιναδέλλης Θανάσης | Λήμνος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Τσιμάνδρια, Λήμνος
• Χρόνος γέννησης

1930
• Ιδιότητα

Ο Θανάσης Κοτσιναδέλλης παίζει λύρα μέχρι σήμερα [2005], με πλούσια δραστηριότητα στα μουσικά δρώμενα του τόπου. Παράλληλα, διατηρεί ταβέρνα στην πλατεία του χωριού Τσιμάνδρια.

• Γονείς

Ο πατέρας του Θανάση Κοτσιναδέλλη, Γεώργιος Κοτσιναδέλλης [γεννηθείς το 1900] καταγόταν από το χωριό Τσιμάνδρια. Επαγγελματικά ασχολήθηκε με αγροτοκτηνοτροφικές εργασίες και τη μουσική. Απεβίωσε σε ηλικία 53 ετών. Όπως ανέφερε ο Θανάσης Κοτσιναδέλλης:

Τον λέγανε ‘Γιατρό’ […]. Δεν τον έβρισκες [Γιώργο] Κοτσιναδέλλη, ο ‘Γιατρός’ [λέγανε]. Γιάτρευε κιόλας. Πάνω στα κεφάλια είχε τότες κάτι τριχοφάδες και γιάτρευε, αλλά είχε, λέει, κι ένα κόκκινο άλογο κι έκοβε βόλτες [μάλλον τον λέγανε έτσι και γιατί ξεχώριζε]. […] Ο πατέρας μου ήταν μεγάλος κτηνοτρόφος […]. Είχαμε κάτι μαντριά - ξένα ήτανε - και ήτανε μέσα τσιαχαγιάς και πέρνανε τσομπαναρέους και ’καναν τα πρόβατα, τα χωράφια και τα λοιπά και τα λοιπά και ήταν και ψάλτης στην εκκλησία και ήταν και μουσικός […]. Πέθανε 53 χρονών από το στομάχι του.

• Οικογενειακή κατάσταση

Η συζυγός του, Δέσποινα, κατάγεται από το χωριό Τσιμάνδρια. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά, τα οποία διαμένουν στο νησί:

Η γυναίκα μου είναι από εδώ […]. Είχε δεκαοχτώ κοπέλες και διάλεξα την πιο όμορφη και την πιο νοικοκυρούλα.

Από την οικογένεια του Θανάση Κοτσιναδέλλη, με τη μουσική ασχολήθηκε και ο πατέρα του Γεώργιος:

Πρακτικός [ήταν] και όλοι αυτοί - όπως και εγώ βέβαια - μέχρι και λίγα χρόνια κουρδίζαμε το όργανο με το αυτί […].

Επίσης, λύρα παίζανε και τα αδέρφια του πατέρα του, τρεις εκ των οποίων διέμεναν σε πόλεις του εξωτερικού:

Ο πατέρας μου είχε πέντε αδέλφια […]. Και οι πέντε ήταν λυράρηδες. Ο ένας ήταν στην Αίγυπτο, εκεί έπαιζε λύρα [Κοτσιναδέλλης Θεοδόσης]. […] Εκείνα τα χρόνια ο καθένας έπαιρνε το δρόμο και [πήγαινε] οπουδήποτε […]. Ο άλλος δε ήταν στην Αμερική, Δημητρός […]. Ύστερα έφυγε και ο άλλος, ο τελευταίος, και πήγε στην Αμερική [αναφέρεται στο αδερφό του πατέρα του, Χρήστο Κοτσιναδέλλη]. […] Είχε πολλούς λυράρηδες η Λήμνος, πάρα πολλούς. Και ο πατέρας μου ήταν ο καλύτερος.

Ο Γεώργιος Κοτσιναδέλλης, στη διάρκεια της μουσικούς του πορείας, συνήθιζε να παίζει σε γάμους και σε ονομαστικά γιορτές των Αγίων της περιοχής [πανηγύρια]. Εκτός νησιού είχε παίξει στο Παναθηναϊκό στάδιο το 1936:

Εκείνα τα χρόνια, γινότανε πάρα πολλοί γάμοι. Εκείνα τα χρόνια να σκεφτείς κάθε Κυριακή γινότανε γάμοι […], δύο, τρεις, τέσσερεις, είχε τόσο πολύ κόσμο. […] Γινόταν ο γάμος [την Κυριακή] και την Παρασκευή τραγουδούσαν [και] το Σάββατο [τραγουδούσαν], την Κυριακή ήταν ο γάμος [και] τη Δευτέρα γυρίζαν στα σπίτια των καλεσμένων, έναν έναν με τη σειρά, και πηγαίνανε μέσα [στα σπίτια] και ’πίναν και χορεύαν και γλεντούσαν και θυμάμαι πολλές φορές ερχόταν την Τρίτη το πρωί […]. Πήγαινε και σε πανηγύρια. Στον Κοντιά ήτανε του Αγίου Δημητρίου. Εδώ ήτανε 15 Αυγούστου το μεγάλο πανηγύρι της Παναγίας, που χορεύανε ανήμερα και την επαύριο. Δύο μέρες […]. Πηγαίνανε στο Πορτιανού. Στο Πορτιανού ήτανε της Παναγίας της Μισοσπορίτισσας, στις 21 Νοέμβρη, δηλαδή σπέρνανε το μισό το σπόρο οι κεχαγιάδες, οι κτηνοτρόφοι […]. Εκεί πέρα είχε δύο καφενεία, ας πούμε, και παίζανε. Εγώ τότε παιδάκι πήγαινα και άκουγα, τον έβλεπα από το παράθυρο έκαμε ότι έκαμε […]. Το 1936 τους κάλεσε ο Μεταξάς και πήγαν και χορέψανε στο Παναθηναϊκό στάδιο για πρώτη φορά […]. Θυμάμαι, επί Μεταξά λέγανε ‘Μας καλέσανε και πήγαμε και χορέψαμε’ και μάζεψε αυτούς τους - δε ζει κανένας από αυτούς τώρα - τους χορευταί και πήγανε και χορέψανε […]. Συμπεθερ’κάτο έπαιζε, καλαματιανά πολλά, ‘Σα πας στη Καλαμάτα’, έπαιζε Συλιβριανούς, ‘Από ξένο μέρος και από μακρινό ξέρω ’γω’, έπαιζε ‘Φόρα τα μαύρα φόρα τα’ […]. Αυτά παίζανε αλλά τα κρατούσαν ώρες […]. Θυμάμαι όταν έπαιζε τα Κύματα του Δουνάβεως, πω! Κάτι κομπαρσίτες, κάτι φοξ! […], Η λύρα τα παίζει όλα […]. Έχω πολλά Σμυρνέϊκα, πολλά τραγούδια, ζεϊμπέκ’κα πολλά […]. Απ’ τον πατέρα μ’, απ’ τον πατέρα μ’, έπαιζε πολλά […]. Ο μπαμπάς έκανε τρία χρόνια στη Σμύρνη, επί Πλαστήρα τότε […]. Και μάλιστα έλεγε ότι ήταν και υποκόμος του Πλαστήρα. Εκεί πέρα ήταν κάπου τρία χρόνια και έφερε και μουσική, ας πούμε, από εκεί πέρα. Κάτι σμυρναίικα τραγούδια και έπαιζε πολλά τέτοια πράγματα.

Ο Γεώργιος Κοτσιναδέλλης, συνεργαζόταν με τον αδερφό του Χρήστο, πριν ακόμα μεταναστεύσει στην Αμερική. Άλλα ονόματα μουσικών που έχουν παίξει μαζί του ήταν:

Πηγαίνανε [με τον αδερφό του] στους γάμους δυο - δυο. Δύο λύρες μαζί […]. Παίζαν τον ίδιο σκοπό. Τραγουδούσε ο πατέρας μου [και] έπαιζε ο άλλος […]. Είχε [συνεργασία] και με έναν άλλο, λίγο, με έναν από την Παναγιά, Καλογιάννης λεγότανε, καλός λυράρης κι αυτός και είχε και ακόμα έναν, στον Κοντιά αυτός. Καλός ήτανε, Λαντούρης […]. Συνήθως όμως μόνος του, μόνος του. Τις περισσότερες φορές πήγαινε μόνος του, στους γάμους μόνος του. Ε μέσα στα σπίτια ξέρω εκεί σε μια [γωνία], καταλαβαίνεις τώρα, χορεύαν - χορεύαν, ρίχναν και κάτω το πάτωμα […]. Τον συνόδευε [και] ένας πολύ καλός σαντουριτζής, ας πούμε, σε γάμους ξέρω ’γω. Όμως τις περισσότερες φορές που εγώ ήμουν παιδάκι, μικρός, έπαιζε πάντα μόνος του.

Για τις λύρες που έπαιζε ο Γεώργιος Κοτσιναδέλλης αναφέρεται:

Του πατέρα μου οι λύρες, τις στέλναν απ’ την Αμερική […]. Τις έστελνε ο αδερφός του εδώ πέρα [Δημήτριος Κοτσιναδέλλης]. […] Αυτή η λύρα ήταν εξάχορδη, με έξι χορδές […]. Έχω μια εγώ […] δύο έχω τέτοια όργανα […]. Οι δύο [χορδές] λέγονται ότι είναι συμπαθητικές, απλώς βγάζουν έναν ήχο λίγο παραπάνω για να ακούγεται, να ακούει ο χορευτής [και] να του γεμόζει το αυτί λίγο.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Παράλληλα με τη μουσική ενασχόληση, ο Θανάσης Κοτσιναδέλλης δραστηριοποιήθηκε επιχειρηματικά αγοράζοντας δικό του μαγαζί:

Το 1955 αγόρασα τούτο το μαγαζί. Ήταν ένα μικρό. Έπαιρνε 45 άτομα […]. Και μετά κάποιος φίλος και τον ευχαριστώ μέχρι που να ζω, είχε ένα παλιό σπίτι εδώ πέρα και πήγαμε το βρήκαμε και ας είναι καλά μας το έδωσε και το κάναμε μεγάλο […]. Τότες μέσ’ στα καφενεία είχε και κουρείο κάναμ’ και καφέδες […]. Έκανα και τον ψευτοκουρέα λιγάκι τότες.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Σε ηλικία 18 ετών, ο Θανάσης Κοτσιναδέλλης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και εργάστηκε σε ταβέρνα ως σερβιτόρος:

Ήταν δύσκολα τα χρόνια, δεν έβγαινε μεροκάματο με τίποτα. Τίποτα δεν έβγαινε. Φεύγαν ο κόσμος τότες. Ξεκινούσαν κι έφευγε ο κόσμος, έφευγε απ’ τα χωριά […]. Όταν έγινα 18 χρονών έφυγα από εδώ πέρα. Πήγα στην Αθήνα […]. Δούλευα σε μια ταβέρνα [και] κοιμόμουνα σε ένα ραφείο. Ήταν δύσκολα χρόνια. […]. Ήταν εκεί πέρα στην Πραξιτέλους, πλατεία Κλαυθμώνος από πίσω. Εκεί, σε μια στοά. Εκεί πέρα εγώ δούλευα με 20 δραχμές τη μέρα και κοιμόμουν σε ένα ραφείο, πάνω στον πάγκο και κάτω από τον πάγκο είχα μια βαλίτσα με τα πράγματα μου και είχα και τη λύρα. Είχα το μεράκι.

Το διάστημα που διέμενε στην Αθήνα, ο Αθανάσιος Κοτσιναδέλλης γνώρισε τον Σίμωνα Καρρά:

Ήρθε ένα βράδυ ένας, λέει ‘Σε θέλει ο Σίμωνας Καρράς’, ‘Πού είναι;’ Μου λέει ‘Θα ‘ρθεις; Θα πάμε Αγίου Μάρκου’ […]. Πράγματι πήγα. Με είδε η γυναίκα του, Αγγελική. Βγήκαμε έξω, φάγαμε, μου λέει ‘Κάποιος μου ’πε ότι παίζεις λύρα και θέλω να σε δω. Θέλω να σε δω, θέλω να ’ρθεις εδώ πέρα’. Τι έγινε τώρα; Έπρεπε να πάω στρατιώτης το ’53.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο ναυτικό για 28 μήνες. Ωστόσο, λίγες μέρες πριν καταταγεί έχασε πρόωρα τον πατέρα του. Αναφερόμενος σε αυτή του την εμπειρία, ο Θανάσης Κοτσιναδέλλης περιγράφει:

Πήγα στο ναυτικό. Στο ναυτικό δεν έπαιζα. […]. Είκοσι οχτώ μήνες έκανα […]. Πριν ήρθα όμως εδώ πέρα [στη Λήμνο], για να χαιρετίσω τον μπαμπά μου και την μάνα μου, για να φύγω φαντάρος […]. Ε δε κάθισα 5-6 μέρες, είχα πάρει να χαιρετήσω στο Μούδρο - είχα κάτι εξαδέλφες- ήταν 25 Μαρτίου [και] ήθελα να ’ρθω στο χωριό [στα Τσιμάνδρια] και κατέβηκα στο λιμάνι μεσημεράκι - κάθε μεσημέρι είχε μια βάρκα και έκανε δρομολόγιο Μούδρο - Κούταλη και από εκεί με τα πόδια - να πάρω τη βάρκα να φύγω, [και] εκεί που πήγαινα βλέπω μια γρια γνωστή μου, από εδώ στα Τσιμάνδρια, να έρχεται κατά πάνω μου. Εγώ, μόλις την είδα - κάτι έτσι είχα μια προαίσθηση, γιατί όλη τη νύχτα γινότανε χορός στο Μούδρο, πανηγύρι, άκεφος ήμουνα - με λέει ‘Σε θέλω’. Λέω ‘Τι έγινε; Αρρώστησε ο μπαμπάς μου;’ μου λέει ‘Ο μπαμπάς σου είναι στο νοσοκομείο’ […]. Άλλοι λέγανε σκωληκοειδίτιδα, άλλοι λέγανε το στομάχι του. Έπαθε διάτρηση στομάχου και αυτοί τον κάναν για σκωληκοειδίτη. Παίρνω εγώ το δρόμο, με τα πόδια βέβαια, άμα έφτασα εγώ με τα πόδια στον Άγιο Δημήτρη, είχε βασιλέψει ο ήλιος, μέσα στο σκοτάδι είδα ένα αμάξι και πήγα και σταμάτησα μπροστά και είδα τον πατέρα μου νεκρό.