|
Μπαλτεράνος Αλέκος | Λήμνος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Κοντιάς, Λήμνος
• Χρόνος γέννησης

1934
• Ιδιότητα

Ο Αλέκος Μπαλτεράνος έπαιζε λύρα και τραγουδούσε ως πρακτικός μουσικός:

Η μουσική είναι χόμπι, εγώ λέω παίζω για χόμπι, δεν παίζω επαγγελματικά τη λύρα. Εγώ άμα ήθελα μπορούσα να είμαι επαγγελματίας, αλλά δεν ήθελα.

• Γονείς

Ο πατέρας του Αλέκου Μπαλτεράνου ήταν πρόσφυγας από το Αϊβαλί που εγκαταστάθηκε στη Λήμνο σε ηλικία 28 ετών:

Ο γέρος ήταν μερακλής, τραγουδούσε όμορφα. Τραγουδούσε μικρασιάτ’κα τραγούδια, τουρκικά τραγούδια. Τα Τουρκικά τα ’ξερε φαρσί [πολύ καλά], απταίστως, με γράμματα. Έφυγε 28 χρονώ απ’ τη Μικρά Ασία, λοιπόν, και τα ήξερε με γράμματα. Τα Τουρκικά τα μιλούσε καλύτερα και από έναν Τούρκο. [Ήξερε] και Ελληνικά και Τουρκικά, εκεί γεννήθηκε…

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Α. Μπαλτεράνος παντρεύτηκε το 1960 και απέκτησε τέσσερα παιδιά.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Παράλληλες δραστηριότητες του Αλέκου Μπαλτεράνου αποτελούσαν:

Εγώ ήμουνα κτηνοτρόφος, γεωργοκτηνοτρόφος που λένε. Εδώ, όταν ήμουνα [στη Λήμνο] δούλεψα ένα χρόνο εργάτης και μετά έκανα το κάρο, δούλευα κάρο, αραμπατζής. Μετά βγήκαν αμάξια, βγήκαν πολλά μηχανήματα ξέρω ’γω. [Με τον αραμπά] στη Μύρινα δεν πήγαινα, δεν προλάβαινα, διότι δούλευα: Λιβαδοχώρι, Καλλιθέα, Κούταλη, Πεδινό, Αγγαριώνες, Πορτιανού, Τσιμάντρια, Θάνος και […] πολλά είναι, που να τα θυμάμαι. Είχε ακόμα έναν, αλλά ο άλλος δεν έκανε τίποτα και γι' αυτό το λόγο έβγαζα λεφτά. Δεν ησύχαζα, δουλειά, πολύ δουλειά.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Ο Αλέκος Μπαλτεράνος κατάγεται από το χωριό Κοντιά της Λήμνου. Εκεί διέμενε μέχρι τη δεκαετία του 1960, όπου και εγκαταστάθηκε στο χωριό Πορτιανού [τόπος καταγωγής της συζύγου του] Το 1972 μετανάστευσε με την οικογένειά του στην Γερμανία για 26 χρόνια. Στη Λήμνο επέστρεψε το 1998:

Λοιπόν και το 1964 θέλησα να πάω στη Γερμανία [μετανάστης], ήταν οι αδερφές της [της συζύγου του] στη Γερμανία και πήγα ως τουρίστας και δεν μπόρεσα να [μείνω]. [Στη γυναίκα μου είχα πει:] θα πας στη μάνα σου [στο Πορτιανού], γιατί αλλιώς θα σε προσέξει η μάνα σου, αλλιώς θα σε προσέξει η πεθερά και θα ’σαι μόνη. Τέλος πάντων, κι ήρθαμε εδώ πέρα, σ’αυτό το χωριό [Πορτιανού] εδώ και εμείναμε […]. Στη Γερμανία πήγα μετά όπου και έκανα 26,5 χρονάκια […].

Το 1972, ο Αλέκος Μπαλτεράνος μετανάστευσε με την οικογένειά του στη Γερμανία, όπου και διέμεινε για 26 χρόνια. Στη Λήμνο επέστρεψε το 1998:

Έκανα 26,5 χρονάκια στη Γερμανία, είκοσι έξι χρόνια γεμάτα πρόπερσι γύρισα, τρία χρόνια έκλεισα [το 2001]. Πήγα πρώτα εγώ, ένα χρόνο, οχτώ μήνες, και μετά ήρθα και την πήρα [τη γυναίκα του].

Το μεγαλύτερο διάστημα της παραμονής του στη Γερμανία, τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγός του δούλεψαν ως ανειδίκευτοι εργάτες σε εργοστάσια:

Κανένα πρόβλημα στη Γερμανία. Καμιά φορά ξεχνούσα τα χρήματα στο σπίτι - άλλαζα παντελόνι κι έμενε το πορτοφόλι με τα χρήματα μέσα - και άμα έλεγα σήμερα δεν έχω να πάρω κολατσό μου λέγανε: ‘Πάρε όσα θες και πήγαινε ψώνισε’. Ποτέ με Γερμανό δεν λογόφερα μες στο εργοστάσιο. Όταν έφευγα [για να γυρίσω Ελλάδα] άντρες, γυναίκες κλαίγανε.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία, η ενασχόληση του με τη μουσική και τη λύρα ήταν αποκλειστικά ερασιτεχνική, παρότι συμμετείχε και σε κοινωνικές εκδηλώσεις που διοργάνωναν οι Έλληνες μετανάστες:

Μετά που έφυγα, δεν την πολυέπαιζα εγώ τη λύρα. Κάθομαν στο σπίτι και την έπαιζα μόνος, καθόμουν και διασκέδαζα στο σπίτι μόνος, και καθόμουνα και έβγαζα ψυχές, δεν μ’ ένοιαζε. Δεν πα’ να λέγανε ότι θέλουνε, μ’ ερχόταν […] κι έπαιζα ότι ήθελα, ας πούμε, ότι με ήρταν. Ανέκαθεν μ’ άρεζε εμένα η λύρα, παλιά τραγουδούσα και ωραία εγώ, όταν μάθεις κάτι δε ξεχνιέται. Και 50 χρόνια να κάνω να την παίξω, αυτό που έμαθα θα το παίξω […]. Δεν [την] πήγαινα [τη λύρα] έξω στα καφενεία. Αν καμιά φορά, άμα κάναμε γενέθλια μεταξύ μας, είχε εκεί πέρα μια λέσχη και πήγαινα, [μου λέγανε] ‘Αλέκο φέρ’ τη λύρα’ και έπαιζα εκεί πέρα. Πήγαινα και έπαιζα και χορεύαν, ας πούμε, στο καλαμπούρ’ απάνω. Καλαμπουρίζαμε και γελούσαμε εκεί πέρα και περνούσε η βραδιά, αλλιώς τη λύρα εγώ δεν την έβγαζα από το σπίτι να την παίξω.

Τα καλοκαίρια που επισκεπτόταν τη Λήμνο για διακοπές, συμμετείχε περιστασιακά, στα τοπικά μουσικά δρώμενα:

Ήτανε, μια φορά […], είχα παίξει εδώ, στο Πορτιανού. Ήμουν στη Γερμανία και στις έξ’ [6] Αυγούστου κάνουν πανηγύρι εδώ. Είναι του Σωτήρος που λέμε […]. [Μια άλλη φορά] στον Κάσπακα, είχα πεθάνει στα γέλια, όταν είχα πάει με το Μαυράκη το Σωτήριο, παίζει κιθάρα αυτός και παλιά έπαιζε μπουζούκι. Αυτός ήρθε και μου λέει: ‘Αλέκο θα έρθεις να κάνουμε μαζί το ‘Λημνιώτικο’ το γάμο στον Κάσπακα;’, θα σε πληρώσω, μου λέει. ‘Που ρε εσύ, του λέω, που;’ ‘Στη Μύρινα, μου λέει, πρέπει να κάνουμε πρόβα’. Του λέω: ‘Τι θα πούμε; Και καλά άσε τα τραγούδια, πως θα συγχρονίσουμε τους χορευτές; Ποιοι είναι;’ Μου λέει: ‘Έχεις αμάξι;’ Του λέω: ‘Είναι ο γιος μου εδώ’. Το περιστατικό αυτό συνέβη ή το 1983 ή το 1984, δεν θυμάμαι ποια χρονιά ήταν ακριβώς, είχα έρθει με άδεια καλοκαιρινή από τη Γερμανία]. Και πάμε στη Μύρινα, βρήκαμε το σπίτι και καθίσαμε εκεί πέρα και κάναμε μια ώρα πρόβα, τη δεύτερη μέρα θα κάναμε το γάμο. Του λέω: ‘Σωτήρη δεν πάμε στον Κάσπακα να γνωριστούμε και με αυτούς που θα χορέψουν; Δεν πάμε να κάνουμε καμιά πρόβα εκεί πάνω να δούμε και πως χορεύουν;’. Μου λέει: ‘Έχω δουλειά, μισή ώρα’, γιατί και αυτός ήταν δάσκαλος, έπαιρνε τα παιδιά και τα μάθαινε μπουζούκι, έτσι και έγινε. Πήγαμε εκεί πάνω [και] τους μαζέψαμε σε μια αποθήκη, τα γέλια που έκανα! Αν δεν ήταν ο γιος μου, τη λύρα θα την έκανα κομμάτια, μου έφευγε η λύρα από τα χέρια μου. Τόσο καλαμπούρι, που έκλαιγα από γέλιο, δεν μπορούσα να πάρω αναπνοή από τα γέλια. Άμα τους ακούσεις, δύο, τρία άτομα να μιλάνε, θα χαζέψεις. Τώρα ο μπαμπάς [στα σκετς που παίζανε] έλεγε στο γιο: ‘Άντε να πάρεις τα κοφίνια και το βράδυ, καβάλησε και το γάιδαρο και άντε να πας στο δεσπότη να πάρεις και τη μπλίτσα’. ‘Τι είναι η μπλίτσα, του λέω, ρε;’. Καλά τα άλλα κουτσά στραβά τα καταλαβαίνω, αλλά τι είναι η μπλίτσα ρε;’ Μου λέει: ‘Είναι η άδεια του γάμου’. Ρε παιδιά είχα καρφωθεί από τα γέλια, πολύ γέλιο, πολύ καλαμπούρι. [Αυτό έγινε] στο λιμάνι, στην παραλία στη Μύρινα [και το διοργάνωσε] ο σύλλογος του Κάσπακα. Παίζαμ’ μόνον οι δύο μας, λύρα - κιθάρα, ακομπανιάριζε ο άλλος και εγώ τραγουδούσα, και εκείνος τραγουδούσε.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Αλέκος Μπαλτεράνος ήθελε να ασχοληθεί με τη μουσική από τη νεαρή του ηλικία. Οι αρχικές του επιλογές αφορούσαν την εκμάθηση βιολιού ή κλαρίνου. Τελικά κατέληξε στη λύρα:

Εγώ από μικρός που ήμουνα, ήθελα να μάθω όργανο, ήθελα να μάθω βιολί. Και όταν του το ’πα στο συγχωρεμένο το γέρο - επειδή τραγουδούσα ωραία, είχα φωνή που έκανε μπαμ να πούμε - δεν μ’ άφηνε […]. Τέλος πάντων και δεν μ’ είπε ο γέρος ότι […] δεν μ’ ανημέρωσε, ας πούμε, να με πει πως είν’ τα πράματα. Δεν μ’ άφηνε ούτε όργανο να μάθω, ούτε να πάω να τραγουδάω, εν πάση περιπτώσει, δεν μ’ άφηνε να πάω να μάθω. Του λέω, λοιπόν, να μάθω βιολί [και] έφαγα ξύλο. Είχε τότες δυο χωριανοί μου, ο ένας έπαιζε σαντούρ’, ο άλλος έπαιζε βιολί και ήθελαν τώρα και τον τρίτο για να παίζ’ κλαρίνο. Ο ένας είναι στο χωριό, ο άλλος στην Αυστραλία. Ο ένας λέγεται Νίκος Πιρτσούλης [σαντούρι], είναι εδώ αυτός, αλλά είναι γέρος τώρα, ο άλλος λεγόταν Παλαιολόγος Αλμπάνης, είναι στην Αυστραλία, αυτός με το βιολί. Και θέλαν τώρα και τρίτο [άτομο] για να παίζει κλαρίνο. Και, λοιπόν, ήμασταν μέσ’ στον μπαξέ [με τον πατέρα μου] και τον λέω: ‘Αφού δεν μ’ άφησες να μάθω βιολί, θα μάθω κλαρίνο’. Ε, κι όταν άρπαξε της τσάπας το στυλιάρ’, άμα δεν ήταν η συγχωρεμέν’ η γιαγιά μου θα ’μαν σκοτωμένος. Με χόρεψε σαν το κλαρίνο από το ραβδί [το ξύλο].

[…] Τώρα τι να έκανα, εγώ που ’θελα όμως το όργανο. Τότε δεν είχε λεφτά, δεν είχε ορχήστρες και ο κόσμος έκανε γάμους, αρραβώνες, όλο μ’ αυτά τα πράματα, με λύρες [μόνο]. Πάω και λέγω σ’ έναν σαγματοποιό - έφτιαχνε αλέτρια ο άνθρωπος, έφτιαχνε σαμάρια, έφτιαχνε διάφορα πράγματα - και λέω: ‘Μπαρμπα-Θεοφάν’, αυτό και αυτό, θα με φτιάξ’ς μια λύρα, αλλά λεφτά δεν έχω. Θα σε κάνω δουλειά και δεν θα πεις σε κανέναν τίποτα, γιατί θα με σκοτώσ’ στο ξύλο [ο πατέρας μου]’. Τότε εγώ πρέπει να ήμουν γύρω στα 16 χρονώ, 16-17 χρονώ. Λέει: ‘Αγόρι μ’ θα σε φτιάξω τη λύρα’. Του λέω: ‘Θα σε κάνω δουλειά, θα σε οργώσω κανένα χωράφ’ να πατσίσουμε’. Λέει: ‘Πενήντα δραχμές κάνει η λύρα’. Λέω: ‘Έγινε, μην στεναχωριέσαι’. Μου λέει: ‘Θα πας να μ’ οργώσ’ς το χωράφ’ κάτ’ στο καλύβ’, τέσσερα στρέμματα’. Και παίρνω τη νύχτα - είχε φεγγάρ’ - και παίρνω τα βόδια και πάω. Και κάθισα το όργωσα, το σβάρνισα και έφυγα, δεν μ’ είδε κανένας, τη νύχτα, πέντε ώρες έκανα. Τότε ο γέρος [ο πατέρας μου] ήταν εκτιμητική επιτροπή, δηλαδή, όταν κάνανε ζημιά οι κτηνοτρόφοι, τον παίρναν κι εκτιμούσε το χωράφ’ και μετά από πόσους μήνες κάναν ζημιά και πέρασε και το είδε το χωράφ’ και μου λέει: ‘Πότε όργωσες του ανθρώπου το χωράφ’;’ Λέω: ‘Εγώ;’. Με λέει: ‘Τ’ όργωμα είν’ δικό σου, το ξετράφισμα’ [...]. Ε, εν πάση περιπτώσει, το ’χαψε ο γέρος μου.


Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 ή/τις αρχές της δεκαετίας του 1950, άρχισε να παίζει λύρα, με την σύμφωνη γνώμη του πατέρα του, ο οποίος τελικά αποδέχτηκε την ενασχόληση του με τη μουσική:

Με τον Λαντούρη τον Χαράλαμπο κάναμε την Πρωτοχρονιά παρέα, ήμασταν 5 συνομήλικοι στην ίδια ηλικία και κάναμε παρέα την Πρωτοχρονιά και οι 5 τραγουδούσαμε. Οι δυο είναι στις Σαρδές, οι άλλοι δυο έφυγαν στην Αυστραλία, οι 3 είμαστε εδώ και οι άλλοι δυο στην Αυστραλία. Γυρίζαμε τα σπίτια και ξέρεις άμα πηγαίναμε στα σπίτια δεν καθόμασταν 5 λεπτά και ώρες καθόμασταν. Το ξημερώναμε την Πρωτοχρονιά στα δικά μας τα σπίτια. Ο γέρος μας περίμενε, ο καημένος ο μπαμπάς μου. Πήγαμε στο σπίτι, πήγαμε κατά η ώρα μία. Ε, την λύρα την είχα σε μια πετσέτα, ένα κομμάτι τόσο μικρό, μου την είχε φτιάξει του Λαντούρου ο θείος [ο Θεοφάνης Λαντούρης]. Λέω: ‘δεν θα πει κανένας ότι παίζω λύρα, γιατί θα φάμε όλοι ραβδί’, δεν ήθελα να το μάθει ο μπαμπάς μου. Πήγαμε, το στρώσαμε εκεί πέρα και είχαμε πιει και άλλα, και λέει τούτος ο παλαβός: ‘Αλέκο η λύρα σου; Που είναι η λύρα σου;’ Το ακούει ο γέρος και λέει: ‘Λύρα; Που είναι η λύρα;’ Λέω: ‘Κάτσε. Τη λύρα την είχα κρυμμένη, αλλά δεν είναι δικιά μ’ η λύρα’. Μου λέει: ‘Πήγαινε φέρ’ την μου’. Πάω ένα κομμάτι τόσο, την έβγαλα εκεί πέρα και έπαιξα κάνα δυο κομμάτια. Έπαιξα και πάει στη πόρτα και καμιά φορά χτυπούσε το κεφάλι. Του λέω: ‘Μην το χτυπάς ποτέ αργά δεν είναι’. Μου λέει: ‘Δεν είναι καλή η λύρα’. Ένα κομμάτι τόσο είναι, ούτε μια πιθαμή δεν είναι και είναι ρηχιά η λύρα, πολύ ρηχιά. Τέλος πάντων, πάει και μου παίρνει μια άλλη λύρα 150 δρχ.