|
Βερβέρης Γιάννης | Λέσβος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Ακράσι, Λέσβος
• Χρόνος γέννησης

1908
• Προσωνύμιο («Παρατσούκλι»)

«Βαλάκ’» ή «Μπαλάκ’», και υποκοριστικό: «Μπαλακέλ’».

Το προσωνύμιο αναφέρεται σε όλη την οικογένεια. Ο ίδιος εξηγεί την προέλευση του:

Ως επί το πλείστον μας λέγαν - επειδής τον πατέρα μου τον έλεγαν, τ’ όνομα του, Βαλάκο (Βερβέρη), "Ποιός;" , "Γιάννης Βαλάκ’ " - πολλοί τώρα μας ξέρουν "Μπαλάκηδες". Πήραμε του πατέρα μου τ’ όνομα, "Βαλάκηδες", αλλά καθ’ εαυτού Βερβέρηδες.

• Ιδιότητα

Επαγγελματίας οργανοπαίχτης με θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Έπαιζε βιολί και όταν το απαιτούσε το ρεπερτόριο, τραγουδούσε.

• Γονείς

Ο πατέρας του, Βαλάκος Βερβέρης, ήταν κι αυτός μουσικός και έπαιζε βιολοντσέλο και μπάσο. Η καταγωγή του ήταν από το Μπορό (Νεοχώρι) Πλωμαρίου. Από το Ακράσι καταγόταν η μητέρα του Γιάννη Βερβέρη, η οποία πέθανε σε ηλικία 32 ετών:

Ο πατέρας μου έπαιζε βιολοντσέλο, μπάσο... Ο πατέρας μου δεν ήταν απ’ το Ακράσι. Πήρε γυναίκα απ’ τ’ Ακράσι. Ήταν απ’ το Μπορό (Νεοχώρι)... Η μητέρα μου πέθανε 32 χρονών, έμεινε ο πατέρας μου και δεν ξαναπαντρεύτηκε, κι είπε, λέει, μια μπαταριά, "Βαλάκο", λέει "τα παιδιά μου τ’ αφήνω σε σένα" και δεν ήθελε να ξαναπαντρευτεί, αν και ήταν μικρός.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Γιάννης Βερβέρης παντρεύτηκε την Ειρήνη, την οποία επειδή φορούσε βράκες, την προσφωνούσαν «βρακούσα». Ο Γιάννης Βερβέρης είχε τρία αδέρφια. Ο αδερφός του Δημήτρης έγινε επίσης επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε σαντούρι:

Μ’ έστειλε βιολί εμένα και τον αδερφό μου - είμαστε τρία αδέρφια - και τον άλλον σαντούρι, Δημήτρης. Είχαμε ακόμα έναν αδερφόν, ο οποίος έφυγε στην Αφρική. Ε, πήγαμε, εγώ πήγα στην Μυτιλήνη, μέσα στην Μυτιλήνη και τον άλλον τον αδερφό μου σαντούρι…

Η οικογένεια του Γιάννη Βερβέρη είχε μακρά παράδοση στη μουσική. Στο συγγενικό του δίκτυο συγκαταλέγονταν οι ακόλουθοι μουσικοί:


• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, μετά το θάνατο πολλών μελών του τοπικού μουσικού συγκροτήματος στο οποίο συμμετείχε, ο Γιάννης Βερβέρης σταμάτησε να παίζει συστηματικά μουσική. Έκτοτε απασχολούνταν σε αγροτικές εργασίες, ιδιαίτερα με την καλλιέργεια της ελιάς στα δικά του κτήματα στο Ακράσι. Ήταν επίσης επαγγελματίας κυνηγός. Για την επαγγελματική του ενασχόληση με το κυνήγι ο ίδιος αναφέρει:

Κυνηγούσα... κυνήγια. Έφευγα, πήγαινα στη Χίο, πήγαινα στη Μακεδονία, στα κουνάβια, που λεν, "ατσίδια", προβιές. Μαζί με τον θείο μου, τον αδερφό μου, ναι. Το χειμώνα, χειμώνα κυνηγούσαμε, κουνάβια, αλεπούδες, λύκοι. Τα πουλούσαμε, αλλά ερχόνταν και τα μαζεύαν κι από δω. Μας κυνηγούσαν, είχανε πέραση αυτά, γιατί της Μακεδονίας το κουνάβι, τ’ "ατσίδι", που λέμε, είχε δραχμές 1.200 το ένα, της Χίου είχε 500 - 600. Ήταν πιο τριχωμένο της Μακεδονίας. Το πέτας το κρέας. Μόνο το δέρμα (αξιοποιούσαν). Μας τα γυρεύαν (δηλαδή δεν έκαναν συμφωνίες από πριν με τους εμπόρους). Ερχόνταν και τα παίρναν απ’ τη Χίο, ξένοι (έμποροι). Μαθαίναν πού είναι, μας ξέραν, "πού πήγαν να κυνηγήσουν;" κι ερχόνταν και μας ζητούσαν: "Βερβέρηδες", "Κοντέλλια", "Βερβέρηδες" μας ζητούσαν. Στα δάση κυνηγούσαμε, στα κτήματα, στα λαγκάδια, ναι, ναι. Και πιο μπροστά απ’ τον (Β΄ Παγκόσμιο) πόλεμο τα κυνηγούσαμε. [...] Στη Μυτιλήνη είχε (εμπόρους που αγοράζαν αυτά τα δέρματα, στο Πλωμάρι δεν είχε. Ερχόνταν απ’ την Αθήνα... Μας σύνφερνε. Είχαμε, μαζώναμε ελιές, είχαμε την περιουσία μας, αλλά σύνφερνε να κυνηγούμε αυτά τα πράγματα, παίρναμε πιο πολλά λεφτά.... Έλληνες (έμποροι τα αγόραζαν), αλλά στη Μακεδονία όταν πηγαίναμε, τα παίρναν ως επί το πλείστον, Εβραίοι τα παίρναν". Οι κυνηγοί πήγαιναν κατά ομάδες 4-5 ατόμων. Υπήρχαν κι άλλες παρόμοιες ομάδες κυνηγών από το Ακράσι και το Νεοχώρι, που πήγαιναν για κυνήγι στη Χίο. [...] Ε, εκεί (στη Μακεδονία) μαθευτήκαμε, πήγαμε μια φορά, μαθευτήκαμε. Ε, απ’ το ’να το χωριό στο άλλο, απ’ τ’ άλλο το χωριό στο άλλο. Μας συστήναν, μέναμε... Όχι δεν είχε τακτική (ακτοπλοϊκή συγκοινωνία). Ε, παίρναν Μυτιλήνη - Χίο. Μυτιλήνη - Χίο, βγαίναμε έξω. Μακεδονία βγαίναμε στο, Δεδέ-Αγάτς το λέγαμε εμείς τότε, Αλεξανδρούπολη.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Ο Γιάννης Βερβέρης γεννήθηκε και έζησε στο Ακράσι της Λέσβου. Πολλές φορές ως κυνηγός επισκέφθηκε τη Χίο και τη Μακεδονία.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Γιάννης Βερβέρης σταμάτησε να παίζει επαγγελματικά βιολί στα τέλη της δεκαετίας του 1940, μετά το θάνατο κάποιων μελών της κομπανίας στην οποία συμμετείχε. Μετά από αυτό το γεγονός προσανατολίστηκε σε καθαρά αγροτικές εργασίες, στην καλλιέργεια της ελιάς, καθώς και στο επαγγελματικό κυνήγι.

Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, το 1928, ο Γιάννης Βερβέρης έπαιζε μουσική μαζί με άλλα τρία - τέσσερα άτομα στη λέσχη Αξιωματικών:

Το 1928 πήγα στρατιώτης. Στη Μυτιλήνη. Όλοι κάναμε δεκάξι μήνες τότες. Μέσα στο φρούριο ήμουνα, έπαιζα. Παίζαμε στη Λέσχη Αξιωματικών. Σαββατοκύριακο παίζαμε. Έπαιζα εγώ βιολί, ένας - "Κουτσκούδα" τον λέγαν τον πατέρα του - έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε ωραία, από την Μυτιλήνη ήτανε, ναι. Ένας μαντολίνο, μαντολίνο ήταν τότες. Ε, να εμείς οι τρεις - τέσσερις, βιολί εγώ, μαντολίνο, κιθάρα, τραγουδούσε, να. Και περνούσαμε καλά, Σαββατοκύριακο. Παίρναμε και πότε - πότε, μας δίναν (χρήματα). Χορεύαν, γιατί βλέπεις, κάθονται πολλοί απάνω αξιωματικοί, καθένας είχε ονομασία, άλλος Μήτρος, άλλος άλλο και γλεντούσαν (στις ονομαστικές τους εορτές). Στη Λέσχη ήτανε τότες, θυμούμαι, ήταν "Ριρίκα", ήταν τέτοια, παίζαμε κάνα φοξ, κάνα ταγκό παίζαμε, αυτά και καλαματιανά παίζαμε.

Αναφερόμενος στους καβγάδες που ξεσπούσαν συχνά στα γλέντια στα παλιά χρόνια αφηγείται:

Ε, καβγάδες γίνονται. Και πα’(νω) στους χορούς γινόντουσαν παρεξηγήσεις και πα’ στσι γαμπροί (δηλαδή στα γαμήλια γλέντια), ναι.

Αναφέρει επίσης μια παραδοσιακή δραστηριότητα που σήμερα έχει εκλείψει, το ράψιμο τσεμπεριών (είδος κεφαλομάντηλων) στην Πλαγιά του Πλωμαρίου και την πώλησή τους από πλανόδιους τοπικούς εμπόρους:

Τσεμπέρια, ναι, ερχόνταν και πουλούσαν στ’ Ακράσι. Ήταν, "τσεμπερούδες" τις λέγαν. Θαρρώ πως ήταν απ’ την Πλαγιά μια γυναίκα. "Τσεμπερούδες" τις λέγαν. Κάποτε, να σας πω (μια ιστορία), τώρα τούτα, αδιαφόρητα είναι, αλλά θα το πω: Εμείς, ως επί το πλείστον είχαμε σκυλιά... Ήταν ένας απ’ την Πλαγιά, από δω, απ’ το Πλωμάρι, πού ήταν και γύριζε και πούλαγε ρούχα, πα’ σ’ ένα άλογο, είχε δυο κασέλες, εδώ να έτσι, κι είχε μέσα και παγαίναν και ψωνίζαν. Είχε και τσεμπέρια. Πήγε η γιαγιά μου, ζούσε, μας κοίταζε η γιαγιά μου, πήγε να πάρει τσεμπέρι. Ήταν τότες τα λεφτά κομμένα, τα πεντακοσάρια 250, τα χιλιάρικα πεντακόσιες. Είχε ο πατέρας μου, ήθελε κάτι να πάρει η μανή μ’, δώκε της 375 στη γριά, πήγε σ’ αυτόν, πήρε ένα τσεμπέρι, πήρε το όλο αυτός (δηλαδή όλα τα χρήματα), 475. Ε, ήρθε, "Ρε συ" (λέει ο πατέρας του) πήρες ένα τσεμπέρι πήρες 475;". Λέει, ένα πήρα. Ε, έφυγε, απόμεινε. Κάποτες , ήρθε πάλι αυτός στ’ Ακράσι, είχαμε πεζούλια στην εκκλησιά, είχε και μέσα σ’ ένα μποχτσά τσεμπέρια. Το σκυλί, είχαμε δικό μας ένα σκυλί, πήγε, δαγκάνει τον μποχτσά, τον πήγε μες στην αυλή, στο σπίτι το δικό μας. Τον πήγε τον μποχτσά. "Ε, τι είναι τα τσεμπέρια;". "Κάτσε κερατά, λέει, γέλασες τη γριά" ο πατέρας ’ιμ, ’πιάσε, μοίραζε τσεμπέρια!

(Τα τσεμπέρια αυτά ήταν...) λεπτά. Ε, άλλα είχανε κάτι κλαδέλια επάνω... Φορούσαν, οι κοπέλες φορούσανε άσπρα, οι γριές φοράγαν μαύρα. Βάζαν και ψηφέλια, ωραία πράγματα ήταν, παλαιά. Εγώ είχα τέτοια τσεμπέρια, είχε η μητέρα μου και τα ’δωκα στ’ ανήψια μ’, στις μικρές, στολιζόνται, πώς το λένε, του σχολείου που πηγαίνουν και τα βάζουν.


Αναφέρει επίσης τα «γλιτώματα», τα γλέντια που γίνονταν στα ελαιοκτήματα όταν ολοκληρωνόταν η περισυλλογή της ελιάς:

Είχαμε ας πούμε έναν πλούσιον, Αθανασέλλη και είχε να πούμε 30 - 40 γυναίκες και μαζεύαν, κι αν "εγλίτωνε", καύαν (καίγανε) τις καλαθίδες. Εγώ μικρός ήμουνα. Ήταν ένας κι έπαιζε γκάϊντα, είχε γκάϊντα και χορεύγαν οι μαζεύτριες. Εποχή, ήταν αναλόγως το μαξούλι που έχουμε...