|
Γανώσης Γιώργος | Λέσβος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Παλαιοχώρι, Λέσβος
• Χρόνος γέννησης

1927
• Ιδιότητα

Ο Γιώργος Γανώσης ήταν επαγγελματίας οργανοπαίχτης. Έπαιζε σαντούρι και ντραμς.

• Γονείς

Ο πατέρας του Γιώργου Γανώση καταγόταν από το Πλωμάρι. Απασχολούνταν σε αγροτικές εργασίες αλλά περιστασιακά, μέχρι το 1922, είχε πάει να εργαστεί και στη Σμύρνη στην παραγωγή κάρβουνου.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Γιώργος Γανώσης παντρεύτηκε τη Μαρία Γανώση το 1957. Ο γιος τους φοίτησε δύο χρόνια σε Ωδείο στην Αθήνα και είναι επαγγελματίας μουσικός, παίζει ντραμς. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας ήταν μέλος της στρατιωτικής μπάντας.

Παρόλο που ο πατέρας του δεν ήταν μουσικός, ο Γιώργος Γανώσης, ο μεγαλύτερος αδερφός του Παναγιώτης αλλά και ο μικρότερος αδερφός του Δημήτρης, έγιναν επαγγελματίες μουσικοί.

Ο Παναγιώτης Γανώσης ήταν επαγγελματίας μουσικός με θεωρητικές γνώσεις μουσικής, έπαιζε βιολί. Θεωρία της μουσικής διδάχτηκε σε ωδείο της Αθήνας, ενώ τους παραδοσιακούς σκοπούς του νησιού τους έμαθε από τον συντοπίτη του βιολιστή Ποσειδώνα Καραβά. Ο Γιώργος Γανώσης αναφέρει για τον Παναγιώτη:

Ο αδερφός μου ο μεγάλος, ο Παναγιώτης, όταν τον είχε εδώ ο μπαμπάς μου, λοιπόν, είχε μανία με το βιολί. Λέει ο πατέρας μου: Εγώ δεν έχω λεφτά να σε μάθω βιολί, να πληρώνω. Και σηκώνεται και φεύγει στην Αθήνα, σε Γραφείο Κηδειών, υπάλληλος. Κι όσα έπαιρνε, τα ’δινε στο Ωδείο και μελετούσε... Όταν ήρθε εδώ πάλι - το Ωδείο είχε άλλα πράγματα, έδειχνε - δεν είχε ιδέα τα παραδοσιακά που παίζαμε, τα συρτά....Ο Ποσειδών Καραβάς του ’δειξε όλα τα παραδοσιακά τούτα που ’χαμε εμείς. Και κάνει συγκρότημα ο αδερφός μου.

Ο Παναγιώτης Γανώσης υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στην Αλεξανδρούπολη, όπου έπαιζε βιολί στη Λέσχη των Αξιωματικών. Τη δεκαετία του 1940 έπαιζε επαγγελματικά βιολί στο Πλωμάρι. Σύμφωνα με τον Γιώργο Γανώση:

Στο Πλωμαρ’, στου Γιαμουγιάννη το Εξοχικό, ο Παναής μας ήταν βιολί, ο Ποσειδών (Καραβάς) βιολί, ο Γιάννης ο γιός ’ιτ ακκορντεόν. Προτού παντρευτεί και μείνει μόνιμα στην Καλλονή, παίζανε στο Πλωμάρι. Βλέπεις εγώ, πιτσιρικάς, 14 χρονών ήμουν τότε.
Στη συνέχεια, έφτιαξε μια μικρή κομπανία στο Παλαιοχώρι:
Ήταν ο Παναγιώτης ο αδερφός μου βιολί, ο Αριστής (Σκυβαλάκης) σαντουρ’, ο Παντελής (Σκυβαλάκης) αρμόνιο.

Μετά το γάμο του στα τέλη της δεκαετίας του 1940 εγκαταστάθηκε στην Καλλονή, στην Κεντρική Λέσβο. Στη συνέχεια προσκάλεσε τον Γιώργο Γανώση στην Καλλονή, τον δίδαξε σαντούρι και τον ενέταξε στο συγκρότημα. Όταν έμαθε και ο μικρότερος αδερφός, ο Δημήτρης, ακορντεόν, οι αδελφοί Γανώση έφτιαξαν πια τη δική τους οικογενειακή κομπανία που έγινε γνωστή στο νησί με την επονομασία «Τα Γανωσέλια».

Ο Παναγιώτης Γανώσης ήταν επίσης δάσκαλος μουσικής και δίδαξε πολλούς νέους στην περιφέρεια της Καλλονής.

Ο μικρότερος αδερφός του Γιώργου, ο Δημήτρης Γανώσης έπαιζε επαγγελματικά ακορντεόν και κιθάρα. Συμμετείχε στην κομπανία του αδερφού του, Παναγιώτη, στην περιφέρεια της Καλλονής τη δεκαετία του 1950. Στη συνέχεια χρίστηκε παπάς στο Χάλικα της Μυτιλήνης και εγκατέλειψε την επαγγελματική ενασχόληση με τη μουσική.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Παράλληλα με τη μουσική ο Γιώργος Γανώσης έκανε αγροτικές εργασίες και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την καλλιέργεια της ελιάς στην περιφέρεια του Παλαιοχωρίου.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 μέχρι το 1957-1958 εγκαταστάθηκε στην Καλλονή και εντάχθηκε στο μουσικό συγκρότημα που είχε φτιάξει εκεί ο αδερφός του Παναγιώτης.

Το διάστημα 1967-1968 εργάστηκε ως μουσικός στο νυχτερινό κέντρο της Μυτιλήνης «Κληματαριά».

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Γιώργος Γανώσης υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Χαλκίδα και στην Αλεξανδρούπολη. Παρουσιάστηκε το 1953:

Όντας ήμουν φαντάρος, μάθαινα σαλπιγκτής, ήταν η σχολή σαλπιγκτών, φαντάρος στη Χαλκίδα. [...] ήμουνα σαλπιγκτής. Αλλά όχι σε μπάντα, επειδή ήμουνα πρακτικός, δε διάβαζα θεωρία.

Για τα γλέντια στα καφενεία της Λέσβου τα αμέσως μεταπολεμικά χρόνια ο Γιώργος Γανώσης αναφέρει:

Παρόλο που ήτανε φτώχεια κείνα τα χρόνια, δεν ξέρω, οι άνθρωποι γλεντούσαν. Εμείς τώρα, δεν ξέρω, μονάχα άγχος γεμίσαμε... [...] Τρέμαμε. Άμα σπούσαν τζάμια, πετιώνταν γυαλιά αυτό και χάλα η δουλειά μας, πολλές φορές. Ενώ θέλαμε να ’κονομήσουμε, να πάρουμε λεφτά...