|
Καραβάς Δημήτρης | Λέσβος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Παλαιοχώρι περιφέρειας Πλωμαρίου, Λέσβος
• Χρόνος γέννησης

1934
• Προσωνύμιο («Παρατσούκλι»)

Το επώνυμο του παππού και του πατέρα του ήταν Δίβαρις. Στον παππού αποδόθηκε αρχικά ως προσωνύμιο το «Καραβάς», το οποίο στη συνέχεια ο γιος (Ποσειδώνας) και τα εγγόνια, όπως ο Δημήτρης, διατήρησαν ως αποκλειστικό επώνυμο. Όπως αναφέρει ο ίδιος:

Ο παππούς μου (στη Σμύρνη) είχε, εκείνο τον καιρό, τα λεγόμενα καράβια, καΐκια, καράβια τα λέγανε, γι’ αυτό και μας δώσανε και τ’ όνομα "Καραβά". Τ’ όνομά μας κανονικά είναι Δίβαρι. Και από τα καράβια, "Καραβά", έμεινε το "Καραβάς". Καράβια, με τα πανιά τότες.

• Ιδιότητα

Επαγγελματίας οργανοπαίχτης με βασικές θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Παίζει ακορντεόν και αρμόνιο. Σε ηλικία 7-8 ετών ενθουσιασμένος από τον ήχο του ακορντεόν που είχε φέρει ο πατέρας του (Ποσειδώνας Καραβάς) άρχισε να ασχολείται με το συγκεκριμένο όργανο.

Για την επαγγελματική του ενασχόληση με τη μουσική αναφέρει:

Εγώ, να σου πω την αλήθεια, ένα όργανο έπιασα και το βαρέθηκα, το βαρέθηκα, γιατί, ε, μ’ άρεσε η μουσική, αλλά μ’ άρεσε κατά έναν άλλο τρόπο. Δεν την ήθελα επαγγελματικά τη μουσική, δεν την ήθελα επαγγελματικά, αλλά μετά αναγκάστηκα.

• Γονείς

Ο πατέρας του, Ποσειδώνας Δίβαρις - Καραβάς (1901-1985), είχε γεννηθεί στην Σμύρνη και ήρθε στο Παλιοχώρι σε μικρή ηλικία, μαζί με την μητέρα του Ραλλιά (γιαγιά του Δημήτρη) - η οποία ήταν παντρεμένη στη Σμύρνη, αλλά καταγόταν από το Παλιοχώρι - στον πρώτο διωγμό, το 1913-15. Κατόπιν επέστρεψε στην Σμύρνη και επανήλθε στο Παλιοχώρι οριστικά το 1922.

Ο Ποσειδώνας Καραβάς απασχολήθηκε σε πολλές εργασίες στην Λέσβο, την Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη, μέχρι να εξασφαλίσει τα απαραίτητα χρήματα για να μάθει μουσική. Εργάστηκε ως παραγιός σε παντοπωλείο στο Παλαιοχώρι, βοηθός αραμπατζή στο Πλωμάρι και τον Τρίγωνα, καπνεργάτης στη Βρίσα, παραγιός στην Πλαγιά, βοηθός τυπογράφου στη Θεσσαλονίκη:

Ο πατέρας μου έλεγε ότι στη Σμύρνη είχανε μεγάλη περιουσία και ότι ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή, είχε ένα - πώς το λένε - ένα ζωνάρι. Τούτο είχε χρυσές λίρες και το ’δινε στον πατέρα μου και δεν μπορούσε να το σηκώσει! Εεε, τα χάσανε - το σπίτι τους, είχαν μεγάλο σπίτι, για σαλόνια μου μιλούσε, για κάτι τέτοια. Τα χάσανε με το διωγμό (το 1922)... Μικρός ήρθε στο Παλιοχώρι, αφού αυτοί οι κάτοικοι εδώ πέρα που τον γνώρισαν, μου έλεγαν ότι φόραγε φουστάνι. Τώρα, στη ζωή του, δεν έλεγε και πολλά εκείνος, αλλά μου έλεγε ότι δούλεψε στα καπνά, δούλεψε καροτσιέρης, δούλεψε σε τυπογραφείο. Τώρα με τη μουσική πώς ανακατεύτηκε δεν ξέρω. Διάβαζε μουσική εκείνος. Εμείς, εκείνος μας έμαθε λίγο μουσική...

Η μητέρα του Δημήτρη Καραβά, Μαρία το γένος Χρυσάφη καταγόταν από το Παλαιοχώρι, όπου είχε το πατρικό της σπίτι και λίγα κτήματα.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο πατέρας του Δημήτρη Καραβά, ήταν μουσικός, καθώς και οι αδελφοί του Γιάννης και Στρατής:

Ο πατέρας του Ποσειδώνας Δίβαρις - Καραβάς (1901-1985) απασχολήθηκε σε πολλές εργασίες στην Λέσβο, την Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη, μέχρι να εξασφαλίσει τα απαραίτητα χρήματα για να μάθει μουσική. Έλαβε τις πρώτες γνώσεις στο βιολί, από τον Μικρασιάτη βιολιστή μπαρμπα-Στέλλιο (αγνώστων λοιπών στοιχείων), που ήταν εγκατεστημένος στην Μυτιλήνη. Ο Ποσειδώνας ήταν επίσης περίφημος τραγουδιστής.

Για τον πατέρα του ο Δημήτρης Καραβάς αναφέρει:

Τώρα, στη ζωή του, δεν έλεγε και πολλά εκείνος, αλλά μου έλεγε ότι δούλεψε στα καπνά, δούλεψε καροτσιέρης, δούλεψε σε τυπογραφείο. Τώρα με τη μουσική πώς ανακατεύτηκε δεν ξέρω. Διάβαζε μουσική εκείνος. Εμείς, εκείνος μας έμαθε λίγο μουσική. Έπαιζε και ευρωπαϊκά κομμάτια και τραγουδούσε. Ε, ο πατέρας μου όταν τραγουδούσε, κι εγώ όπου να ’μουνα στο χωριό, τον άκουγα. Δίχως μικρόφωνο. Τέτοια δυνατή φωνή είχε ο πατέρας μου. Αλλά εκείνος, απ’ ότι έλεγε, χάθηκε εδώ στη Μυτιλήνη, χάθηκε ας πούμε. Ενώ, αν θα ήταν, μου έλεγε, στην Αθήνα, εκείνο τον καιρό μπορούσε να είχε κάποιο όνομα, όπως πολλοί ας πούμε, που χτυπήσαν (ηχογράφησαν) δυο δίσκους, ξέρω ’γω, και κάναν σουξέ. Είχε γράψει κομμάτια. Απ’ ότι έλεγε, για να τα χτυπήσεις στην Αθήνα τα κομμάτια, πρέπει να έχεις μέσον και τέτοια. Έλεγε ότι τα κλέβουν. Όταν έβγαινε κάνα τραγούδι καινούργιο, άκουγε φράσεις μέσα, μου λέει αυτό το μέρος είναι από δικό μου κομμάτι. Δηλαδή, πήγαινε έδινε το κομμάτι, έλεγε, ξέρω ’γω, στο παίρναν το κομμάτι και περίμενε να σε ειδοποιήσουνε και στο μεταξύ, βγάζαν τις καλύτερες φράσεις από μέσα και το εκμεταλλεύονταν αυτοί. Ενώ, αν ήταν εκεί, ήταν αλλιώς. Όταν έκανε την προσπάθεια, ήταν ήδη και μεγάλος, είχε περάσει η ηλικία και τραγούδησε όμως μερικά κομμάτια, τραγούδησε. Αυτό πρέπει να ν’ ήτανε τη δεκαετία ’60, που ’ταν στην Αθήνα, γιατί εγώ ήμουνα Αυστραλία τότε. Αλλά τότες άκουγα εγώ τα κομμάτια, δηλαδή δικά του κομμάτια 3 - 4, 5 κομμάτια, δεν θυμάμαι πόσα είχε βγάλει... Σαρανταπεντάρια (δίσκοι βινυλίου 45 στροφών) ήταν τότες. Ο πατέρας μου και στην Αυστραλία (στα τέλη της δεκαετίας του 1960) κι εκεί πέρα θυμάμαι έγραφε. Ήταν το χόμπι του να γράφει. Ναι, δικά του έγραφε. Πού τα ’χει, δεν ξέρω. Μπορεί να τα ’χει ο αδερφός μου εκεί πέρα. Γιατί, θυμάμαι εγώ τον είχα σπίτι κι έμενε, κάθουνταν με το φως τη νύχτα κι έγραφε.

Ο πατέρας μου στην Κατοχή, το 1941, ήτανε αποκλεισμένος στη Θεσσαλονίκη. Είχε πάει εκεί πέρα και με τον πόλεμο, τους Γερμανούς δεν μπορούσε να φύγει, για αρκετό καιρό. Εκεί έπαιζε το βιολί, αλλά αυτός είχε αρρώστια και μ’ ένα τσύμπαλο (το είχε κάνει ειδική παραγγελία στον κατασκευαστή Ζαφειρόπουλο στην Αθήνα, βάσει ρουμάνικου προτύπου). Μόνος του το ’μαθε. Το ’χαμε σ’ αυτό το δωμάτιο απάνω (στο Παλιοχώρι). Και που δεν πήγε αυτό το όργανο: Αθήνα, Αυστραλία... (Στα μέσα της δεκαετίας του 1940) στο Πλωμάρι ήμασταν τότες. Ο πατέρας μου δούλευε σε κέντρο, με τον Παναγιώτη Γανώση και μάλιστα, αν δεν κάνω λάθος, ο Παναγιώτης είχε μάθει βιολί από τον πατέρα μου, τα περισσότερα. Και τον είχε μαζί, δυο βιολιά, σαν δεύτερο βιολί. Ακορντεόν έπαιζε ο αδερφός μου, Γιάννης, στο Πλωμάρι. Στο Πλωμάρι τότες είχε ζωή, είχε κέντρα το Πλωμάρι, ήταν κάνα, δυο - τρία κέντρα, που δουλεύαν καλά, με τρεις ορχήστρες: Ήταν μία του πατέρα μου, κάτι άλλοι, τους λέγαν "Τουρκογιάννηδες" (προσωνύμιο των αδερφών Βερβέρη), ήταν κάτι άλλοι Πλαγιώτες, είχε άλλα πράγματα. Βέβαια δεν ήταν κάθε μέρα, αλλά ήταν τουλάχιστον δυο φορές τη βδομάδα, τρεις φορές τη βδομάδα, γίνονταν τα πανηγύρια στ’ αναμεταξύ και είχε κάποια ζωή στο Πλωμάρι. Από κει ξεκίνησε ο πατέρας μου. Αλλά δεν είχε προγράμματα, όπως σήμερα. Το πολύ-πολύ να φέρνανε καμιά γυναίκα (τραγουδίστρια) απ’ την Αθήνα, ξέρω ’γω, μια γυναίκα, αυτό ήταν, δεν ήταν παραπάνω. Και με έναν δικό μας πάλι άλλον εδώ πέρα, Παλιοχωριανό, Παντελέλης λέγεται, αδερφός του Μανώλη, ο Γιάννης, ήταν καλός, κορνέτα έπαιζε, ναι κι αυτός καλός μουσικός ήτανε. Και καμιά "τζαζ" αν είχε, πως το λένε, ντραμς. Και μιλάμε σαν ευρωπαϊκή ορχήστρα, γιατί το λαϊκό άρχιζε, όπως και τώρα, πιο αργά. Ναι, ευρωπαϊκά παίζαν πρώτα, ταγκό ήταν τα περισσότερα, ρουμπίτσες που λέγανε, κάνα σουξέ, που βγαίναν εκείνο τον καιρό. Ε, μετά έφυγε ο αδερφός μου, ο Γιάννης στην Αυστραλία το ’48. Εγώ, έβαλε κατευθείαν ο πατέρας μου εμένα στο ακορντεόν. [...] Εδώ, η ορχήστρα που είχε ο πατέρας μου ήτανε, η μία με τον Παναγιώτη Γανώση, με τον Γιάννη τον Παντελέλη. Α, είχε και κάποιον Κρητικό εδώ πέρα, που λέγαν (τον Παντελή Σκυβαλάκη από το Παλιοχώρι), έπαιζε ακορντεόν κι αυτός, αλλά έπαιζε και ντραμς καμιά φορά και τον είχαν μαζί, έναν τυφλό. Μετά, στο Πλωμάρι, ήταν άλλη ορχήστρα πάλι, εκεί πέρα. Μόνο τον Παναγιώτη Γανώση είχε μαζί του. Ήταν άλλοι μουσικοί. Δεν αλλάζανε, αυτοί ήτανε οι ίδιοι να πούμε. Αλλά βέβαια πολλές φορές, ήταν κάποιος άλλος, "Πατεντάδος" (Μιχάλης Γιαννίκος) λεγότανε, ήταν κάποιος, έπαιζε κιθάρα, λεγόταν "Καραχάλιας" (Ρουμελιώτης) Ηλίας, ήταν κάποιος άλλος έπαιζε κιθάρα, λεγόταν Χρήστος "Γεγές", κάπως έτσι, δεν θυμάμαι. Ήτανε κάτι Πλαγιώτες, "Μπουρλήδες" (Στεριανοί) τους λέγανε, ένας (ο Δημήτρης) έπαιζε κλαρίνο, άλλος (ο Κώστας) έπαιζε ντραμς. Ένας σαντουριέρης, ο Τυροπώλης που λέγαμε, ο Παναγιώτης, ήταν κάποιος άλλος σαντουριέρης "Αράπης" (Γεώργιος Καβαρνός), τον λέγανε. Τους θυμάμαι, ναι, τους θυμάμαι πολύ καλά. Ε, είχε διάφορους μουσικούς. Αλλά αυτοί ήταν οι βασικοί που δούλευε μαζί. [...] Ήταν κάτω στο Πλωμάρι, όπως είναι η παραλία πριν το βενζινάδικο Esso Papas, ήταν κάπου ενδιάμεσα, στην προκυμαία πάνω, ήταν το ξενοδοχείο του Γιάμουγιάννη και εκεί πρωτοδούλεψε ο πατέρας μου, όταν πρωτοδούλεψε, μετά τον πόλεμο, που γύρισε από Θεσσαλονίκη και φτιάξανε την πρώτη ορχήστρα κάτω εκεί πέρα, με τον Παναγιώτη Τυροπώλη στο σαντούρι.

Ο πατέρας μου ήτανε καλλιτέχνης απ’ τα νύχια ως την κορφή που λέμε. Εκτός αυτού ήτανε κι εμφανίσημος, είχε πολλά, σαν ηθοποιός ήταν, ήταν όμορφος. Στην Αθήνα πήγε μετά που φύγαμε εμείς (δηλαδή στα μέσα ή τέλη της δεκαετίας του 1950). Έπαιζε, στου "Χειλά" μου έλεγε, στην Αθήνα, εκείνο τον καιρό. Με τον Μενιδιάτη έχει φωτογραφίες, με τον Μπιθικώτση έχει φωτογραφίες, ε, δούλευε σε καλά κέντρα, του "Χοντρού" που λέγανε. Μέχρι το ’60 ήταν στην Αθήνα πια, έμενε εκεί πέρα. Κάτω στο Χολαργό μένανε, μου ’λεγε η μάνα μου.

Εκεί στο ’60, μετά το ’60, κάπου εκεί ήρθε στην Αυστραλία, τον πήρα εγώ, όταν χάσαμε τον αδερφό μας τον μικρό, τους πήραμε εκεί πέρα. Δούλεψε σε μένα, μαζί δουλεύαμε, σε κέντρα. Ε, είχαμε ένα κέντρο εκεί πέρα, στο ένα κέντρο που δούλευα εγώ, τον πήρα μαζί. Ε, μετά δούλευα, ε, είχε περάσει κι η ηλικία του και ήμασταν οι νεαροί, θέλαμε να παίζουμε τα δικά μας... και γκρινιάζαμε πολλές φορές. Εγώ τον είχα σπίτι μου. Αλλά δεν είχε πρόβλημα, γιατί εκεί πέρα μετά εκείνος πήρε και την σύνταξη του. Ήταν ο νόμος άλλος τότες, παίρναν μια μικρή σύνταξη. Δηλαδή, έτσι και ήσουνα κάμποσα χρόνια εκεί πέρα, δεν είχες ένσημα και τέτοια, έφτανες σε μια ηλικία, έπαιρνες σύνταξη.

Μετά από μένα ήρθε εκείνος στην Ελλάδα, αλλά είχε έρθει μια φορά και σαν διακοπές, σαν holidays που λέμε. Ήτανε το ’74 που είχε έρθει για διακοπές γιατί θυμάμαι, μόλις έγινε το Κυπριακό, κι είχαμε την κρίση με τους Τούρκους τότες, ο πατέρας μου έφυγε... Τότε πια ε, θα έπαιζε έτσι σε γλέντια, σε κάνα γάμο• δε νομίζω σε κέντρο να δούλευε εκείνο τον καιρό πια. Αφότου έφυγα εγώ (από την Αυστραλία) το ’71, δεν δούλεψε στην Αυστραλία, δεν νομίζω. Από κει γύρισε ο πατέρας μου μετά... Έμεινα εγώ στην Αθήνα κι ήρθε και κείνος. Αν δεν ερχόμουνα εγώ, δε νομίζω για να ερχόντανε. [...] Ερχόντανε στο Παλιοχώρι, ερχόντανε καλοκαίρια ωσότου μπορούσε. Ε, μετά που δεν μπορούσε πια, έμεινε στην Αθήνα. Είχε πάθει ένα εγκεφαλικό ο πατέρας μου και καταλαβαίνεις, μετά από αυτό, βέβαια γίνεσαι καλά, αλλά ποτέ καλά δεν είσαι.


Ο Ποσειδώνας Καραβάς πέθανε το 1985, στην Αθήνα, στην Πετρούπολη, όπου έμενε τα τελευταία χρόνια, κοντά στον γιο του Δημήτρη.

Ο μεγαλύτερος αδερφός του Δημήτρη, ο Γιάννης Καραβάς γεννήθηκε το 1931. Το 1948 μετανάστευσε στην Αυστραλία, στο Σύδνεϋ, όπου κατοικεί μέχρι σήμερα. Παίζει ακορντεόν και αρμόνιο. Ξεκίνησε να παίζει ακορντεόν στην κομπανία του πατέρα του στο Πλωμάρι, στα μέσα της δεκαετίας 19. Στο Σύδνεϋ εργάστηκε επίσης ως μουσικός: Έπαιζε αρμόνιο στα ελληνικά και ξένα νυχτερινά κέντρα.

Για τον αδερφό του ο Δημήτρης Καραβάς αφηγείται:

Στην Αυστραλία ο Γιάννης δούλεψε επαγγελματικά πιο καλά από μένα, γιατί ήτανε πολύ πιο προχωρημένος στη μουσική ο αδερφός μου από μένα. Εκτός αυτού ήτανε και ταλέντο αυτός, εγώ δεν ήμουνα. Εκείνος θυμάμαι τότες δούλευε με μια ορχήστρα, στα ελληνικά όταν πήγα, ευρωπαϊκή ορχήστρα. Έλληνες μουσικοί, απ’ την Ελλάδα, που είχαν ας πούμε, πιάνο, ακορντεόν, κιθάρα, όπως δουλεύαν κι εδώ. Τότες δεν υπήρχαν κι εκεί ακόμα ενισχυταί και τέτοια μηχανήματα και η ορχήστρα έπρεπε να ’ναι πολλά όργανα, για να μπορούν ν’ αποδίδουν. Μετά όμως ο αδερφός μου - τότες κάνανε τα λεγόμενα "τρία", τρία όργανα: Ήτανε ντραμς, ακορντεόν και κιθάρα. Εκεί ήτανε κέντρα μικρά. Ο αδερφός μου δούλευε σ’ ένα, στο καλύτερο τότε, στο γαλλικό. Και δούλευε με ξένους, με Ιταλούς και πήγαινα εγώ κι άκουγα μουσική εκεί στο κέντρο, έπαιζε ακορντεόν εκείνος. Ήταν το λεγόμενο "τρίο" ας πούμε, άλλο είχε άλλο "τρίο" πάλι, ή μπορεί να είχε πιάνο ή με κιθάρα ή μπάσο ή μια κιθάρα, τρία όργανα, ντραμς αποκλειστικά, πάντοτες... Δεν συναντιώμαστε ποτέ, γιατί παίζαμε τα ίδια όργανα. Μέναμε και μαζί. Παίζαμε το ίδιο όργανο και δεν συνεργαστήκαμε ποτέ, εκτός ελληνικά: Καμιά φορά γινόταν κανένας γάμος εκεί πέρα κι έπιανα εγώ ακορντεόν και αυτός ανακατευόταν, έπαιζε και κλαρίνο αυτός. Όπως ο πατέρας μου, ό,τι έπιανε το ’παιζε. Κιθάρες έπιανε, έπαιζε και έπαιζε και κλαρίνο.

Ο μικρότερος αδερφός του Δημήτρη, ο Στρατής Καραβάς (1937-1960) έγινε επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε βιολί, αλλά σκοτώθηκε πολύ νέος κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας.

Αυτόν δεν τον ξανάδα. Το ’60 έγινε το ατύχημα, ένα ατύχημα στο στρατό, με αμάξι. Δεν τον ξανάδα, από δεκατριών χρονών, πόσο καιρό τον άφησα, αυτός ήταν ο πιο μικρός απ’ όλους, δεν τον ξανάδα.

Ο Δημήτρης Καραβάς παντρεύτηκε την Πιπίτσα, κόρη του βιολιστή Μανώλη Παντελέλη από το Παλαιοχώρι. Έκαναν έναν γιο, τον Μανώλη, που είναι επίσης μουσικός, απόφοιτος του Εθνικού Ωδείου Αθηνών.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ο Δημήτρης Καραβάς σε μικρή ηλικία, μέχρι το 1942, βοηθούσε την μητέρα του στην περισυλλογή της ελιάς (ελαιομάζωμα) στο Παλιοχώρι:

Ό,τι έκανα εδώ πέρα, ό,τι έχω μάθει σ’ αυτό το χωριό για τα κτήματα μας είναι από έξι μέχρι δέκα - δώδεκα χρονών. Αυτά τα 4 - 5 χρόνια ήτανε εδώ στα κτήματα, γιατί πήγα στα κτήματα, βέβαια και μωρό ακόμα, κι ο αδερφός μου, και μας φόρτωνε η μάνα μου ελιές, μιλάμε από πολύ μακρινό μέρος τώρα.

Λόγω οικονομικών δυσχερειών, το 1951 μετανάστευσε στο Σίδνεϋ της Αυστραλίας κοντά στο μεγαλύτερο αδερφό του Γιάννη, ο οποίος είχε μεταναστεύσει εκεί από το 1948. Στο Σίδνεϋ, όπου έμεινε από το 1951 έως το 1971, έπαιζε μουσική σε νυχτερινά κέντρα και παράλληλα διατηρούσε ένα είδος παντοπωλείου στο ισόγειο του σπιτιού του:

Τότες είχα κι ένα μαγαζί, μπακάλικο, να το πούμε έτσι, κάπως. Το δούλευα εγώ με τη γυναίκα μου και εκεί η μουσική δεν ήταν κάθε μέρα. Ήταν τα κέντρα, όπως εδώ τώρα, κάνα Σαββατοκύριακο, ξέρω ’γω, μια Παρασκευή, τις άλλες μέρες ο κόσμος δούλευε εκεί πέρα και έπρεπε δηλαδή, εκτός τη μουσική, έπρεπε να κάνεις και κάτι άλλο εκεί πέρα. Αν θες για να κάνεις πέντε φράγκα, αλλιώς, αυτά που έπαιρνες, ίσα - ίσα θα φτάνανε, ας πούμε να περάσεις. Για να σου περισσέψουνε ξέρω ’γω, έπρεπε να κάνεις και άλλη δουλειά.

Ο ίδιος εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν στη μετανάστευση:

Τότες τα πράγματα (στο Παλαιοχώρι) ήταν πιο δύσκολα απ’ ό,τι είναι σήμερα. Δηλαδή, κανένα επάγγελμα δεν θυμάμαι να ήτανε ευχαριστημένο, απ’ ό,τι ξέρω. Όλοι φεύγανε, φεύγανε για καλύτερη τύχη, για καλύτερη ζωή. Εδώ ήταν φτώχεια, μεγάλη φτώχεια. Τώρα, τα πράγματα έχουν αλλάξει σήμερα και ο κόσμος έχει έρθει σε κάποια ισορροπία, ας πούμε, γιατί και στην Αυστραλία έχει πολύ κόσμο και στην Αμερική έχουνε. Γι’ αυτό φύγαμε, γιατί είμαστε φτωχοί άνθρωποι. Έπρεπε να κάνεις πολλές δουλειές για να ζήσεις. Κατ’ αρχήν έπρεπε να είσαι αγρότης, να είσαι αγρότης για τον εαυτό σου. Ο καθένας εδώ πέρα, σε τούτο το χωριό έχει λίγες ελιές, άλλος πολλές, αλλά όλοι κάτι έχουνε...

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο