|
Καμάτσος Μενέλαος | Λέσβος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Αγιάσος, Λέσβος
• Χρόνος γέννησης

1912
• Ιδιότητα

Ο Μενέλαος Καμάτσος είναι συγγραφέας καρναβαλικής σάτιρας.

• Γονείς

Ο παππούς του, Θεμιστοκλής Δουκάρος, ήταν μουσικός και έπαιζε σαντούρι σε μουσικά συγκροτήματα της Αγιάσου.

Επίσης ο θείος του από την πλευρά της μητέρας του, Στρατής Ρόδανος, ήταν επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε βιολί σε μουσικό συγκρότημα της Αγιάσου.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Μενέλαος Καμάτσος παντρεύτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930:

Εγώ έχω 58 χρόνια παντρειά. Τη γυναίκα μου την έκλεψα, ήταν όμορφη. Εκείνη ήταν 16 χρονών κι εγώ 26-27. Εδώ κοντά έμενε, πρόχειρα πράγματα, ανέβαινα από τις ελιές και την είδα, λέω τούτη πρέπει να την πάρω. Ύστερα οι γονιοί της δεν τη δίναν επειδή είχε άλλες δυο αδελφές πιο μεγάλες. Είχαμε αλληλογραφία. Είχα εργάτριες εδώ και τους έδινα τα γράμματα και τις τα πηγαίνανε. Εγώ μια γυναίκα ήθελα, την πήρα. Ούτε προύκες ήθελα ούτε τίποτα. Πέρασα καλά, μακάρι να γυρίζαν τα χρόνια πίσω.

Για τα μέλη της οικογένειάς του, ο Μενέλαος Καμάτσος αναφέρει:


• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ο Μενέλαος Καμάτσος είχε βιοτεχνία κατασκευής ελαιοπάνων, την οποία διατήρησε μέχρι το 1949, οπότε μετανάστευσε στην Αργεντινή. Για την εξασφάλιση της πρώτης ύλης (τρίχα), συνεργαζόταν με ‘τσελιγκάδες’ και με καταστήματα της Βόρειας Ελλάδας. Ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά:

Επί ανταρτοπολέμου πήγαινα μέχρι τα σύνορα, αγόραζα κατσικότριχες. Στη Δράμα, στα βουλγαρικά σύνορα, με τα καΐκια. Φόρτωνα λάδια από ’δω, τα πούλιουμ και από κει. Είχαμε μια παρέα, 4-5 νομάτοι ήμασταν, δεν ήμουν μοναχός ’ιμ, κι επειδής ήμουν εγώ ο πιο νέος είχα αναλάβει εγώ αυτή την υπηρεσία. Από τσελιγκάδες [έπαιρνα την τρίχα], είχε και μαγαζιά που την κάναν, Εβραίοι, στη Δράμα, στην Καβάλα, στη Ξάνθη, Κομοτηνή (τη δεκαετία του 1930).

Με τα ελαιόπανα που έφτιαχνε προμήθευε διάφορες περιοχές της Ελλάδος:

Τα στέλναμε σε όλη την Ελλάδα, μέχρι την Κέρκυρα, Κρήτη, Πελοπόννησο, Κύθηρα, παντού, Αιγαίο. Όπου είχε ελιές. Καμιά εικοσάδα βιοτεχνίες ήταν, κάπου 400 άτομα δουλεύαν (στην Αγιάσο). Τώρα δεν υπάρχει κανένας, βγάλαν τα αυτόματα τα εργοστάσια τώρα. Είχε δυο τρία κλωσταριά έδιου (στη συνοικία ‘Σταυρί’ της Αγιάσου), άμα τραγουδούσαν οι γυναίκες ήταν!.. Αρχόνταν ξένοι, κάθονταν λογιάζαν. Απ’ την Τουρκία ήταν φερμένη κι αυτή η δουλειά, δεν την εξέραν έδιου, φαντάζομαι.

Για την αποστολή των ελαιοπάνων ναυλώνανε πλοία:

Απ’ ούλα (τα πλοία), τα ναυλώναμε. Έναν φίλο Πλωμαρίτη είχα καλόν, καπετάνιο. Μ’ αυτόν πήγαμε στο Πλωμάρ’ , είχαμε λάδια, σαπούνια φορτωμένα, πολλά πράγματα, τα πήγαμε στις Κυκλάδες. Λάδια πηγαίναμε παντού, όπου δεν είχε, Κυκλάδες, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη.

Στην περίοδο της Κατοχής των Γερμανών ο Μενέλαος Καμάτσος έφτιαχνε ελαιόπανα για τους Γερμανούς. Οι συναλλαγές γίνονταν με όρους ανταλλαγής σε είδος:

Είχα βιοτεχνία, βγάζαμε πανιά τ’ς Γερμανοί εδώ…Μετά τον πόλεμο αρχίσαμε τα ταξίδια, από το ’44-’43. Βλέπεις δίναμε πανιά στα εργοστάσια με το λάδι, και το λάδι έπρεπε να το κάνουμε παράδες μετά, για να το ανταλλάξουμε με άλλα πράγματα, κι ανάλαβα εγώ αυτή τη δουλειά. Και κάθομαι και σκεύομαι ντα τώρα και ... Με το λάδι έπαιρνα άλλα πράγματα, δεν τα παίρναμε τα χρήματα τότε, για ρύζι παίρναμε για τρόφιμα … Τίποτα δεν είχε τότε εδώ, αφού ήταν κατοχή, μόλις φύγαν οι Γερμανοί. Τίποτα δεν είχε. Οι παράδες μέχρι το ’49, ήταν αμφιταλαντευόμενοι, δεν τους παίρναν γιατί ήταν μια αστάθεια. Μέχρι το ’50 κάναμε ανταλλαγή σε είδος. Αυτή ήταν η κατάσταση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Μενέλαος Καμάτσος, επιστρέφει στην Ελλάδα, μετά από δύο χρόνια διαμονής στην Αργεντινή:

Οπότε δεν είχα πια τη βιοτεχνία που είχα. Και μπέρδεψα εδώ με ένα φίλο μου, είχε φούρνο. Πήγα στο Δημοκράτη---μιαν άδεια και πήγα και την πήρα 300 λίρες χρυσές, 170 (δραχμές) η λίρα είχε, κι ήρθε ύστερα ο Παπαδόπουλος και τις ’δώσε μια κλωτσιά και τις χάσαμε. Ποιος μπορεί να τα αντέξει, και τούτα είναι κοντοσύλλαβα δε τα λέω να πούμε [...]. Ύστερα από κει κάναμε το εργοστάσιο στου «Καλαμάρη» (στη Μυτιλήνη), 50 ψωμάδικα, ένα χρόνο πήγαμε - πέσαμε έξω. Άλλα 3,5 εκατομμύρια έχασα. Βγάζω ένα αυτοκίνητο πάλι καινούριο, ξανανοικιάζω φούρνο, αρχίσαν πάλι. Οπότε μετά βαρέθηκα πια, τα ξαμόλαρα. Ήρθα εδώ, είχαμε κάτι κτήματα και ασχολιέμαι μ’ αυτά πλέον. Το ’90 έπαθα μια φλεγμονή πρήστηκα ολόκληρος. Με κάναν 4 παρακεντήσεις χωρίς να με ναρκώσουν και μία εγχείρηση, γιατί είχα το ζάχαρο. Απόρησαν οι γιατροί την αντοχή μου. Τώρα πια απ’ το ’90, έδεσα τα χειρέλια μου κι ασχολούμαι με τα τραγούδια.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Ο Μενέλαος Καμάτσος κατοικεί μόνιμα στην Αγιάσο, εκτό από το διάστημα 1949-1951 οπότε μετανάστευσε στην Αργεντινή. Την περίοδο που διατηρούσε τη βιοτεχνία ελαιοπάνων (δεκαετίες 1930-1940), ο Μενέλαος Καμάτσος, ταξίδεψε επανειλημμένα σε αρκετά μέρη της Ελλάδος, όπως στον Πειραιά, Βόρεια Ελλάδα, νησιά Αιγαίου, για τις ανάγκες της εργασίας του.

Μετανάστευσε στην Αργεντινή το 1949, όπου διέμεινε για 2 χρόνια. Για την μετανάστευσή του, ο ίδιος αναφέρει:

Το ’49 έφυγα στην Αργεντινή, έκανα δυο χρόνια. Οικογενειακώς, πήγα για δουλειά αλλά δε βρήκα εκεί μια κατάσταση. Είδα ότι κανείς δεν είχε κάνει τίποτα ύστερα από τόσα χρόνια. Και λέω, πριν ξοδιάσω τους παράδες μου πρέπει να φύγω ξωπίσω.

Παραθέτει τα σχόλια ενός συγγενικού του προσώπου, για την απόφασή του να μεταναστεύσει:

Είχα μια θεία στη Β. Αμερική κι άμα έμαθε ότι θα φύγω στην Αργεντινή, έγραψε ένα γράμμα και λέει: «Απορώ τι σε ’κανε εσένα και θες να φύγεις στο εξωτερικό. Εγώ απ’ τους ανθρώπους που μαθαίνω, γιατί όποιος έρθει απ’ το χωριό θα περάσει από το σπίτι μου, έχιν να κάνιν με τη ζωή που κάνεις. Έχεις τη δουλειά σ’, έχεις το μαγαζί σ’, και της γράφω: «Δε μ’ αρέσουν οι ανθρώποι». Και μου ξαναγράφει: «Τα μάτια σου δέκα, κοντά σ’ παλιαθρώπ’ τρύπων’ ανάμεσα ντουν. Εγώ έχω τριανταπέντε χρόνια και δεν αξιώθηκα να ’ρθω. Σουσουμιάζω να ’ρθω να κάτσω απ’ έξω απ’ την πόρτα και να βάλω το μπρίκι στη φωτιά να ψήσω καφέ και να πιάσω μια φλυτζάνα, απ’ τα αγγειοπλαστεία ε, και να φτύσω λέει κι έπειτα ας πεθάνω.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Το 1933, ο Μενέλαος Καμάτσος υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία, στο Τάγμα Γεφυροποιών στη Λάρισα. Το 1939 παρουσιάσθηκε στα βουλγαρικά σύνορα για μετεκπαίδευση, και το 1940 συμμετείχε στον πόλεμο στο Αλβανικό μέτωπο:

Το 1933 φεύγω κληρωτός στη Λάρισα, δυο χρόνια. Το ’36 έλαβα μέρος στο κίνημα του Βενιζέλου. Το ’39 με πήραν για 1 μήνα μετεκπαίδευση κι έβγαλα 5 μήνες στα Βουλγαρικά σύνορα, στο Νέστο. Γυρίζω στις 20 Οκτωβρίου, στις 28 γίνεται πόλεμος στην Αλβανία, φεύγω ξωπίσω, καταλαβαίνεις τώρα. Επτά μήνες …

Ο Μενέλαος Καμάτσος περιγράφει την κατάσταση των στρατιωτών που επέστρεφαν από το Αλβανικό Μέτωπο:

Απ’ τις Αγιοί Σαράντα ήρθα με τα πόδια στην Αθήνα, 17 μερόνυχτα δεν εκοιμήθηκα. Τα πόδια μου πρηστήκαν, πέταξα τις αρβύλες και τα τύλιγουμ’ μι τα πανιά. Και νυστ’κοί, ήταν Απρίλης μήνας και τρώγαμε τ’ς κόκ’ απ’ τα δέντρα.

Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής, ο Μενέλαος Καμάτσος υπήρξε μέλος του Ε.Α.Μ.:

Τέλειωσε η κατοχή, εντάσσομαι στο Ε.Α.Μ. απ’ τους πρώτους. Είχα βιοτεχνία, βγάζαμε πανιά τ’ς Γερμανοί εδώ. Παίρνω διαταγή από την οργάνωση να τα σαμποτάρουμε. Εν ήταν εύκολη δουλειά αυτή, αλλά τι θέλαμε να κάνουμε, αφού ήταν οργάνωση τότε που ’μασταν. Συνεννοηθήκαμε με έναν άλλο λοιπόν να τα σαμποτάρουμε. Τα βρέχαμε σε ορισμένο μέρος, λίγο στην άκρια, κι ύστερα τα κάναμε μπάλες και τα βάζαν στις αποθήκες οι Γερμανοί, αυτά βγαίναν το Καλοκαίρι. Ίσαμε να τα μοιράσουν στα εργοστάσια να τα ανταλλάξουν με το λάδι, αυτό το κομμάτι άναβε, και μόλις τα βάλαν... Ήρθαν εδώ μια μέρα, μας πιάσαν μας κατεβάσαν στη Μυτιλήνη, μας πήγαν στο Διδασκαλείο. Πρώτον φωνάξαν εμένα στη Γκεστάπο. Αλλά το περίεργο ήταν που ’χαν ένα διερμηνέα, εγώ μόλις τον είδα - ξέρεις ένα μάτι διαβολεμένο που έχω - τούτος λέω δεν είναι Γερμανός. Απ’ τις ανακρίσεις που έκανε, το χαμόγελο, δεν είχε την αγριότητα που είχαν οι κερατάδες, είχαν κι ένα σκύλο - με συγχωρείς - τέτοιονα και κάθοταν απ’ τη πάντα, έτοιμο να σε μουντάρει. Μ’ αφήκαν. Με την αύριο πήραν τον άλλο, ό,τι είπα εγώ είπε κι αυτός. Μας βάλαν πάλι. Μας βάζαν, μας βγάζαν, αυτό γινότανε, Δυο μήνες. Είχα έναν κουμπάρο στη Μυτιλήνη που είχε έναν άλλο διερμηνέα, ήταν πολύ φίλοι και ότι θέλαν οι Γερμανοί τον ειδοποιούσαν. Λοιπόν έρχεται μια μέρα, λέει να του πούμε ποιος είχε κάνει το σαμποτάζ. Εν τω μεταξύ η οργάνωση μας ειδοποίησε να μας πάρει, να φύγουμε. Αλλά εγώ είχα τη γυναίκα και το παιδί, ένα μωρό έχω. Συνεννοηθήκαμε με τον άλλο, τι να κάνουμε; Σκεφτήκαμε, ήρθαν κάτι άλλοι από το χωριό μας και τους στείλαμε σε ορισμένα πρόσωπα που τα ξέραμε από τα εργοστάσια και φτιάξαν μια επιστολή και εγγυόταν ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα στα πανιά, πάντοτες σπούσαν, όταν οι ελιές ήταν χαλασμένες μες στα αμπάρια και ήταν σάπιες, κι ότι είναι οι καλύτεροι τεχνίτες και δεν ξέρω ’γω. Κι έτσι λοιπόν, με λίγα λόγια στα λέγω, γλυτώσαμε. Δεν επέρασε κανάς μήνας, είχα ένα φίλο, Γιαννακό τον λέγανε, είχε εργοστάσιο στα Βασιλικά, με έστειλε σημείωμα, λέει ‘‘έλα και σε θέλω’’. Πάω, είχε - με συγχωρείς - καμιά εφτακοσαριά οκάδες τρίχα, έκανε ανταλλαγή με το λάδι απ’ ένα καπετάνιο, και με φώναξε να την επάρω να αφήσω πανιά για το εργοστάσιο για να βγάλουν λαθραία λάδια. Πράγματι ήρθα έδιου, ήμασταν 4-5 που συνεργαζόμασταν, [...], μας προδώσανε. Έρχονται μας ξαναπιάνουν. Εμένα μου κάναν πολλές φορές μπλόκο γιατί ξέραν πως έκανα ταξίδια εγώ κι ερχόνταν και γυρεύανε. Μας πιάσαν λοιπόν, λέει ο διερμηνέας ‘‘να πείτε την αλήθεια γιατί σας έχουν προδομένοι και πόσα λάδια’’ - με συγχωρείς -. ‘‘Πράγματι’’ λέω ‘‘με ειδοποίησε ο Ταλιάνης να πάμε να πάρουμε τρίχα να την εκάνουμε πανιά για να βγάλουν οι Γερμανοί τα λάδια, να τα δώσιν να πάριν τρόφιμα, να πληρώσουν κι εμάς που πήραμε τους εργάτες’’. Αυτοί το χάψαν οι Γερμανοί, αλλά ένας από εμάς που καθόνταν απ’ έξω άκουσε που είπαν οι Γερμανοί ‘‘Taliani telephone’’, να δούνε είναι έτσι που τα είπαμε. Τρέχει λοιπόν αυτός λέει ‘‘πάρε επειγόντως τον Ταλιάνη και πέσ’ του να μη παρουσιαστεί άμα τον φωνάξουν οι Γερμανοί’’. Πράγματι λοιπόν το πρόλαβε, δεν παρουσιάστηκε. Το βράδυ, πήγα και τον βρήκα του λέω ‘‘Γιάννη άμα σε καλέσουν οι Γερμανοί θα πεις ότι πράγματι την τρίχα την έδωσα στον άνθρωπο να βγάλει πανιά να...’’