|
Κουτζαμάνης Ιωάννης | Λέσβος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Κάπη, Λέσβος
• Χρόνος γέννησης

1923
• Προσωνύμιο («Παρατσούκλι»)

Το ‘Κουτζαμάνης’, ο πατέρας μας ήταν απ’ τ’ν Μικρά Ασία. Λοιπόν αυτοί λέγινταν Δημητρίου. Το ‘Κουτζαμάνης’, το βγάλαν οι Τουρκ’. Επειδή αυτοί ήταν μιγαλόσουμ’, τ’ς λέγαν ‘Κουτζαμάνδις’. Τσι ντου κιρό που ήρθι η πατέρας μ’ πια, τ’ φάν’τσι πιο εύκουλου, πιο καλό του Κουτζαμάν’ς. Τσι γράφτσι έτσ’.

• Στοιχεία καταγωγής

Γεννήθηκε το 1923 και έζησε στην Κάπη Λέσβου, εκτός από την τριετία 1949-1952, όπου εργάστηκε ως κουρέας στην Αθήνα [Γλυφάδα] και ταυτόχρονα έλαβε μαθήματα μουσικής.

• Ιδιότητα

Oργανοπαίχτης με λίγες θεωρητικές γνώσεις μουσικής και τραγουδιστής, παίζει κιθάρα και ακορντεόν:

Ε, όλ’ τραγουδάγαμε, δεν είχαμι τσι μικρόφωνα. Δεν είχαμι μικρόφωνα πρώτα. Τώρα τσι να μην ήξιρις κανέ τραγούδ’ μες του ταβατούρ’, τα νταβούλια τσι τα αυτά, έλιγις τσι άλλα!

• Γονείς

Ο πατέρας του Ι. Κουτζαμάνη ήταν αγρότης και καταγόταν από το Αντά Τιπέ της Μικράς Ασίας, ο οποίος μετά το 1922 εγκαταστάθηκε στην Κάπη. Η μητέρα του, το γένος Βαρελτζή, καταγόταν από την Κάπη:

Ο πατέρας μ’ το ’22 ήρθε, στην οπισθοχώρησ’ δηλαδή, ήταν φαντάρους τσι γλύτουσι. Τα αδέρφια τ’ όλα τα σφάξαν οι Τούρκοι. Απ’ τον Αντά Τιπέ ήταν. Μιτά που ήρθι στην Κάπ’ τσι γνώρσι ντ’ μητέρα μ’, που ήταν Καπιώτ’σα, τσι ντ’ πήρι. Είχει υπηρετήσ’ πουλλά χρόνια σντ’ Τουρκία, στο Μικρασιατικό πόλεμο που είχαν με τους Τούρκους. Ε, μιτά, γίντσει η οπισθοχώρηση, τέλειωσε ο πόλεμος, κι επειδή ήταν μόνους πια παντρεύτσει ντ’ μητέρα μ’. Κατευθείαν έμεινε στο χωριό [στην Κάπη] το ’22. Γιατί πρώτα γίν’τσι ένας άλλους διουγμός, του ‘12 νομίζω, είχε έρθ’ όλ’ η οικουγένεια εδώ. Οι αδερφάδες τ’, τα άλλα αδέρφια, τσι μιτά που έγινε πάλι η ειρήνη, φύγαν όλ’ πάλι μαζί, κι ήξιρι τη Κάπ’ εκείνος. Νομίζω όμως η μητέρα τ’ ήταν Καπιώτ’σα. Ο πατέρας μ’ ήταν τρεις αδερφάδες και δυο αδέρφια, και ήταν όλ’ εδώ τότις κι γλύτουσι μόνο εκείνος, επειδή ήταν φαντάρος.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Ι. Κουτζαμάνης παντρεύτηκε το 1957 και η σύζυγός του κατάγεται από την Κλειού:

Παντρεύτ’κα του ’57. Με έρωτα σχεδόν, προυξινιό, να όλα μαζί.

Στην οικογένειά του υπήρχαν οι ακόλουθοι μουσικοί:


• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ο Ι. Κουτζαμάνης ήταν και κουρέας, επάγγελμα που το ακούσε καθημερινά ως βασικό βιοποριστικό. Έμαθε την τέχνη στο κουρείο του Γιώργου Καπάνταη, το 1939. Στη συνέχεια, αφού εργάστηκε ως κουρέας σε διάφορα καφενεία της Κάπης, κατέβηκε στην Αθήνα το 1949, για να λάβει μαθήματα μουσικής και εκμάθησης ακορντεόν. Στο διάστημα που παρέμεινε στην Αθήνα εργαζόταν στο κουρείο του Καπιτάν-Διαμαντή στη Γλυφάδα, η σύζυγος του οποίου ήταν Μυτιληνιά. Στο κουρείο αυτό παρέμεινε μέχρι το 1952, οπότε επέστρεψε στην Κάπη:

Πήγαινα στου Καπάνταη ντου Γιώργου τσι μάθαινα κουρέας. Σι έπαιρνε ο κουρέας κι έβαζε ντου πατέρα σ’ να ξυρίγσ’, να ντου κουρέψ’ς, τσι κανέ φίλου σ’. Λοιπόν, τσι μάθινις πα’ σ’ αυτνού του κιφάλ’. Διότι δεν είναι μια τέχν’ που να σου δείχν’. Έτσ’ θα πιάσεις του ψαλίδι, έτσ’ του ξυράφ’, αλλά έπριπι να συνιθήσ’ να κόβ’ του χέρ’. Κανέ χρόνου κάθσα ικεί. Ύτσιρα τούτους, ι Καπάνταης ι Γιώργους αρρώστσι. Πήγι κι μια φουρά στου Σανατόριου. Κι του μαγαζί του δούλιυα ιγώ πια μιτά. Ε, μ’σα-μ’σα [τα κέρδη] […].

[…] Ιγώ πια φεύγουντας απ’ ντν’ Αθήνα, ήρθα ιδώ, άνοιξα μαγαζί. Όχ’ μαγαζί, μες τα καφινεία δουλεύαμι τότι. Δούλεψα στο ‘Άνθος’ , είχαμι μια καρέκλα δίπλα στου καφινείου, στην άκρια, κι ξυρίζαμι ικεί. Μιτά πήγα στ’ Β’ντανή ντου καφινέ. Μιτά στ’ Γιωργαλά του καφενείο , μες τ’ Χατζησάββα πήγα. Τσι μιτά, του μαγαζί που κάθουμι τώρα ιδώ, του νοίκιασα πρώτα. Ύστιρα ήθιλι να του πουλήσ’ η γριά η Περικλήδινα, κι τ’ αγόρασα ιγώ τσι έμεινα πια ικεί. Έχω εργασία τώρα απ’ του ‘40 να σου βάλω σα κουρέας είνι 57 χρόνια.


Για τον συνδυασμό των δύο επαγγελματικών του ενασχολήσεων ο Ι. Κουτζαμάνης υπογράμμισε:

Ε, άμα είσαι νέος αντέχεις. Τώρα τα δυο τα επαγγέλματα, ταιριάζουν να πούμε, σχόλες να πας να παίξ’ς, κι σχόλη να ξυρίσεις. Μόλις αρχόμ’ ιγώ απ’ του παίξμου που λέγαμι, ξ’μηρουμένους πήγαινα στου ξυράφ’. Αλλά τότις ήμασταν νέοι.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Για τις σχέσεις με τους Τούρκους, στις αρχές του 20ου αιώνα στην Κάπη, ο Ι. Κουτζαμάνης ανέφερε:

Ντου κιρό που γίνκει η οπισθοχώρισ', ντου κιρό που ήταν ιδώ οι Τούρκ΄, δε πειράζαν κανέναν Έλληνα. Οι αυτοί φύγαν μιτά ανενόχλητ' δε τσ' πειράξαν οι Έλληνις ιδώ. Ενώ σι άλλα χουριά φεύγοντας οι Τούρκ' άλλουν σκουτώσαν κι άλλουν [...]. Όλα τα κτήματα ιδώ, που έχ' η Κάπ', τα 90%, ήταν Τουρκικά, ήρταν [μετά] οι Μικρασιάτες, και τα πήραν όλο Μικρασιάτες. Άμα ήθηλις να αγουράγς', ήπιρνις. Παίρναν μουνάχα αυτοί που είχαν κτήματα ικεί. Τι περιουσία είχις εκεί, κι παίρναν το ανάλογο μερίδιο. Αλλά άλλ', παίρναν τσι λιφτά, παίρναν [...], ουμουλουγίις είχι τότις. [Ο πατέρας μου] πήρε 3-4 κτήματα, πήρε πολλά λεφτά, διότι ήταν πλούσιοι, είχαν αρκετά χουράφια. Αλλά ήρθι νεαρός κι απ' ντου πόλεμου κι απ' τα αυτά, τσι τά 'τρουγει κάθα βράδ' σντ' μουσική, τα πουλλά τα έφαγει σντ' μουσική [...]. Ξέρς' τι συμβαίν'; Εδώ ήρθαν πουλλοί Μικρασιάτες. Αφού όσοι ήταν οι Τούρκ' ιδώ, ήρθαν άλλ' τόσοι Μικρασιάτες, σε άλλα χωριά μπορεί να μην πήγανε. Γιατί είχε χωριά που δεν είχι Τούρκ', μπουρεί να είχι μια περιφέρεια εδώ Καπιώτες κι να 'χαν χουράφια στου Μανταμάδου. Τ' Μανταμαδιού ντ' περιφέρεια λεν ότι ντν' είχαν οι Καπιώτις οι Τούρκ' παρμέν’, όλα. Και στις Σαρακίνες από δώ κι [...]. Τσ’ είχαν πάρει οι Ρωμιοί μετά αλλά είχαν περιφέρειες οι Τούρκ’ οι Καπιώτες, οι αγάδις […].

[…] Δεν ξέρω να ‘χει Τούρκοι να δουλεύουν στους Έλληνες. Πάντους όπου είχει καλά νιρά, κι καλά αυτά, πηγαίναν ικεί κι καθόταν οι Τούρκοι. Οι πουλλοί οι Τούρκ’ ήταν ιδώ, στην Κάπ’, στην Κλειού. Στην Κάπ’ προυπαντώς είχει πουλλοί Τούρκ’ γιαυτό είχει κι του Τζαμί. Το Τζαμί κάναν λάθος οι δικοί μας που το ρίξαν, απ’ το 1950 κι μιτά, ήταν ανοιχτός τόπους. Ι μιναρές τους ήταν [...], ανιβαίναμι ιμείς οι μικροί πάνω, κατιβαίναμι [...]. Κι του Τζαμί τους να πούμι του είχει πάρ’ ι Καραγιώρς’ ι γέρους, κι του είχει για τα ζώα τ’, κακώς τα κάναν αυτά οι δικοί μας. Κι μεις τώρα που λέμι αυτοί που τα κάναν Τζαμιά κι βάζουν ζώα κι αυτά, τα ίδια κάναμι κι μείς […].


Ο Ι. Κουτζαμάνης δεν υπηρέτησε στο στρατό:

Δεν πήγα φαντάρος διότι είχα του πόδ’ μ’, λόγω αναπηρίας. Δεκατέσσερων χρονών, είχα πάθ’ οστεομυελίτιδα.

Για την πολιτική του δράση ανέφερε:

[…] Τσι μιτά που έφυγα στν’ Αθήνα, πήγα. Τότις ι αδερφός μ’ η Μιχάλς δούλευε σ’ ένα βενζινάδκο. Είχε ικεί δίπλα ένα κουρείου [...]. Τότις ιδώ ήταν αντάρτικο, ιγώ είχα βεβαρυμένο [...], ήμουν υπεύθυνος στα ‘Αϊτόπουλα’. Λοιπόν, έπρεπε να φάγου όχ’ μουνάχα φυλακή [...], αλλά επειδή είχα ένα μπάρμπα ιδώ τουν Ευριπήδη, που ήταν νουνός μ’, τσι ήταν αυτοί τότι, ήταν στην Κοινότητα πρόεδρος, γι’ αυτό δε μι πειράξαν ιμένα. Ήταν η ΕΠΟΝ, εμείς γράφκαμι πρώτα στο ΕΑΜ. Μιτά η νεολαία ξιχουρίστκει κι έγινει η ΕΠΟΝ. Λοιπόν, η ΕΠΟΝ έβγαζει καθουδηγηταί, ιμένα μι ρίξαν, επειδή είχα κι αγάπ’ στα πιδιά, μι καταλάβαν αυτοί, τσι έκανα μαθήματα στα πιδάκια. Όλο το δημοτικό τσι κάναμε μαθήματα, ερχόταν απού κάτου βιβλία, τσι τα διαβάζαμι. Τσι τώρα αυτό δε ντουν σύμφιρνει ντουν πλουσίων, αυτά που λέγαμι ιμείς, κατάλαβεις; Φανερά γινόταν [τα μαθήματα]. Αλλά βλέπ’ς οι πιτσιρικάδις […], [τους ρωτούσαν μετά]τι σας κάναν σήμιρα ικεί, τσι τα λέγαν τι μας είπαν, τι είπαμε. Ε, δε μπορούσαν να κάνιν τίποτα γιατί τότις ήταν ΕΑΜ. Μετά όμως, γυρίσαν τα πράγματα, ιμείς έπρεπε να πάμε φυλακή. Μι γλύτουσει [ο νονός μου] διότι σι παίρναν απού κάτου, σι ρμάζαν στου ξύλου κι άντι στου μπουντρούμ. Σ’ λεγ’ αυτόν δε θα ντου πειράξτει. Όποιοι δίναν ουνόματα απού δω αυτόν θα πιάγσ’, ιμένα δε μι δώσαν του όνουμά μ’. Τς ιντου κιρό που πήγα στν’ Αθήνα ιγώ, πήγα μες του κουρείου αυτό, είχε 5 πολυθρόνες τσι έναν κουρέα μέσα. Άμα πήγα ικεί γνωρίστηκα μι του πιδί, μι ντουν αδιρφό μ’ τα είχαν πει. Λεγ’: ‘Γιάνν’ ξέρς’ τίνους είνι του κουρείου τούτου; Είνι τ’ Καπιτάν-Διαμαντή’. Τότις στη φούρια ο ανταρτοπόλεμος, κι ου Καπιτάν Διαμαντής ήταν απντ’ Γλυφάδα κι δρούσε στην Πελοπόννησο, πρόσεξε λεγ’ μη λές τίπουτα. Ιγώ είμι απ’ του Φάληρου ιδώ, αλλά έχω Μυτιληνιά γυναίκα. Ιδώ λεγ’ ούλ’ τσ’ μαζέψαν ήταν αριστεροί κι πήγαν για ντουφεκισμό. Λοιπόν, κάθε βράδ’ ερχόταν η μάνα τ’ Διαμαντή να παρ’ ντου λουγαριασμό, διότι εμείς δ’λεύαμι μισά εμείς κι μισά του μαγαζί. Λοιπόν, να η Ασφάλεια μέσα, μι ρουτήσαν ιμένα, λεν ισύ από που είσαι; Λέου απντ΄ Μυτιλήν’. Τώρα λεν ανεύκεις; Λέου τώρα ήρθα. Γιατί ήρθεις ιδώ; Λέου μι κυνηγήσαν οι αντάρτις. Αρνήθ’κα κι γω ντου Χριστό. Λεν πρόσιξι, θα πάρουμι κάτου να ρουτήσουμι ποιός είσαι, λέου πάρτε. Πήραν κάτου, ήταν ου νουνός μ’, λέει τούτος είναι δικός μας, κι έτσ’ δε μι ξαναενοχλήσαν. Λέγαν σντ’ μητέρα αυτνού, πως άμα μαγκώσουμι ντου γιό σ’ απάνου, θα σ’ φέρουμι μουνάχα του κιφάλ’ τ’. Η καημέν’ η γριούλα δε μλούσει καθόλ’ τίπουτα.