|
Κυριακόγλου Ευστράτιος | Λέσβος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Κάπη, Λέσβος
• Χρόνος γέννησης

1945
• Προσωνύμιο («Παρατσούκλι»)

Εμείς [η κομπανία τους] είμαστε οι ‘Μενέλαηδες’ ας πούμε, από το όνομα του πατέρα μου ή η μουσική της Κάπης, οι ‘Καπιώτες’ ας πούμε. Πήγαμε και κάναμε μια γιορτή στο Δημοτικό Θέατρο, έγιναν και οι απαραίτητες κριτικές εκεί μέσα, ‘μπράβο στα παιδιά που χορέψαν’, ‘μπράβο και στην ορχήστρα του Ρόδανου’, ναι αλλά εμείς δεν είμαστε η ορχήστρα του Ρόδανου! Λέω εγώ, ότι έχει επικρατήσει το εξής: Ελλάδα είναι η Πελοπόννησος και η Κρήτη, Μυτιλήνη είναι η Αγιάσος και το Πλωμάρι!

• Στοιχεία καταγωγής

Ο Ευστράτιος Κυριακόγλου γεννήθηκε στις 1 Μαΐου του 1945.

• Ιδιότητα

Οργανοπαίχτης με θεωρητικές γνώσεις μουσικής και τραγουδιστής. Παίζει ντραμς, μπουζούκι και κυρίως ακορντεόν:

Σε άλλη γλώσσα δεν ξέρω [να τραγουδάω], μόνο στα Ελληνικά. Ε, ο κάθε ένας τραγουδιστής έχει το συγκεκριμένο του πλάνο έτσι, και ξέρεις μερικά τραγούδια θα μπορούσα να τα μάθω, αλλά δεν τα ήθελα να τα μάθω και δεν τα μάθαινα ή μπορεί να τα παίζω ας πούμε και να τα τραγουδάνε άλλοι, εγώ δεν θέλω να τα λέω.

• Γονείς

Οι γονείς του κατάγονταν από την Κάπη. Ο πατέρας του, Μενέλαος Κυριακόγλου, γεννήθηκε το 1911 και ήταν μουσικός. Έπαιζε βιολί και τρομπόνι και είχε θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Απασχολούνταν ωστόσο και με αγροτικές εργασίες, κυρίως στα δικά του κτήματα:

Ο παππούς μου τον έστειλε τον πατέρα μου έτσι, στην Μυτιλήνη σ' ένα δάσκαλο, τον Μυρογιάννη, να μάθει βιολί, έμενε στην Μυτιλήνη. Έμεινε στην Μυτιλήνη, σπούδασε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, μετά φαίνεται ότι με τις ανάγκες εκεί της οικογενείας, δεν τα έβγαζε [πέρα]. Μάλιστα σπούδαζε και ήταν συμμαθητής με κάποιον πολύ καλό βιολίστα, τον Γιάννου τον Χαράλαμπο. Τον Χαράλαμπο τον Γιάννου, από τον Μανταμάδο. Μαζί ξεκινήσαν να μάθουν, μετά απεσύρθει ο πατέρας μου εδώ για τις δουλειές τις οικογενείας, μετά ξαναπήγε, αλλά άμα ξαναπήγε, λέει ο πατέρας μου ότι ο Γιάννου είχε προχωρήσει πολύ! [...] Ο πατέρας μου [Μενέλαος Κυριακόγλου] έπαιζε τα ντόπια με το βιολί, αλλά μετά που ήρθε εδώ, επειδή οι ορχήστρες είχαν βιολιά μέσα και είχε πρόβλημα εργασίας, το γύρισε και αυτός στα πνευστά και έπαιξε τρομπόνι. Το οποίο, έπαιξε καλύτερα τρομπόνι από ότι βιολί, ίσως του άρεζε πιο πολύ το τρομπόνι, ήταν πολύ καλός τρομπετίστας από ότι βιολίστας. Ήξερε βέβαια την μουσική, ήξερε, αλλά για τον χειρισμό ήταν αυτός, ο ξάδερφός μας κι αυτός, ο οποίος έμαθε και από τον παππού [Μιχάλη Κυριακόγλου] και αυτός, ο Γιώργος ο Βαρελτζής. Αυτός έπαιζε τρομπόνι και έκανε και στρατιωτική μουσική αυτός και μετά έδειξε τον χειρισμό στον πατέρα μου […]. [Ο πατέρας μου ασχολήθηκε με τη μουσική] επαγγελματικά. Δηλαδή στο χωριό μέσα […], και τώρα και εμείς αυτό που κάνουμε, έχουμε και τα αγροτικά μας και παράλληλα συμπληρώνουμε μ’ αυτό στα πανηγύρια.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Ε. Κυριακόγλου:

Το 1973 παντρεύτηκα, αλλά είχαμε πολύ καιρό αρραβώνα, είχα με τη γυναίκα μου γνωριμία πολύ καιρό. Έχω μια κόρη η οποία θέλει να σπουδάσει, μουσική δυστυχώς δε θέλει, την δίδαξα όσο την είχα ‘του χεριού μου’ ας πούμε, την πήγα και ένα χρόνο στο Ωδείο, δούλεψα εκεί μόλις πρωτοάνοιξε στη Μυτιλήνη, πιο πολύ δούλεψα δηλαδή για να πάω αυτή. Έκανε ένα χρόνο και προχώρησε και αλά πιάνο, αλλά μετά λέει δε θέλω άλλο. Την πήγα σε έναν καλό πιανίστα, αλλά δεν της φάνηκε. Ε, ήθελα, ήθελα να συνεχίσει, και μάλιστα με τα νέα δεδομένα υπήρχαν και θέσεις εργασίας, ας πούμε αν συνέχιζε. Και σαν μουσική που είναι σαν σπουδή, αλλά και σαν μουσική ως θέση εργασίας, πάλι θα μπορούσε κάπου, αν σπούδαζε, τώρα όμως αυτή ψάχνετε αλλού. Ξέρει πάντως μουσική, διαβάζει, παίζει πιάνο μόνο, κιθάρα καθόλου, δεν ανακατεύτηκε.

Για τον παππού του Μιχάλη Κυριακόγλου ή «Τρόμπατζη», ανέφερε:

Ήταν μουσικοί και ο πατέρας μου και ο παππούς μου. Ο παππούς μου έπαιζε κορνέτα και τρομπόνι, [λεγόταν] Μιχάλης. Πνευστά έπαιζε και τα είχε σπουδάσει στη Σμύρνη. Αυτός πήγαινε, απ’ ότι μας έλεγε δηλαδή, ήθελε να κάνει και το συγκρότημα του, που ήθελε να κάνει και πήγαινε εκεί [στη Σμύρνη] και δούλευε σε κάποια μεταλλεία, δούλευε εκεί και έκανε και τις σπουδές του. Μετά αυτός ήρθε εδώ [στην Κάπη] και έκανε οικογένεια, μετά έφυγε στην Αμερική, όπου δούλεψε και σαν μουσικός. Κάθισε λίγο καιρό, κατάφερε να κάνει, ό,τι ήθελε να κάνει με τη δουλειά και την παράλληλη μουσική που δούλευε και γύρισε εδώ και συνέχισε την οικογένειά του. Έκανε φούρνο. Τα παράτησε όμως, δεν ξαναέπαιξε, γυρίζοντας από την Αμερική δεν ξαναέπαιξε. Ασχολήθηκε πιο πολύ με το εμπόριο, έκανε τον μπακάλη και τον φούρναρη.

Για την περίοδο πριν το 1922, ο Ευστράτιος Κυριακόγλου σημείωσε ότι:

Ο παππούς μου πήγαινε [στην απέναντι Μικρασιατική ακτή], δεν θυμάμαι να σας πω ακριβώς πού, ούτε και σε ποια πανηγύρια. Αλλά πιο πολύ πηγαίναν σε γάμους […], και Τούρκων, είχαν σχέσεις βέβαια τότε. Από το Γενί Λιμάνι είχε καΐκια και πηγαίναν.

Ο Ε. Κυρτιακόγλου αναφέρθηκε στον μουσικό και ανιψιό του παππού του Γιώργο Βαρελτζή, ο οποίος αρχικά του δίδαξε θεωρία της μουσικής:

Για τον χειρισμό ήταν αυτός ο ξάδερφός μας, ο οποίος έμαθε από τον παππού μου και αυτός, ο Γιώργος ο Βαρελτζής. Αυτός έπαιζε τρομπόνι και έκανε και στρατιωτική μουσική αυτός, και μετά έδειξε τον χειρισμό στον πατέρα μου. Αυτουνού του Βαρελτζή, επειδή ήταν ανιψιός του παππού μου, του έφερε [ο παππούς μου] δύο όργανα από την Αμερική, ένα εμφώνιο και ένα τρομπόνι, του έφερε.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ασχολείται επίσης με την ελαιοκαλλιέργεια στα δικά του κτήματα:

Με ελιές [ασχολούμαι] και είχα και βόδια μια φορά. Κοπάδι, κοπάδι ολόκληρο, αλλά είναι πολύ βάρβαρο επάγγελμα, δύσκολο επάγγελμα, αυτά τα ζώα τα μεγάλα, αυτά είναι πολύ δύσκολο.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο Διδυμότειχο, στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1960:

Ήμουνα στην μπάντα του στρατού, στο Διδυμότειχο. Ήμουν τεχνικός γραφέας Σ. Ι. Π., υπηρέτησα στην Μεραρχία μέσα, σε γραφείο της Μεραρχίας, και από εκεί η πρόσβαση ήταν εύκολη για την μουσική της μπάντας. Αφού τρώγαμε από το ίδιο καζάνι, λοιπόν κάποια στιγμή που χηρέψαν θέσεις, φύγαν μερικοί. Εγώ βέβαια έβαλα μέσα [χρησιμοποίησα ‘μέσον’], αλλά παράλληλα διατηρούσα και την σχέση μου με τα στρατιωτικά καθήκοντα, αλλά κοιμόμουνα πια στην μουσική [στην πτέρυγα των μουσικών] και πήγαινα στις παρελάσεις, στα γλέντια που έκανε η στρατιωτική μουσική. Εκεί έπαιζα πάλι τύμπανο στην μπάντα και ακορντεόν στη Λέσχη Αξιωματικών. Πολύ [μεγάλο] ρεπερτόριο παίζαμε. Είχαμε μπουζούκι τότες, συνομήλικοι ήμαστε με τον Γιάννη τον Πολυκανδριώτη, μπουζούκι αυτός. Είχαμε έναν κορνετίστα, εγώ ακορντεόν, είχαμε ένα κιθαρίστα Θεσσαλονικιό, Δημητρίου τον λέγαν, είχαμε έναν από εκεί - ντόπιο - τύμπανα. Ήταν μια ορχήστρα, είχαμε μια καλή ορχήστρα τότες, για εκείνη την εποχή που δεν υπήρχε και εκεί ορχήστρα, είχαμε μια πάρα πολύ καλή ορχήστρα, και έπαιζε από μοντέρνα μέχρι λαϊκά, αφού είχαμε και μπουζούκι μαζί. Παραδοσιακά ε […]. Α! Είχαμε και έναν επιλοχία που έπαιζε σαξόφωνο στρατιωτικής μουσικής, και ήξερε και αυτός τα τσάμικα, στεριανά [τραγούδια] ναι. Θρακιώτικα παίζαμε μερικά, παίζαμε μερικά, αλλά τότε γνώρισα εκεί, ήταν ο Δοϊτσίδης με κάτι κορίτσια εκεί. Δοϊτσίδης, πώς τον λένε, που έπαιζε το ούτι, που παίζει. Αυτός τότε ακόμα δεν ακουγόταν ο άνθρωπος, τότε που τον γνώρισα εγώ και μάλιστα, ε σαν μουσικοί, ερχόταν και στην Λέσχη καμιά φορά και με τα κορίτσια και τραγουδούσαν και χορεύαν.