|
Κυριακόγλου Μιχάλης | Λέσβος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Κάπη, Λέσβος
• Χρόνος γέννησης

1939
• Στοιχεία καταγωγής

Γεννήθηκε το 1939 και έζησε στην Κάπη Λέσβου.
• Ιδιότητα

Ο Μιχάλης Κυριακόγλου είναι επαγγελματίας μουσικός με θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Παίζει βιολί, κιθάρα, ακορντεόν, αρμόνιο. Επίσης παραδίδει μαθήματα μουσικής σε νεώτερους.

• Γονείς

Οι γονείς του Μιχάλη Κυριακόγλου:

Είναι από την Κάπη και απ’ της μητέρας μου το σόι και απ’ του πατέρα μου. Δεν είμαστε δηλαδή Μικρασιάτες εμείς. Τον καιρό που πήγα στρατιώτς’ με ‘πρεσάριζε’ κάποιος λοχαγός. Και λέει, είσαι –ογλου. Δηλαδή είσαι Τούρκος με λίγα λόγια. Μας είχαν και στο στρατό κάπως... εμάς τους Λέσβιους… το 1960. Λόγω ότι λέγαν πως είμασταν Κομμουνισταί. Αυτό που μου είπε αυτός ο λοχαγός ήταν το πρώτο ερέθισμα να ψάξω να βρω το ‘δέντρο της οικογενείας’. Να ψάξω να δούμι είμι –ογλου ή δεν είμι. Και έψαξα και βρήκα ότι και απ’ της μητέρας μου το σόι και απ’ του πατέρα μ’, όλ’ είχαν γεννηθεί εδώ στην Κάπ’. Ο προπαππούς μ’ ήνταν μυλωνάς. Είχε έναν μύλο, έχ’ μια περιφέρεια εδώ που λέγεται «Μύλ’», προς την Κλειού. Είναι ένας ποταμός, και από κεί δουλεύαν με το νερό κάτι μύλ’ και λέγονταν Νικόλαος Κυριακόγλου. Από κει βγήκε ο Μιχάλης Κυριακόγλου [παππούς του], που ήταν αγρότ’ς καταρχήν. Ύστιρα πως τ’ κάπνισι να μάθ’ όργανου […].

• Οικογενειακή κατάσταση

Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.

Για τον παππού του, Μιχάλη Κυριακόγλου, με τον οποίο είχε ιδιαίτερη σχέση αναφέρει:

…Είναι ο παππούς μου που έχω και το ίδιο όνομα. Λοιπόν, λόγω του ότι θέλαν τα παιδιά να μάθν’ από ένα επάγγελμα εκείν’ την εποχή, που να έχ’ κάποια πέραση, και πήγε στη Μικρά Ασία. Να μάθ’ όργανου, κορνέτα. Την κορνέτα την λεν αλλιώς ‘τρόμπα’, γιαυτό τον λέγαν και ‘τρόμπατζη’…

Ο παππούς του πέθανε το 1968. Οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν πάρα πολύ καλές:

…είμαστε και πολύ καλοί φίλ’. Σπάνιο φαινόμενο αυτή η φιλία που είχα μι ντου παππού μ’. Πήγινα κι καθόμουνα μες του μαγαζί τ’ ώρις! Μ’ έλιγι ιστουρίις.

Το «Καζίνο» (παντοπωλείο που διατηρούσε ο παππούς του), του είχι πριν αμπ’ ντν’ Αμιρική. Μιτά του πήρι κάποιους άλλους. Και δούλιυι πάρα πουλύ γιατί ήταν καθαρός κι έντιμους. Ντου σιβόταν όλ’ τότις εδώ πέρα.[…] Γιατί σ’ λέγου μι ντου παππού μ’ ιγώ έκανα πουλύ παρέα. Μ’ έχ’ μιταδώσ’ πάρα πουλλά πράγματα καλά. Ήταν φιλότιμους, ήταν έντιμους κι δε του λέγου επειδή ήταν παππους μ’. Αλλά ήταν άνθρουπους σουστός παρότι ήταν φτωχόπαιδο. Πήγι σντν’ Αμερική κι είχι τρις κόρις κι έναν γιο κι όταν επέστρεψε έφερε πράγματα ένα σωρό. Ήταν νοικουκύρς’ κι ηθικός. Ξέρς’ μέχρι που έφτασι η νοικουκυρουσύνη; Ότι πήγι 40 χρονών στην Αμερική κι έλλειπε 10 χρόνια κι δεν είχι πάει μι άλλ’ γυναίκα παρά μόνου μι ντ’ γυναίκα που ήταν παντριμένους. Κι σντν’ Αμερική ξέρς’ τώρα τι γινόταν. Ήταν ελεύθερο κράτος. Δεν πήγι σι άλλ’ γυναίκα. Είχι αρχές και τις τηρούσι τις αρχές. Είπι ότι ιγώ δε θα ξαναπαίξου, δεν ξαναέπιξι. Έπιζι ντν’ αρμόνικα στου σπίτι. Κι ύστιρα σιγά-σιγά όταν έκανι του επάγγελμα ντ’ σταμάτ ‘σει. Όλα αυτά που παίζαμι, τα συρτά κι τσ’ καρσιλαμάδις, όταν άρχιζει τους τραγουδάει, τους έλεγε με νότις. Ήξιρι απ’ έξου τις νότις φαρσί και τις έλεγε.


Για τον πατέρα του ο οποίος εργάστηκε για χρόνια ως επαγγελματίας μουσικός αναφέρει:

Ο πατέρας μου έγινι του 1926 μουσικός. Πρέπ’ να έγινι. Εγώ του έβαλα την ημερομηνία πίσω απ’ το βιολί. Μ’ είπι ντν’ ημιρουμινία στις 15 του Πάσχα [πανηγύρι της εκκλησίας του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο Λέσβου] κι ντν’ έβαλα πίσου απ’ του βιουλί. Νομίζω ότι την ίδια αρχή έχου κάν’ κι γω.[…..]. Τώρα να γινόταν κανένας γάμους, μ’ ήλιγι ναρθώ κι γω στουν γάμου να παίξου. Δε θέλου λιφτά. ‘Ε, ρε πατέρα μι κάθισι κι τυρανιέσι’, αυτός τίποτα. Ερχόταν μι του τρουμπόν’ κι κάνταν κι μιλιτούσι δυο-τρις μέρις πριν. Κι ερχόταν σντ’ γάμου κι πήγινι ντ’ νύφ’. Τ’ άρισι.

Ο Μιχάλης Κυριακόγλου ξεκίνησε να παίζει μουσική τη δεκαετία του 1950. Μουσικός είναι επίσης και ο μικρότερος αδελφός του ο Στρατής Κυριακόγλου. Για τον γιο του, τον οποίο δίδαξε μουσική αναφέρει:

Και αυτόν τον στρίμωξα μικρόν. Ό,τι έπαθα εγώ το έπαθε και ο γιός μου. Χωρίς.... Του άρισι δε του άρισι στριμώχτκι κι αυτός κι έγινι για ένα διάστημα μουσικός. Μιτά πήγι στου Πανεπιστήμιου. Του έκανι κι ζημιά, γιατί πουλλές φουρές ξμηρουμένους πήγινι στου Γυμνάσιου, αναγκαζόμαστι να τουν πάρουμι. Όσο νά ‘ναι αυτά καθυστερούν έναν μαθητή. Ήταν κι πιδί. Ήθιλι να πεσ’ να κοιμηθεί. Ήθιλει να γυρίζ’ και με τους φίλους του, λοιπόν αυτά τουν καθυστερίσαν, πλήρουσι δηλ. κανέ δυο χρόνια. Δεν πέρασι κατευθείαν στου Πανεπιστήμιου. Ε, ήταν δικαιολογημένο, αδικαιολόγητο. Αλλά βλεπς’ τα πιδιά δεν μπουρούν να σκέφτονται όπως σκέφτονται οι μεγάλ’. Ιγώ τ’ έλιγα ντου δρόμου. Κοίταζι τα γράμματα περισσότερο και να κοιμάσαι, να ξεκουράζεσαι, γιατί η δικιά μας η δουλειά είναι δύσκολη. Λοιπόν, μια φουρά μαλώσαμι κι άγρια μαζί τ’. Θέλαμι να πάμι να παίξουμι κι βγήκι στου χιόν’ κι είχι ένα όπλο και κυνηγούσε πουλάκια. Ντου πιάν’ γρίπ’ κι του είπα θα σε πάρω μι ντ’ γρίπ’ να πάμε στη δουλειά. Κι ήταν στου Μόλ’βου η δουλειά. Χορός στο Μόλ’βου τις Απόκριες κι έπρεπε να παίξουμε. Ποιόν θα παίρναμι άλλουν για να πάμι να παίξουμι. Κι καμιά φουρά για καλή μ’ τύχ’ βρήκα έναν απντ’ Μυτιλήν’, που ντουν ήξιρα ότι θα μπορούσι να κάν’ ντ’ δλειά μας. Κι πουλλές φουρές αρχόνταν ξάγρυπνους κι πήγινι στου Γυμνάσιου! Ξάγρυπνους γίντιν αυτές οι δουλειές;

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Ο Μιχάλης Κυριακόγλου γεννήθηκε και έμεινε στην Κάπη. Με τη μουσική άρχισε να ασχολείται τη δεκαετία του 1950.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Μιχάλης Κυριακόγλου είχε αναπτύξει πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον παππού του από τον οποίο, όπως αναφέρει και ο ίδιος, επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό και ως μουσικός:

…είμαστε και πολύ καλοί φίλ’. Σπάνιο φαινόμενο αυτή η φιλία που είχα μι ντου παππού μ’. Πήγινα κι καθόμουνα μες του μαγαζί τ’ ώρις! Μ’ έλιγι ιστουρίις. Το ‘Καζίνο’ (παντοπωλείο που διατηρούσε ο παππούς του), του είχι πριν αμπ’ ντν’ Αμιρική. Μιτά του πήρι κάποιους άλλους. Και δούλιυι πάρα πουλύ γιατί ήταν καθαρός κι έντιμους. Ντου σιβόταν όλ’ τότις εδώ πέρα.[…]. Γιατί σ’ λέγου μι ντου παππού μ’ ιγώ έκανα πουλύ παρέα. Μ’ έχ’ μιταδώσ’ πάρα πουλλά πράγματα καλά. Ήταν φιλότιμους, ήταν έντιμους κι δε του λέγου επειδή ήταν παππούς μ’. Αλλά ήταν άνθρουπους σουστός παρότι ήταν φτωχόπαιδο. Νομίζω πρώτα είχι πάει στην Πάλια. Πήγι κι δούλιυι στην Πάλια, στου μεταλείου, και έκανε μαθήματα κάπου στη Σμύρνη. Έμαθι λίγου κουρνέτα, ήρθι εδώ, είχε κάτι δικούς του ανθρώπους μουσικούς. Μάλλον τον παροτρήνανε οι δικοί του άνθρωποι. να μάθ’ κορνέτα, για να συμπληρώσουν το όργανο που δεν είχαν. Ήταν νέος λοιπόν, έμαθε στη Σμύρνη. Πρώτα έμαθε έτσ’, πρακτικά. Είχι δασκάλ’ τέτοιοι, που μαθαίναν και πρακτικά και με νότες. Βέβαια, γνωρίζαν νότες οι άνθρωποι, αλλά είχι μερικοί που δεν είχαν ντ’ πολυτέλεια να μάθιν νότις, γιατί ήθιλι αρκετή δουλειά για να γίν’ αυτό. Λοιπόν, έμαθε πρώτα έτσ’ κουρνέτα και έπαιζε έτσ’ με τους δικούς του ανθρώπους. Αλλά για να μάθ’ του ρεπερτόριο, έπρεπε κάποιος να πάει στη Σμύρνη. Δεν είχι εδώ ούτι χαρτιά, ούτι τίπουτα, ούτι ραδιόφωνα, είχι κάτι γραμμόφωνα που σπανίζαν. Μάλλον θα έπρεπε λοιπόν να πάει κάποιος στη Σμύρνη να μάθ’ κάποια τραγούδια να τα μιταδώσ’ εδώ. Λοιπόν πήγι στη Σμύρνη έμαθε 4-5 τραγούδια, όταν ερχόταν, ερχόταν με βάρκα τότι, όταν λοιπόν ήρθει ξέχασι τα μισά! Με τ’ αυτί. Πήγι λοιπόν ένα διάστημα κάπου έξι μήνις, ξαναδούλιψι στου μιταλείου, έμαθι κι νότις, και πήγινι τα έπαιρνε τα κομμάτια γραμμένα, και ερχόταν εδώ και τα έπαιζε. Λοιπόν, εκείνος, έπαιζε με κάτι μουσικούς εδώ ή κάτι Αγιά Παρασκευώτες, μαζί. Ήταν κάποιος ‘Κατεργάρης’, που λέγαν ότι έπαιζε καλό κλαρίνο, λέγαν ότι ήταν πρόσφυγας. Ένας άλλος λέγινταν, Λευτερέλ’, ντου λέγαν. Ο παππούς μου ντουν έλιγι ‘του Λευτερέλ’’, κι έπιζι βιουλί, καλός στου όργανό του. Ήταν μια καλή κουμπανία, και πολλές φορές μάλιστα πηγαίναν και κάναν και δουλειές απέναντι, στη Μικρά Ασία. Πολλές φορές γινόταν αυτό, από δω ήταν μια ώρα για να πας απέναντι […].

[…] Η εποχή εκεί 1909, 1910, 1912, αυτές ήταν οι χρονολογίες, ο πατέρας μ’ [τότε] ήταν μικρός [….]. Οπότε που λες, ο παππούς μ’, έμαθι τρουμπέτα, έπιζει, κι επειδή ήταν ανήσυχος τύπος κι εργατικός, όταν έκανι οικουγένεια, 30 χρονών, μεταναστεύαν τότι στην Αμερική. Είχι κι έναν αδιρφό, Κουσταντή τουν έλιγι ικείνους, κι έπιζει κι κείνους ιμφώνιου. Του ιμφώνιου ήταν ένα όργανου που τώρα του έχιν στς’ μπάντις. Γιατί η μουσική της Λέσβου, δεν ήταν ούτι λαούτα, ούτι ξέρου ιγώ. Εδώ ήταν πνευστά όργανα τύπου μπάντας, και μέσα είχαν το βιουλί, σαντούρ’, για ορισμένα κουμμάτια που έπρεπε να ξεκουραστούν οι άλλ’ που φυσούσαν. Βιολί, κλαρίνο, σαντούρ’, ήταν αυτοί που τραβούσαν πιο πουλύ του [...], κι οι άλλ’ ήταν οι βοηθητικοί ας πούμι. Και έπαιζε μια κουμπανία από έξ’ άτομα. Είχαν κι του νταούλ’ εκείνου μι του [...]. Άλλ’ είχαν νταούλ’, άλλ’ δεν είχαν. Όταν έφυγι η παππούς μ’ στην Αμερική, έπιζι σε ορισμένις δουλειές. Στους αρραβώνες που ήταν και άλλ’ Έλληνες, κι έκανι κι μια άλλ’ δουλειά την οποία δε τη θυμάμαι. 40 χρονών είχε αφήσ’ ντν’ οικουγένειά τ’, την άφ’σε 5-10 χρόνια, ύστιρα γύρσει πίσου. Ο πατέρας μ’ ήταν φλέβα μουσικών, ήθιλι και κείνος να μάθ’ βιουλί. Είχι δε μάθ’ ο παππούς μ’ κι τα ανήψια του, της αδερφής του τα παιδιά. Λεγόταν Γεώργιος Βαρελτζής ο ένας, Γιαννακός, αυτός που ζει, ο άλλος πέθανε, και βάλαν τον πατέρα μου τότε να μάθει κι αυτός βιολί, για να φτιάξουν μια ορχήστρα. Α, ο παππούς δε, αντιδρούσε, ήταν αντίθετος, δεν ήθελε ο πατέρας μ’ να μάθ’ βιολί, διότι ήξερε τα δεινά του επαγγέλματος κι ήθελε να κάν’ μια άλλ’ δουλειά. Είχε ένα μπακάλικο, και ήθελε να τον βάλει μέσα, τότε το μπακάλικο θεωρούνταν επίσημη εργασία, αξιοπρεπή, ενώ τσ’ μουσικοί τσ’ είχαν στη τρίτ’ κατηγορία, μές τα χωριά. Η αιτία ήταν ότι οι πληρωμές γινόταν με μπαχτσίσ’, πληρώναν και χορεύαν και το θεωρούσαν έτσ’ ζητιανιό. Δε του ήθιλι αυτό η παππούς μ’, παρότι του είχι κάν’, ήταν προοδευτικός άνθρωπος. Μετά δε τα έβλεπε καλά τα πράγματα δεν ήθιλι να του κάν’. Εκείνος λοιπόν, επαναστατικά, σκώθκι έφγι στ’ Μυτιλήν’, τι ήθιλι να κάν’ κι ου παππούς μ’; Τ’ πλήρουνι σπίτ’, στ’ Μυτιλήν’, κι έμαθι βιολί σε κάποιον Κλεάνθη Μυρογιάννη. Ο οποίος Κλεάνθης Μυρογιάννης είχε έρθει από την Πόλη, ήταν Πολίτης, πρόσφυγας και έπαιζε βιολί, ήταν κορυφή. Με νότις κι ξέρου ιγώ μάθαινε βιολί. Και ο παππούς μ’ όταν ήρθε εδώ απ’ την Αμερική το έκοψε, δε ξανάπαιξε ποτέ. Κι ήρθι μιτά ο πατέρας μ’ κι μι τα ξαδέρφια του κάναν την κομπανία. Από κει, το επάγγελμα αυτό είχι πουλλές [....], μαλώνανε, φεύγαν απ’ τη μια [....].