|
Καλαϊτζή Χρυσάνθη | Λέσβος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Πελόπη, Λέσβος
• Στοιχεία καταγωγής

Η Χρυσάνθη Καλαϊτζή κατάγεται από τη Πελόπη της Λέσβου, αλλά εγκαταστάθηκε μόνιμα με την οικογένειά της στα Πάμφιλα, περίπου το 1974:

Εδώ είμαστε πριν τριανταπέντε χρόνια, καθόμαστε με νοίκ’. Το αγοράσαμε τότε, ήταν πύργος παλιός, θέλαμε να το φτιάξουμε, δεν είχαμε λεφτά. Πούλ’σα το σπίτ’ μ’ στο χωριό κι ήρθα και το φτιάξαμε κι ήρθαμε μέσα. Ήρθαμε σχεδόν τη χρονιά που έγινε η επιστράτευση, το φτιάξαμε κι ήρθαμε μέσα. Ήρθαμε σχεδόν τ’ χρονιά που έγιν’ η επιστράτευσ’. I Δημητράκ’ς ήταν δυο χρονώ, έχω δηλαδή εδώ τώρα 23 χρόνια, 24 […]. Είμαστε απ’ την Πελόπη, ήρθαμ’ εδώ να μαζέψουμ’ ελιές […], μάλλον, αρρώστησε ι άντρας ιμ, εχινόκοκκο, έφ’γε στην Αθήνα, έφ’γε κι ι γιος ιμ φαντάρος. Όταν απολύθ’κε που ήρθ’ από φαντάρος, ήταν ακόμα γι’ άντρας μ’ άρρωστος. Ήθελε να τον ‘ραβωνιάσ’με, τον είχαμ’ ένα και μοναχό, να μην τον αφήσουμε στο δρόμο. Τον αρραβωνιάσαμε, τον παντρέψαμε, η κοπέλα είν’ απ’ τη Μόρια, κι ήταν και γνωρίζονται. Λοιπόν, και μέναμε πια εδώ και δε ξαναφύγαμε στο χωριό […], ήρθαμε να μαζέψουμ’ ελιές και μείναμε.

• Ιδιότητα

Η Χ. Καλαϊτζή είναι ερασιτέχνης τραγουδίστρια.
• Γονείς

Η Χρυσάνθη Καλαϊτζή έχει δύο αδελφές και έναν αδελφό:

Έχω αδερφό, έχω αδερφές, αλλά καμιά δε μένει τώρα στα Γέλοια [Πελόπη], η μια μέν’ στ’ Μυτιλήν’, η άλλ’ στην Αθήνα, σκορπίσαμε όλες, μόνο ι αδερφός ιμ μένει στο χωριό. Ι μπαμπάς ιμ ήταν απ’ τ’ν Ανατολία πρόσφυγας, ι μπαμπάς ιμ έκανε δώδεκα χρόνια στο κλαδί, στον πόλεμο. Στο διωγμό, τον πρώτο το διωγμό το ’18 [1918] ήρθε ι μπαμπάς ιμ στο χωριό, ήταν μικρός, ήταν 8 αδέρφια, κορίτσ’ δεν είχαν η γιαγιά μ’. Ήρθε το ’18 ο μπαμπάς ιμ, ήταν λεύτερος, αρραβωνιάστηκε στο χωριό, παντρεύτ’κε, έκαν’ έν’ αγορέλ’, τον λέγαν Κωνσταντίνο. Τεσσάρω χρονώ άν’ξε η Ανατολή, φύγαν πίσω, απ’ τ’ Αδραμύτ’, λοιπόν, πήγε ι μπαμπάς ιμ, στο μέρος. Ι παππούς ιμ τώρα είχε 8 αδέρφια, φαντάσου τώρα τι περιουσία είχαν 8 αγόρια, δεν είχαν κορίτσ’. Πήρε μια ξέν’ κοπέλα και κλέφτ’κε, απ’ τ’ Αδραμύτ’ στ’ […]. Και πήγε ι παππούς ιμ, τ’ς έδωσε σπίτ’, τ’ς έδωσε χτήματα, τ’ς πάντρεψε, τ’ν πήρε ανάμισ’ χρόνο. Δεκαεφτά χρονώ κλέφτ’κε, τ’ν κλέψαν, ι παππούς ιμ στην Ανατολή. Και μετά όταν πήγε ι μπαμπάς ιμ ήταν παντρεμένος, είχ’ έν’ αγορέλ’ τεσσάρω χρονώ, δεν είχε να πάει φαντάρος ακόμα, τον πήραν φαντάρο εκεί μόλις πήγε. Γράφ’ γράμμα στους μπαρμπάδες ιμ, στ’ς θείοι και λέει: ‘Τα πράματα δε τα βλέπω τόσο καλά’, λέει ι μπαμπάς ιμ: ‘Μάζεψ’ την οικογένειά μας και φύγετε πίσω στην Ελλάδα γιατί με φαίνεται πάλι διωγμός πως θα γίνει’. Ο θείος μ’ δε το ‘δωσε σημασία ‘Άντε, βρε’, λέει, ‘που θα γίνει διωγμός. Τώρα που ήρθαμε, βάλαμε το νερό στ’αυλάκ’. Φτιάξαμε το ένα μας το άλλο μας’, ο παππούς ιμ είχε φούρνο και λέγονταν και Ψωμάς το επίθετο, αλλά είχε φούρνο. ‘Και φτιάξαμε τ’ αμπέλια μας, βάλαμε τ’ς μπαχτσέδες μας, τώρα δε θα φύγουμε, πάλι να τ’ αφήσουμε’. Λέει ‘τα πράματα δε τα βλέπω πάλι καλά’. Μάζεψε τ’ν οικογένεια, τα μωρά μας, τ’ μάνα μ’, τ’ πατέρα μ’, τ’ γυναίκα τ’, τεσσάρω χρονώ αγορέλ’ πατέρας ιμ που είχε. Ι μπάρμπας ιμ δε το ‘δωσε πολύ σημασία, δε το πίστεψε. Κατεβήκαν οι Τούρκ’, βάλαν μαχαίρ’, γίν’κε σφαγή. Ι πατέρας ιμ ήταν φαντάρος, στο στρατό ήταν. Γύριζε δώδεκα χρόνια, όπως γυρίζαν τώρα οι αντάρτες στα δ’κά μας τα χρόνια, γυρίζαν και τότε τί τ’ς λέγαν ποιός ξέρ’. Ήταν τότε με τ’ς Τούρκ’. Δώδεκα χρόνια έλεγε πως έκανε. Το ’22, μάλλον […]. Κι ύστερα άμα ήρθε ι πατέρας ιμ, που γύρ'ζε δώδεκα χρόνια το παντελόν' τ' ήταν τρύπιο. Τα παπούτσια τ', τ' άρβυλα τ' ήταν τα δαχτύλια τ' απ' έξω, τρύπια, δεν είχε παπούτσ' να βάλ' ούτε τίποτα, τόσα χρόνια αφού γύρ'ζε. Και μπήκε σ' έναν πλούσιο τις ελιές να μαζέψ'. Λοιπόν, εκεί που πήγε ι μπαμπάς ιμ και ήταν η μαμά μ' μάζευ' ελιές εκεί αγαπηθήκαν και παρθήκαν, τ'ς έκανε δεύτερ' οικογένεια. Έκανε τέσσερα κορίτσια και δυο αγόρια, το ένα πέθανε είκοσ' μερώ, γεννήθ'κε […]. Σε τρία κορίτσια κι ύστερα έκαν' ένα αγόρ' πάλι κι έκανε κι άλλο κορίτσ' από πίσω. Τα 'κανε τελευταία όλ' αυτά.

Η Χ. Καλαϊτζή ανέφερε για τον πρώτο γάμο του πατέρα της:

Η πρώτ' γυναίκα έμεινε στ' Αδραμύτ', ούτε ζωντανή τ'ν ήξερε, ούτε σκοτωμέν' τ'ν ήξερε. Γιατί λέγαν ότ' τ'ς όμορφες τ'ς παίρναν στα χαρέμια, τ'ς π’λούσαν. Τ' αγόρια μέχρι τελευταία που πέθανε πατέρας ιμ, καθήμενος και ήλεγε ότι ο γιος ‘ιτ ζει. Τον ήβλεπε μπροστά τ', ξυπνητός μ' ανοιχτά μάτια τον ήβλεπε […], μας είπε ότι τον είδε και ‘τσείν' τ'ν ώρα ξεψύχησε μεσ' στ'ν αγκαλιά μ' καθήμενος. Ότι ο γιος ιτ, ήταν αξιωματικός τ'ς αεροπορίας, εκεί, γιατί τεσσάρω χρονώ αγόρ' για να πληθύν' τ' αγόρια, δε τα σφάζανε, τα κάναν γενίτσαρα, τα κάναν τουρκέλια, τα παίρναν δε τα σφάζαν. Λοιπόν, και ήταν το όνειρο τ', η φαντασία τ' ήταν ότι ζούσε ο γιος ιτ. Την ώρα που ξεψύχησε βλέπ' το γιο τ' μπροστά τ' και λέει ‘πατέρα ήρθα να σε πάρω’. Λέει, ‘βρε γιέ μ' πού θα με πας, στ'ν Τουρκία; Ακόμα, λέει, οι Τουρκαλάδες με κυνηγούν για να με σκοτώσιν τα κακουργήματα που έκανα να πάρω το αίμα πίσω’. Λέει, ‘Ποιός θα σ' αγγίξ', θα κάψω ούλ' τ'ν Τουρκία εγώ, ξέρ'ς’, λέει, 'τι 'μαι εγώ, αξιωματικός τ'ς αεροπορίας’. Κείν' τ'ν ώρα καθήμενος μεσ' στ'ν αγκαλιά μ' μας είπε πώς τον είδε το γιό και ξεψύχησε. Ποιος, λέει, θα σε πειράξει μωρέ πατέρα, εγώ, λέει, ξέρ'ς τι είμαι; Τώρα μπορεί να ζει.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο άντρας της Χ. Καλαϊτζή, Δημήτρης, καταγόταν και αυτός από την Πελόπη [«Γέλοια»], ήταν πρακτικός μουσικός και έπαιζε βιολί:

Ε, έκανε το μουσικό, να πρακτικά. Σε κομπανίες, σε παρέες σε γιορτές. Έχ' τώρα δεκάξ' χρόνια που πέθανε, πέθαν' 62 χρονώ […].
[…] να μαζευόταν τώρα παρέες, μια γιορτή. Ε, παίζαν πρακτικά, τον προτιμούσαν, τον φώναζαν. Μπαρμπα-Γιάνν' τον λέγαν τον πεθερό μ', έλα μπαρμπά-Γιάνν', και πήγαιναν μαζί και παίζαν. Έπαιζε το νταβούλ' ο πεθερός μου, κι ο άντρας μ' το βιολί. Είχαν κι ακόμα ένα ανεψιό, έπαιζε κι αυτός τι έπαιζε, χρόνια έχω να τον συναντήσω. Δε λέγεται Καλαϊτζής αυτός, μικρός ήταν τότε και τον παίρνανε μαζί των. Τι έπαιζε, κιθάρα έπαιζε, ούτε θ'μάμαι τι έπαιζε […], να παίζαν τώρα παλιά τραγούδια ‘Το γιλεκάκι που φορείς’, τέτοια ας πούμε, παλιά.