|
Βερβέρης Παναγιώτης | Λέσβος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Πλωμάρι, Λέσβος
• Χρόνος γέννησης

1911
• Προσωνύμιο («Παρατσούκλι»)

Τουρκογιάννης. Το παρατσούκλι αυτό αναφέρεται σε όλη την οικογένεια. Αποδόθηκε για πρώτη φορά στον πατέρα του, Γιάννη. Σύμφωνα με την ανιψιά του Παναγιώτη, Βούλα Βερβέρη - Κουτσουραδή, το παρατσούκλι αυτό του αποδόθηκε, γιατί

ήταν σέρτικος άνθρωπος, αψύς, άναβε εύκολα και τον φώναζαν Τούρκο Γιάννη.

• Ιδιότητα

Ο Παναγιώτης Βερβέρης ήταν επαγγελματίας οργανοπαίχτης με θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Έπαιζε σαντούρι, κιθάρα, ντραμς, ενώ το πρώτο όργανο που έμαθε ήταν το βιολοντσέλο. Ο ίδιος αναφέρει:

Έπαιζα και σαντούρι και κιθάρα και ντραμς και βιολοντσέλο. Το πρώτο όργανο ήταν το βιολοντσέλο... Κιθάρα έπαιζα μόνο ακομπανιαμέντο.

• Γονείς

Ο πατέρας του, Γιάννης Βερβέρης, καταγόταν από το Πλωμάρι και ήταν επαγγελματίας οργανοπαίχτης, έπαιζε σαντούρι. Χαρακτηριστικά ο Παναγιώτης Βερβέρης αναφέρει για τον πατέρα του:

Μένα ήταν κι ι πατέρας ιμ μουσικός, άμα τον είχες κι έπαιζε σαντούρ!
, θέλοντας να εκφράσει το θαυμασμό του για τον τρόπο με τον οποίο έπαιζε ο πατέρας του.

Ο γιος του, Γιάννης Βερβέρης, είναι επίσης μουσικός.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Παναγιώτης Βερβέρης είναι παντρεμένος και κατοικεί στο Πλωμάρι.

Στην οικογένεια του υπήρχαν πολλοί μουσικοί:


Οι τρεις αδερφοί Βερβέρη είχαν φτιάξει δικό τους μουσικό συγκρότημα στο Πλωμάρι που ήταν γνωστό στην ευρύτερη περιφέρεια με την επονομασία «Τουρκογιάννηδες». Ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά:

Κι ο αδερφός μου βιολί. Ακόμα, όταν ανταμώσουμε, ύστερ’ από τόσα χρόνια, λέει (ο κόσμος): "Ε, ρε Τουρκογιάννηδες πού ’ναι τα μεράκια, πού ’ναι τα μεγαλεία, πού ’ναι!"

Ο Μιχάλης Βερβέρης, όταν υπηρετούσε τη θητεία του, εντάχθηκε στη μπάντα του στρατού. Μαζί του κατετάγησαν στο ίδιο σώμα και δύο ξαδέρφια του Π. Βερβέρη οι «Παπγήδες», Γιάννης και Παναγιώτης, οι οποίοι παρέμειναν στο στρατό ως αξιωματικοί.

Ο γιος του Παναγιώτη Βερβέρη, Γιάννης αναφέρει:

Δυό ξαδέρφια του πατέρα μου, αυτοί καταταχτήκανε στη στρατιωτική μουσική κι είναι απόστρατοι συνταξιούχοι. Ζουν, ο Παναγιώτης κι ο Γιάννης. Οι Παπγήδες, τα ξαδέρφια σου. Ο ένας βιολί θαρρώ σαλάγα (έπαιζε), στη μουσική τη στρατιωτικιά.... Δηλαδή η μάνα αυτονών και του πατέρα μου ο πατέρας, δηλαδή ο παππούς μου, ήταν αδέρφια. Πάλι οικογένεια, πάλι αίμα. Δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτοί ως επαγγελματίες, δηλαδή αρχίσανε τότε να πούμε και μετά πήγανε καταταχτήκανε στη μουσική κι απομείναν πια εκεί.

Και ο Παναγιώτης Βερβέρης συμπληρώνει:

Ναι ήταν μέσα στη μουσική, ήταν αρχάριοι. Εμείς τους στείλαμε και πήγαν εύτου πέρα. Απολύθηκε ο Μιχάλης μας, ο Μιχάλης μας έκανε εκεί πέρα, εύτου πέρα έβγαλε τη θητεία τ’ στην Αθήνα, στη μουσική αυτού πέρα, στη στρατιωτική μουσική. Και κει κόλλησε εύτου πέρα και πάγηκαν και οι δυό (οι αδερφοί Γιάννης και Παναγιώτης Παπγής), πήγαν εύτου πέρα, τώρα παίρνουν 200 χιλιάρικα, 300. Είναι απόστρατοι αξιωματικοί του στρατού, της μουσικής... Ζουν και οι δυό καλά. Κάναν σπίτια στην Αθήνα αυτού πέρα, παίρνουν τα μηνιάτικα. Πήγαν στη στρατιωτική μουσική.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ο Π. Βερβέρης ήταν ράφτης και διατηρούσε μαγαζί στο Πλωμάρι.

Ράφτης ήμουν. Μαγαζί είχα. Ναι φραγκοράφτης. Την τέχνη την έμαθα εδώ, από φραγκοράφτη. Απ’ αυτό παίρνω και σύνταξη.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Ο Παναγιώτης Βερβέρης έζησε για μια περίοδο της ζωής του στην Αθήνα, όπου δούλεψε σε μαγαζί ως ράφτης.

Και στην Αθήνα πήγα και στην Αθήνα δούλεψα. Πήγα στην Αθήνα και βρήκα καλό μαγαζί.

Επέστρεψε στο Πλωμάρι επειδή του το ζήτησε ο πατέρας του, για να τον βοηθήσει στο μουσικό συγκρότημα. Με την προτροπή μάλιστα του πατέρα του αγόρασε από την Αθήνα και έφερε μαζί του ντραμς. Για την παρότρυνση του πατέρα του ο ίδιος αναφέρει:

Είχαν έρθει Αμερικανοί, καμιά 30αριά άτομα, εδώ στο Πλωμάρι, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε (μάλλον τη δεκαετία του 1930). Ανταμώναμε και πληρώνανε μουσική. Ήταν μόδα αυτό το ντραμ και δεν είχαμε έδγιω (εδώ) πέρα. Μου τηλεφωνεί ο πατέρας μου και λέει: “Θα πας ν’ αγοράσεις ένα ντραμ και να ’ρθεις (από την Αθήνα), έχει πολλή δουλειά”. Κι αναγκάστηκα να ’ρθω. Έπαιζα βιολοντσέλο τότε, έφερα και το ντραμ.