|
Γανώσης Γιώργος | Λέσβος | Μουσικά δίκτυα
• Επιρροές προσφύγων ή μεταναστών από άλλες περιοχές στα μουσικά δρώμενα

Όπως αναφέρει ο Γιώργος Γανώσης, στην Καλλονή όπου ήταν εγκατεστημένοι πολλοί Μικρασιάτες πρόσφυγες, το ρεπερτόριο περιελάμβανε πολλούς μικρασιατικούς σκοπούς, κάποιοι εκ των οποίων δεν ήταν ακόμα γνωστοί σε άλλες περιοχές της Λέσβου:

Ιδίως αυτή η περιφέρεια είχε πολλοί πρόσφυγοι και τα γυρεύαν. ... και τούρκικα παίζαμε, "Ιμιτλερίμ", τέτοια... Άχρονα ήτανε αυτά. Δεν χορευόταν. Κατά βούληση, μας το γυρεύαν ονομαστικώς (το "Ιμιτλερίμ"), το πληρώναν. [...] Βεβαίως ήθελαν τούρκικα. Ιδίως η Καλλονή: "Ιμιτλερίμ", Ταβακλαρίμ", "...γιαπρακλαρίμ", "Τσάκιτζη", αυτοί που τα γυρεύαν, τα ξέραν». [...] Τ' "Αϊσέ", δεν τ’ ήξερε η περιφέρεια μας. Κι εγώ όταν πήγα ντραμς να παίξω σ’ Καλλονή, Αϊδίνικο, λέει, λέγεται, δεν το παίζαμε εδώ πέρα.

• Επιδράσεις στον τοπικό μουσικό πολιτισμό από αστικούς χώρους της Ελλάδας και του εξωτερικού

Από τη δεκαετία του 1950 εισέρχονται στη Λέσβο τα τραγούδια αλλά και τα μουσικά όργανα που είχαν ήδη επικρατήσει στα μουσικά δρώμενα της Αθήνας και του Πειραιά. Στα μουσικά συγκροτήματα εισάγονται το μπουζούκι, το ακορντεόν και τα ντραμς, ενώ στο ρεπερτόριο τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά. Το νέο αυτό ρεπερτόριο που απαιτούσε μεγάλη δεξιοτεχνία δυσκόλεψε πολλούς ντόπιους μουσικούς, ιδιαίτερα βέβαια του πρακτικούς οργανοπαίχτες:

Ιδίως μας αχρήστεψε τα κομμάτια π’ έβγαλε ο Τσιτσάνης. Δύσκολα! Ταχύτητα! Δεν προλαβαίναμε να πάρουμε τις φωνές. Δυσκολευτήκαμε. Βλέπεις ο κόσμος δεν ήταν μαγνητόφωνα τότε, τζουκ-μποξ, ε, μας τα γυρεύαν και μας να τα παίξουμε. Και δυσκολευτήκαμε. Μια εποχή κλονιστήκαμε… Μοναχός, μοναχός του καθόταν (ο Κουταλέλης που έπαιζε μπουζούκι). Τέτοιο αυτί που είχε όμως! Κι έβαζε την, όχι κασέτα, ούτε κασέτες δεν υπήρχαν τότε, μονάχα το τζουκ-μποξ, την πλάκα, το δίσκο δηλαδή και έγραφε με νότες… Τα ’γραφε με νότες ναι. Είχε γερό αυτί. Αλλά θέλω να σου πω ότι με τα μπουζούκια τότε στην αρχή, ε, ταλαντευτήκαμε, δυσκολευτήκαμε πολύ, ο κόσμος τα γύρευε τα κομμάτια.

Στο ρεπερτόριο των χοροεσπερίδων, αλλά και στα πανηγύρια και στα γαμήλια γλέντια είχαν εισαχθεί ήδη από τα προπολεμικά χρόνια τα επονομαζόμενα «ευρωπαϊκά», όπως βαλς, φοξ, ταγκό, καθώς και τα κομμάτια από τις μουσικές επιθεωρήσεις που ανέβαιναν στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας. Τα κομμάτια αυτά τα μάθαιναν όσοι είχαν θεωρητικές γνώσεις μουσικής βάσει παρτιτούρας και στη συνέχεια τα έδειχναν πρακτικά στους μουσικούς που δεν είχαν θεωρητικές γνώσεις μουσικής:

Ευρωπαϊκά παίζαμε εδώ (στα πανηγύρια), τα "Κύματα του Δουνάβεως"…. Ε, βαλς παίζαμε… Τα χορεύανε βέβαια. Ιδίως η Καλλονή. Πολλά ευρωπαϊκά παίζαμε, Κομπαρσίτα. Πάγαινε απ’ τον Πατλάκα (ο αδερφός του Παναγιώτης Γανώσης), απ’ τη Μυτιλήνη, Πατλάκας λεγόταν (το κατάστημα με τα είδη μουσικής), τα είχε έντυπα τα ευρωπαϊκά, γραμμένα, έτοιμα (παρτιτούρες). Τα ’βγαζε αυτός και μας τα ’δειχνε και σε μας μετά.

• Ακροατές - γλεντιστές

Ο Γιώργος Γανώσης αναφέρει ότι τα επονομαζόμενα «ευρωπαϊκά» τα παράγγελναν και τα χορεύανε κυρίως οι εύποροι:

Τα βάζανε γιατί άλλος σηκωνόταν απάνω και χόρευε ταγκό, χόρευε βαλς, ταν-ταν-ταν… Βαλς οι καλοί-καλοί που λένε χορεύανε...

Αναφέρει επίσης τη χαρακτηριστική περίπτωση ενός εύπορου από την Καλλονή που προσκαλούσε τους μουσικούς όχι μόνο για να γλεντήσει με φίλους του στο σπίτι, αλλά και για να περιδιαβούν την κωμόπολη παίζοντας μουσική τα ξημερώματα:

Πασιακάς, ένας πλούσιος ήταν, στην Καλλονή. Σπίτι του. Κι άμα ξημέρωνε, πόση ήταν η παρέα, 4-5 άτομα, όσοι ήταν, άντε βόλτα όλη την Καλλονή...