|
Γανώσης Γιώργος | Λέσβος | Ενασχόληση με τη μουσική
• Μουσική εξειδίκευση (τραγούδι, ή/και όργανα)

Ο Γιώργος Γανώσης ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά σαντούρι στα τέλη της δεκαετίας του 1940, στην Καλλονή:

Το ’49 ήμουνα στην Καλλονή, δουλεύαμε με τον αδερφό μου Παναγιώτη (βιολί). Και δύο άλλοι Καπιώτες (από το χωριό Κάπη) ήταν. Είναι παλιοί. Ο ένας πέθανε τώρα και ο άλλος είναι ο Γιαννακός Γιώργος, σαντούρ’ έπαιζε εκείνος, έπαιζε και αμφώνιο (ευφώνιο). Λοιπόν, λέει ο αδερφός μου, Παναγιώτης, θα πιάσει λέει ο μικρός σαντούρ’ και να πιάσεις εσύ τ’ αμφώνιο. Τί να κάνει; Ήθελε να μείνει στον αδερφό μου. Κι έπιασε αμφώνιο ο Γιαννακός κι έπιασα εγώ το σαντούρι.
Την περίοδο αυτή συμμετείχε στην κομπανία και ο Παναγιώτης Παντελέλης από το Παλαιοχώρι, που έπαιζε τρομπόνι.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 στην Καλλονή οι τρεις αδερφοί Γανώση φτιάχνουν δική τους κομπανία, που έγινε γνωστή στη Λέσβο με την ονομασία «Τα Γανωσέλια». Ο Γιώργος Γανώσης παίζει ντραμς, ο Δημήτρης Γανώσης ακορντεόν και ο Παναγιώτης Γανώσης βιολί:

Όταν βγήκαν τ’ ακορντεόν κι έπιασε ο αδερφός μου ο Δημήτρης, ο μικρός, ακορντεόν, μου λέει ο αδερφός μου ο Παναγιώτης: ‘Έ, τώρα λέει θα πιάσεις ντραμς εσύ. Έχουμε ανάγκη από ντραμς. Να ’μαστε τρία αδέρφια, δεμένοι, κι όποιος θέλει ας έρθει μαζί μας, για συγκρότημα’.
Μετά το 1952 συμμετέχει στην κομπανία και ο Κουταλέλλης ή «Κουταλής», που παίζει μπουζούκι.

Τη διετία 1955-56 οι τρεις αδερφοί Γανώση συνεργάστηκαν με τον Νίκο Καλαϊτζή ή «Μπινταγιάλα», που έπαιζε σαντούρι. Ο Γιώργος έπαιζε ντραμς, ο Παναγιώτης βιολί και ο Δημήτρης ακορντεόν.

Το 1957 ο Γιώργος Γανώσης έφυγε από την Καλλονή και επέστρεψε στο Παλαιοχώρι. Ο μικρότερος αδερφός του ο Δημήτρης χρίστηκε παπάς και εγκατέλειψε την επαγγελματική ενασχόληση με τη μουσική, ενώ ο μεγαλύτερος αδερφός του Παναγιώτης παρέμεινε στην Καλλονή και συνέχισε να παίζει βιολί σε συνεργασία με μουσικούς της περιφέρειάς του. Από το 1957 μέχρι το 1967 ο Γιώργος Γανώσης έπαιζε σαντούρι σε κομπανία με τους αδερφούς Παντελέλη, στο Παλιοχώρι. Συνεργάστηκε επίσης για ένα διάστημα με τον βιολιστή Ποσειδώνα Καραβά, και με τον βιολιστή Μιχάλη Βερβέρη ή Τουρκογιάννη στο Πλωμάρι.

Τη διετία 1967-68, ο Γιώργος Γανώσης έπαιζε ντραμς στο νυχτερινό κέντρο του Δαλαμπέκη: «Κληματαριά», στην Μυτιλήνη. Εκεί συνεργαζόταν με τον Παππά, που έπαιζε μπουζούκι.

Μετά το 1968, επέστρεψε στο Παλιοχώρι και συνέχισε να παίζει σαντούρι ή ντραμς σε τοπικά συγκροτήματα μέχρι τη δεκαετία του 1990.

Ο Γιώργος Γανώσης ανέφερε και άλλους μουσικούς της περιφέρειάς του, με πολλούς από τους οποίους είχε περιστασιακά συνεργαστεί: τον Παντελή Σκυβαλάκη από το Παλαιοχώρι που έπαιζε ακορντεόν και αρμόνιο, τον αδερφό του Αριστή Σκυβαλάκη που έπαιζε σαντούρι, τον Ηλία Ανδρόνικο στο μπουζούκι, τον Παναγιώτη Τυροπώλη από το Πλωμάρι και τον περίφημο Γιώργο Χατζέλλη ή «Βέβα» ή «Χαχίνα» από το Ακράσι που έπαιζαν σαντούρι. Επίσης ανέφερε το συγκρότημα των αδερφών Βερβέρη ή «Τουρκογιάννη» από το Πλωμάρι που αποτελούνταν από τον Μιχάλη - βιολί, τον Μεγακλή - σαντούρι και τον Παναγιώτη - βιολοντσέλο κυρίως, αλλά και σαντούρι, κιθάρα και ντραμς. Στην Πλαγιά της περιφέρειας Πλωμαρίου ανέφερε τον σαντουριέρη Γιώργο Καβαρνό ή «Αράπη», τον βιολιστή Παναγιώτη Χρήστου και τον μουσικό Μανώλη Γιαγνίση που έπαιζε ακορντεόν.

Στην ευρύτερη περιφέρεια του τόπου του ανέφερε τους εξής μουσικούς: Τον Μιχαήλ Πετρέλλη (ντραμς) και τον Γιάννη Κοτοπούλη (ακορντεόν) οι οποίοι συνεργάστηκαν με την κομπανία των αδερφών Γανώση, τους βιολιστές Τάσο Κουλούρη και Ηλία Δογραμπατζή, το Χρήστο Παντελίδη από το Σκουτάρο (κορνέτα) καθώς και τους Δημήτρη Μπατάκα, Αντώνη Στεργίου, Ευστράτιο Κουταλέλη ή «Κουταλή» που παίζουν μπουζούκι.

• Συγκρότημα - κομπανία

"Τα Γανωσέλια"
• Σταθερές μουσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε/συμμετέχει

Από το 1949 μέχρι το 1957 με έδρα την Καλλονή στην Κεντρική Λέσβο, ο Γιώργος Γανώσης έπαιζε μουσική σε γάμους και πανηγύρια, αλλά και σε γλέντια σε καφενεία και σε σπίτια, σε συνεργασία με τον αδερφό του Παναγιώτη. Το 1950 παίζανε μουσική στο νυχτερινό κέντρο του Γιώργου Βαμβουκλή. Αρχικά το μουσικό συγκρότημα αποτελούνταν από τον Παναγιώτη Γανώση στο βιολί, τον Γιώργο Γανώση (σαντούρι), τον Γιώργο Γιαννακό από την Κάπη (ευφώνιο) και τον Παναγιώτη Παντελέλη από το Παλαιοχώρι (τρομπόνι).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν ο Δημήτρης Γανώσης έμαθε ακορντεόν, ο Γιώργος ξεκίνησε να παίζει ντραμς, και μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό τον Παναγιώτη στο βιολί, οι τρεις αδερφοί Γανώση έφτιαξαν το δικό τους μουσικό συγκρότημα στην Καλλονή:

Όταν βγήκαν τ’ ακορντεόν κι έπιασε ο αδερφός μου ο Δημήτρης, ο μικρός, ακορντεόν, μου λέει ο αδερφός μου ο Παναγιώτης: ‘Έ, τώρα λέει θα πιάσεις ντραμς εσύ. Έχουμε ανάγκη από ντραμς. Να ’μαστε τρία αδέρφια, δεμένοι, κι όποιος θέλει ας έρθει μαζί μας, για συγκρότημα’.
Μετά το 1952 συμμετέχει στην κομπανία και ο Κουταλέλλης ή «Κουταλής», που παίζει μπουζούκι.

Το 1957 ο Γιώργος Γανώσης επέστρεψε στο Παλαιοχώρι και εντάχθηκε στο τοπικό μουσικό συγκρότημα των αδερφών Παντελέλη, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1967:

Είχαν κι οι Παντελέληδες έναν αδερφό στο σαντούρ’, αλλά εγώ ήμουν πιο καλός παλιά απ’ τον αδερφό ’ντων και λέει το βιολί - ο αδερφός Παντελέλ’ : Να παίζεις το ντραμς λέει εσύ (στον αδερφό του), να παίζει σαντούρ’ ο Γιώργος. Επειδή εκούρδιζα πιο καλά...

Στο διάστημα αυτό έπαιζε σαντούρι στα τοπικά πανηγύρια, όπως το πανηγύρι της Παναγίας Κρυφτής στο επίνειο Μελίντα. Κάθε Κυριακή έπαιζε στο καφενείο «Ταράτσα». Μετά το 1968 έπαιζε σαντούρι σε γάμους και πανηγύρια στην ευρύτερη περιφέρεια του Πλωμαρίου, σε συνεργασία με τον βιολιστή Μιχάλη Βερβέρη ή «Τουρκογιάννη».

Μαζί με τον βιολιστή Ποσειδώνα Καραβά έπαιζε σαντούρι στο παραθαλάσσιο καφενείο του Μανιάκη στο Πλωμάρι. Έχει παίξει επίσης επανειλημμένα στα υπερτοπικά πανηγύρια του νησιού, όπως το πανηγύρι της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο στην Αγιάσο, το πανηγύρι του Ταύρου στην Αγία Παρασκευή, το πανηγύρι της Κυριακής των Μυροφόρων στον Μανταμάδο.

Το 1964 έπαιζε σαντούρι ή ντραμς σε ένα καφενείο στη Γέρα μετά από πρόσκληση του καφετζή.

Τη διετία 1967-1968 έπαιζε ντραμς στο νυχτερινό κέντρο «Κληματαριά» στη Μυτιλήνη.

Μετά το 1968, επέστρεψε στο Παλιοχώρι και συνέχισε να παίζει σαντούρι ή ντραμς σε γάμους και πανηγύρια της περιφέρειάς του, μέχρι τη δεκαετία του 1990.

• Από πού προμηθευόταν/προμηθεύεται μουσικά όργανα

Ο Γιώργος Γανώσης αγόρασε το σαντούρι του από τον οργανοποιό Ιωάννη Ζαφειρόπουλο στην Αθήνα.

Στο σπίτι του έχει επίσης ένα «τσύμπαλο», το οποίο αγόρασε, πριν το 1980 από τον μουσικό Ποσειδώνα Καραβά:

Αυτός το πήρε απ’ την Αθήνα τούτο το ’κανε παραγγελία όμως, ε γέρασε πια... [...] Μπορεί να ’κανε τότε φερ’ ειπείν 50.000 δραχμές , 5-6 (χιλιάδες) τ’ έδωσα εγώ;.... Αν βλέπετε μέσα, είναι του Ζαφειρόπουλου Αλλά τούτα τα φτιάχνουν στη Ρουμανία μονάχα. Κι ο Ζαφειρόπουλος πήρε σχέδιο απ’ τη Ρουμανία, από Ρουμάνο.

• Τοπικές δράσεις

Ο Γιώργος Γανώσης έπαιξε μουσική σε όλα σχεδόν τα χωριά του νησιού:

Μονάχα στην Ερεσό δεν έχω παίξει. Στ’ άλλα όλα χωριά έχω πάει.

Με έδρα την καλλονή στην Κεντρική Λέσβο, από το 1949 μέχρι το 1957 έπαιζε μουσική σε συνεργασία με τον αδερφό του Παναγιώτη στο βιολί, σε γάμους και πανηγύρια, όπως το πανηγύρι της Αγίας Τριάδας. Έπαιζαν επίσης σε γλέντια σε καφενεία αλλά και σε σπίτια, καθώς και σε εξοχικά κέντρα:

Το ’49 ήμουνα στην Καλλονή. Μες στην πείνα στην Καλλονή δουλεύαμε με τον αδερφό μου Παναγιώτη. [...] Πασιακάς, ένας πλούσιος ήταν, στην Καλλονή. Σπίτι του. Κι άμα ξημέρωνε, πόση ήταν η παρέα, 4-5 άτομα, όσοι ήταν, άντε βόλτα όλη την Καλλονή...
Παίζανε συχνά σε ένα εξοχικό μέρος, έξω από την Καλλονή, στην κατεύθυνση του Μολύβου.
Τα Σουμούρια είναι το μέρος, Σουμούρια λέγεται, Εσωμέρια, μέσα μέρος.
Το 1950 παίζανε στο νυχτερινό κέντρο του Γιώργου Βαμβουκλή μέσα στην Καλλονή. Στο διάστημα αυτό έπαιζαν συχνά σε γλέντια που γίνονταν στην Στύψη, στη βόρεια Λέσβο:
Το βόρειο τμήμα, Στύψη ιδίως, σπάνια να μη γινόταν γλέντι και να μην πιάσει καβγάς.

Το 1957 ο Γιώργος Γανώσης επέστρεψε στο Παλαιοχώρι και μέχρι τη δεκαετία του 1990 έπαιζε σαντούρι ή ντραμς σε συνεργασία με συντοπίτες του μουσικούς σε γάμους, πανηγύρια, γλέντια σε καφενεία αλλά και σε σπίτια στα χωριά της ευρύτερης περιφέρειάς του:

Μας φώναζαν παρέες στα σπίτια. Εκεί που κοιμόμασταν, ντάκα-ντάκα η πόρτα: ‘Λάτε να παίξουμε στου Μπάμπη το σπίτι’, ναι….πιθανόν να μας φωνάζαν τη νύχτα, ξανά, πρωινές ώρες: ‘Λάτε στη Σκάλα της Καλλονής, οι ψαράδες σας θέλουν...
Έχει παίξει επίσης επανειλημμένα σαντούρι στη Σκάλα Πολιχνίτου:
Τουλάχιστον 30 φορές έχω πάει από δω (Παλιοχώρι), με τα πόδια, Σκάλα Πολυχνίτου, με το σαντούρι σ(η)κωμένος.

Ο Γιώργος Γανώσης έπαιζε τακτικά μουσική στα υπερτοπικά πανηγύρια της Λέσβου, όπως το πανηγύρι του Ταύρου στην Αγία Παρασκευή, το πανηγύρι της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο στην Αγιάσο, το πανηγύρι της Κυριακής των Μυροφόρων στο Μανταμάδο, όπου συγκεντρώνονταν πολλά μουσικά συγκροτήματα του νησιού.

Το καλοκαίρι του 1964 έπαιζε μουσική σε ένα καφενείο στη Γέρα, μετά από πρόσκληση του καφετζή, ενώ τη διετία 1967-1968 έπαιζε ντραμς στο νυχτερινό κέντρο του Δαλαμπέκη στην Μυτιλήνη:

Ξενυχτάδικο, αλλά δουλεύαμε, ρεπό δεν κάναμε, το δουλεύαμε, γιατί ποιός θα πάει ντραμς; Έπρεπε να ’χει πρόβες καμωμένες τα κομμάτια που παίζαμε.

• Ηγετικές προσωπικότητες - ρόλοι στο πεδίο της μουσικής επιτέλεσης

Ο Γιώργος Γανώσης αναγνωρίζει τον ηγετικό ρόλο του αδερφού του Παναγιώτη όχι μόνο στον δικό του προσανατολισμό στην εκμάθηση του μουσικού οργάνου, αλλά γενικότερα στη συνεργασία του με τους άλλους μουσικούς που συμμετείχαν στο μουσικό συγκρότημα. Από τα λόγια του Γιώργου για τον αδερφό του προκύπτει ότι ο ηγετικός του ρόλος βασιζόταν μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι είχε θεωρητικές γνώσεις μουσικής και αναγνωρισμένη δεξιοτεχνία στο βιολί:

Το ’49 ήμουνα στην Καλλονή, δουλεύαμε με τον αδερφό μου Παναγιώτη (βιολί). Και 2 άλλοι Καπιώτες (από το χωριό Κάπη) ήταν. Είναι παλιοί. Ο ένας πέθανε τώρα και ο άλλος είναι ο Γιαννακός Γιώργος: σαντούρ’ έπαιζε εκείνος, έπαιζε και αμφώνιο (ευφώνιο). Λοιπόν, λέει ο αδερφός μου, Παναγιώτης, ‘θα πιάσει λέει ο μικρός σαντούρ’ και να πιάσεις εσύ τ’ αμφώνιο’. Τί να κάνει; Ήθελε να μείνει στον αδερφό μου. Κι έπιασε αμφώνιο ο Γιαννακός κι έπιασα εγώ το σαντούρι… [...] Όταν βγήκαν τ’ ακορντεόν κι έπιασε ο αδερφός μου ο Δημήτρης, ο μικρός, ακορντεόν, μου λέει ο αδερφός μου ο Παναγιώτης: ‘Ε, τώρα λέει θα πιάσεις ντραμς εσύ. Έχουμε ανάγκη από ντραμς. Να ’μαστε τρία αδέρφια, δεμένοι, κι όποιος θέλει ας έρθει μαζί μας, για συγκρότημα.

Και ο Γιώργος Γανώσης συμπληρώνει χαρακτηριστικά:

Ε, ήξερε, ήταν πολύ πνεύμα, τεχνίτης πολύ. Εγώ δεν μπόρεσα να τον φτάσω. Γιατί εγώ σχεδόν πρακτικά έπιασα. Διότι το συγκρότημα γρινιάζαν τότε κείνα τα χρόνια, να εγώ ατζαμής να παίρνω ίσα-ίσα μερίδιο, αλλά είχανε ανάγκη οι παλιοί τον Παναγιώτη, γιατί αυτός τραβούσε, όλα τα τραβούσε αυτός μπροστά. Τί να κάνειν; Υποκύπτανε και οι άλλοι συντρόφοι.

• Ρεπερτόριο

Ο Γιώργος Γανώσης έπαιζε στο σαντούρι όλους τους τοπικούς σκοπούς και χορούς, όπως καρσιλαμά, συρτό, μπάλλο, ζεϊμπέκικο, καλαματιανό, τσάμικο, που περιλαμβάνονταν στο ρεπερτόριο των πανηγυριών. Έπαιζε επίσης ρεμπέτικα, λαϊκά και τα επονομαζόμενα «ευρωπαϊκα», όπως βαλς, «Τα κύματα του Δουνάβεως», «Κομπαρσίτα», ανάλογα με τις απαιτήσεις του ακροατηρίου.

Στην Καλλονή, όπου είχαν εγκατασταθεί πολλοί Μικρασιάτες πρόσφυγες έπαιζαν πολλούς μικρασιάτικους σκοπούς, κάποιοι από τους οποίους δεν ήταν τότε γνωστοί στο Παλαιοχώρι:

"Τ' "Αϊσέ", δεν τ’ ήξερε η περιφέρεια μας. Κι εγώ όταν πήγα ντραμς να παίξω σ’ Καλλονή, Αϊδίνικο, λέει, λέγεται, δεν το παίζαμε εδώ πέρα... Τούρκικα παίζαμε. Άχρονα είναι. Στην Καλλονή είχε πολλούς πρόσφυγες, που τα γυρεύαν. Π.χ. το "Ιμιτλερίμ", το γυρεύαν ονομαστικώς, το πληρώναν.
Αναφέρει επίσης χαρακτηριστικά:
Βεβαίως ήθελαν τούρκικα. Ιδίως η Καλλονή: "Ιμιτλερίμ", Ταβακλαρίμ", "...γιαπρακλαρίμ", "Τσάκιτζη", αυτοί που τα γυρεύαν, τα ξέραν.

Για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι πρακτικοί οργανοπαίχτες στην εκμάθηση του νέου ρεπερτορίου των λαϊκών και ρεμπέτικων ο Γιώργος Γανώησης αναφέρει:

Όταν μπήκαν τα μπουζούκια (περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1950), τα κομμάτια ήταν δύσκολα. Ταχύτητα. Να πάρουμε τις «φωνές» (νότες), δυσκολευτήκαμε. Μας τα γυρεύανε να τα παίξουμε. Και δυσκολευτήκαμε. Μια εποχή κλονιστήκαμε.

Για τα επονομαζόμενα "ευρωπαϊκά" πάλι αναφέρει:

Στα πανηγύρια αρχή-αρχή το κάθε συγκρότημα έπρεπε να παίξει "ευρωπαϊκά" και μετά να παίξει τα λαϊκά... Τα χορεύανε. Ιδίως η Καλλονή, πολλά ευρωπαϊκά γυρεύανε.
Τις παρτιτούρες για τα «ευρωπαϊκά» τις αγοράζανε από το κατάστημα του Πατλάκα στη Μυτιλήνη. Τις μελετούσε ο αδερφός του Παναγιώτης, που είχε θεωρητικές γνώσεις μουσικής, στο βιολί και έδειχνε τα κομμάτια, πρακτικά στους υπόλοιπους μουσικούς του συγκροτήματος.
• Αμοιβή

Στα γλέντια στα καφενεία οι μουσικοί αμείβονταν από όσους επιθυμούσαν να χορέψουν, πρακτική που ονομαζόταν «χαρτούρα»:

Πληρώνανε μόνο με χαρτούρα, από καφενείο δεν παίρναμε φράγκο.

Τα μέλη του μουσικού συγκροτήματος μοιράζονταν τη συνολική αμοιβή στο τέλος της βραδιάς σε ίσα μερίδια, εκτός εάν κάποιος ήταν αρχάριος οπότε μπορεί να έπαιρνε μικρότερο μερίδιο:

Γιατί εγώ σχεδόν πρακτικά έπιασα. Διότι το συγκρότημα γρινιάζαν τότε κείνα τα χρόνια, να εγώ ατζαμής να παίρνω ίσα-ίσα μερίδιο, αλλά είχανε ανάγκη οι παλιοί τον Παναγιώτη (Γανώση), γιατί αυτός τραβούσε, όλα τα τραβούσε αυτός μπροστά. Τί να κάνειν; Υποκύπτανε και οι άλλοι συντρόφοι.

Υπήρχαν χωριά, που λόγω πολυκαλλιέργειας, είχαν μεγαλύτερη οικονομική άνεση, από τα χωριά του Πλωμαρίου, όπως το Λισβόρι, τα Βασιλικά, η Βρίσα. Γι’ αυτά αναφέρει:

Αν έπαιρνες εδώ, σε ένα πανηγύρι, ο κάθε μουσικός, φερ’ ειπείν, μερίδιο εκατό δραχμές, όταν πήγαινες σ’ αυτή την περιφέρεια, έπαιρνες τα διπλά και τα τρίδιπλα. Πλήρωναν πιο καλά. Είχαν την οικονομική ευκαίρεια.

• Κρίσεις για άλλους μουσικούς

Ο Γιώργος Γανώσης διέκρινε τους εξής μουσικούς της Λέσβου, με κάποιους από τους οποίους συνεργάστηκε στο πλαίσιο των τοπικών συγκροτημάτων: