|
Καμάτσος Μενέλαος | Λέσβος | Μουσικά δίκτυα
• Ακροατές - γλεντιστές

Για τη συμμετοχή των γυναικών στα γλέντια, ο Μενέλαος Καμάτσος αναφέρει:

Ο πάππους ’ιμ έλεγε τ’ς Παναγιάς, η Αγιασώτισσα απαγορευόταν να χορέψει στη μουσική, για τ’ς ξένοι. Τα Εννιάμερα κατεβάζαμε τις γυναίκες μας με τα σαλβάρια και θέλαμε να πάμε στα καφενεία και να τις βάλουμε τ’ς γυναίκες απ’ τη μέσα μπάντα κι οι άντρες ήταν απ’ όξω, τ’ς είχαν μες σε κλοιό μη τυχόν και την πειράξουν καμιά. Τις φρουρούσανε, είχε σκοτωμένοι και σκοτωμένοι.

Για την στάση των γλεντιστών στα πανηγύρια και τις κοινωνικές συνεστίασεις, ο Μενέλαος Καμάτσος αναφέρει:

Απ’ τον πρώτο πόλεμο και μετά γίνοταν πολλοί καυγάδες. Ήταν ο κόσμος άγριος. Έβλεπες και χορεύαν με τα όπλα και βάζαν το δάχτυλο μέσα και ρίχταν. Άμα είχα εγώ τη μουσική και ήθελες να χορέψεις έπρεπε να μου ζητήσεις το λόγο, να σε επιτρέψω ή όχι. Τότες γίνονταν καυγάδες. Είχε πολλοί που θέλαν να κάνουν το κουτσαβάκια και κάναν καυγάδες. Τώρα ημέρεψε ο κόσμος. Εγώ άμα ακούσω κανένα και μαλώνει μου φαίνεται παράξενο. Αφού η αστυνομία δυο φορές την εβδομάδα έκανε μπλόκο και μας ψάχναν και θυμάμαι πετούσαν τα μαχαίρια, τα πιστόλια, όλοι οπλοφορούσαν, σαν τ’ς Κρητικοί.

Και γίνονταν ένας γάμος (στην Αγιάσο)], λέει, και κούρδιζε, λέει, το σαντούρ’, κι ήταν ένας παλικαράς κι ήβγαλε το μαχαίρ’ και τον δώκε (στο χέρι του), ‘‘παίζε’’, λέει, ‘‘ρε Καχίνα (παρατσούκλι του σαντουριέρη Γιώργου Χατζέλλη από το Ακράσι), γιατί δεν παίζεις;’’, θάρραγε πως επίτηδες δεν έπαιζε, και απέγιτι λοιπόν το πέταξε το σαντούρ’.