|
Καμάτσος Μενέλαος | Λέσβος | Ενασχόληση με τη μουσική
• Σταθερές μουσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε/συμμετέχει

Το 1928, ο Μενέλαος Καμάτσος, παράλληλα με την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα στην κατασκευή ελαιοπάνων, ξεκίνησε να γράφει ερασιτεχνικά σάτιρα για το καρναβάλι της Αγιάσου. Η συγγραφή των σατιρικών κειμένων γινόταν σταδιακά όλη τη διάρκεια του έτους. Τα σατιρικά κείμενα διαβάζονταν από εκφωνητές στο Καρναβάλι της Αγιάσου, που κορυφώνεται την Καθαρή Δευτέρα. Από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα ο Μενέλαος Καμάτσος ασχολείται αποκλειστικά με την συγγραφή σατιρικών κειμένων. Στις περιγραφές του αντιπαραβάλλονται οι τεχνικές σύνταξης των κειμένων, από τα πρώτα χρόνια ενασχόλησής του, έως σήμερα.

Τη σάτιρα ξεκινάω να τη γράφω το ’28. Τότες δεν τα καταφέρναμε καλά, τι λουγιά μας ήρθε στην έμπνευση να πούμε. Δεν είχαν ομοιοκαταληξίες, δεν είχαν έννοια να πούμε. Να, παίρναμε από το χωριό γεγονότα. Αλλά σιγά, σιγά…Τώρα, να πούμε, δεν είναι μόνο να τα ταιριάζεις είναι να έχουν κάποια έννοια, να το κλείσεις σα χρονογράφημα, αυτή είναι η μαστοριά.

Τα τοπικά δρώμενα, καθώς και οι πολιτικές εξελίξεις αποτελούσαν, ως επί το πλείστον, τη θεματολογία της σάτιρας του:

Για να γράψω πρέπει να βρω την πηγή, είναι δύσκολο πράγμα…Άμα γινόταν κανά έκτροπο στο χωριό το σατιρίζαμε. Αυτά ήταν τα θέματά μας. Ύστερα σιγά, σιγά ξανοιχτήκαμε και πιάσαμε πάνω στην πολιτική. Και τούτονα το ξενώνα γράψαμε ένα, έγιουτο που ήταν οι επιτρόποι, κι επειδής είχε παράδες η εκκλησιά κι ήταν να γίνουν εκλογές να βγει το άλλο το συμβούλιο κάναν τον ξενώνα, εκεί ήταν το παλιό σχολείο επί τουρκοκρατίας, και γράψαμε:



Ξοδιάσαν τς παράδες τς ακκλησάς
κι κάναν το ξινώνα
να φαίνετ’ η βλακεία ντουν
σι όλο τον αιώνα
[Απόσπασμα σάτιρας πριν το 1930]



Στις καρναβαλικές εκδηλώσεις η παρουσίαση των σατιρικών κειμένων γινόταν από τον εκφωνητή, ο οποίος φορούσε …

παλιά, μια βράκα ξεθωρισμέν’, μια καναβέτσα, μιαν αξίνη σ’ μέση του με το ζωνάρ’, ένα κασκέτο, δεν είχαμε πολυτέλει’ς εμείς παρουσιάζαμε την πραγματική παράδοση, διότι χάνεται, τώρα το ’χουν για εκμετάλλευση, θέατρο είναι.

Για τη συγγραφή των κειμένων ο Μενέλαος Καμάτσος συνεργαζόταν συστηματικά με τον Βασίλη Βαγιανά. Περιστασιακά όμως συνεργαζόταν και με άλλους Αγιασώτες που έγραφαν σάτιρα.

Με το Βασίλη το Βαγιάνα γράφαμε μαζί, ποτές δεν έγραφε μοναχός του, αλλά εγώ δεν ήθελα να φαίνομαι, δε μ’ άρεζε να..., πως να στο πω, δεν ήθελα να ξέρει κανένας.

Πόσες φορές τους είπα «’λάτε ρε να συνεργαστούμε πριν πεθάνω, να μονιάσετε και να κάνουμε ένα μπουκέτο, να κάνουμε μιαν εξέδρα, και ο κόσμος να το χορτάσει, να το χειροκροτήσει, αφήτε τα πια τα πολιτικά για όνομα του θεού. Αφού ανήκω εγώ σε ένα κόμμα, εσύ που κατηγορείς το κόμμα μου εγώ νευριάζω, δε θέλω. Δε θέλουν να το καταλάβουν.


• Αυτοαξιολόγηση

Ο Μενέλαος Καμάτσος αναφέρει ότι κάποιοι αναγνώστες της σάτιράς του επιθυμούσαν να αποκτήσουν κείμενά του. Η ανταπόκριση των αναγνωστών αποτελούσε μια μορφή διάκρισης για τον ίδιο και για την δουλειά του:

Έρχονται πολλοί καθηγητές, λένε ‘‘πολλά διαβάζουμε αλλά τα δικά σου έχουν άλλη...’’. Πρόπερσι ήταν ένας καθηγητής απ’ την Ακαδημία των Αθηνών και ξεσήκωσε πολλά κι άμα πήγε στην Αθήνα μου τα ’στειλε γραμμένα στη μηχανή. Χθες πήρα ένα γράμμα από τη Γαλλία. Απ’ τις Αυστραλίες γράφουν, απ’ την Αμερική.

Ήταν ένας διευθυντής τράπεζας στην Καβάλα και μου λέει ‘‘διάβασα μια σάτιρα σου στην Αλεξανδρούπολη και μ’ άρεσε τόσο πολύ που έγραψα στη Μυτιλήνη μήπως υπάρχει βιβλίο και δε βρήκα.

Απ’ την Αλβανία έγραφτα στην Αθήνα, και μου στέλναν συγχαρητήρια για πολλά γεγονότα. Μιαν εφημερίδα, η ‘‘Εξόρμηση’’.


• Αμοιβή

Οι αμοιβές των συγγραφέων σάτιρας προέρχονταν κυρίως από τα χρηματικά έπαθλα των διαγωνισμών που αθλοθετούνταν για την αξιολόγηση της καλύτερης καρναβαλικής σάτιρας. Υπήρχαν, ωστόσο, περιπτώσεις ατόμων που επιθυμούσαν να αποκτήσουν σατιρικά κείμενα της εποχής, επί πληρωμή. Ο καθορισμός της χρηματικής τους αξίας ήταν στην διακριτική ευχέρεια του ενδιαφερόμενου.

Ήταν ένας, Κουκουβάλας τον λέγανε, ο οποίος τ’ αγαπούσε πολύ κι άφησε δυο κτήματα και [...] στο Αναγνωστήριο, να βραβεύει την πιο καλή σάτιρα, κι από κει άρχισε να πούμε. Ήταν το πρώτο το βραβείο 1,5 χιλιάρικο. Δεν ήταν για το χιλιάρικο, εμείς ήμασταν 50, 50 καθόμασταν πάνω στο Σταυρί νεολαία, δεν το πήρε κανείς το πρώτο βραβείο, εμείς το παίρναμε πάντα.

Τότες δεν τις κρατούσαμε τις σάτιρες, εγώ από το ΄72 τις κρατάω, κι αυτό ήταν ένας διευθυντής τράπεζας στην Καβάλα και μου λέει ‘‘διάβασα μια σάτιρα σου στην Αλεξανδρούπολη και μ’ άρεσε τόσο πολύ που έγραψα στη Μυτιλήνη μήπως υπάρχει βιβλίο και δε βρήκα. Αν δε σε πειράζει να μου γράψεις μερικοί στίχοι’’, και μου ’στειλε και 3.000 δρχ. ο άνθρωπος το ’72 Κι απ’ εκεί πια λέω ‘‘πρέπει να τα κρατάω’’….


Για τα παλαιότερες σάτιρες που είχε γράψει και δεν τις έχει κρατήσει αναφέρει:

Έλεγα αφού μπορώ και τα κατασκευάζω τι να κάθομαι να τα...έπρεπε να τα κράτουμ’ από τότε, έπρεπε να ’χα τώρα 5 εκατομμύρια στίχους.

Υπήρχε η συνήθεια, οι συγγραφείς των κειμένων που διακρίθηκαν σε διαγωνισμούς να ανταλλάσουν κεράσματα μεταξύ τους, ως συμβολική αμοιβή για τη συνεισφορά τους:

Σ’ ούλοι έχω γραμμένα, και παίρναν τα βραβεία κι ούτε μια μπύρα δεν με κεράσαν.

• Κρίσεις για άλλους μουσικούς

Ο Μενέλαος Καμάτσος επαινεί τους Αγιασώτες μουσικούς Στρατή Ρόδανο, που έπαιζε τρομπέτα, τρομπόνι, ευφώνιο και σαντούρι, και τον Παναγιώτη Σουσαμλή ή «Κακούργο» που έπαιζε κλαρίνο:

Ο μπάρμπας μου (Στρατής Ρόδανος) και ο ‘Κακούργος’ (Παναγιώτης Σουσαμλής) ξέραν τα Σμυρναίϊκα… ήταν απ’ τ’ς πιο καλοί μουσικάντες, κι αυτοδίδακτοι. Ι Μπάρμπας ’ιμ ήταν σαλπιγκτής στο στρατό κι από κει λοιπόν άμα ήρθε… Κι ο «Κακούργος» άμα έπαιζε κλαρίνο ήταν!...