|
Αντώνας Απόστολος | Λέσβος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Μανταμάδος, Λέσβος
• Χρόνος γέννησης

1917
• Ιδιότητα

Πρακτικός οργανοπαίχτης (νταβούλι) και τραγουδιστής.

• Γονείς

Ο πατέρας του και η μητέρα του κατάγονταν από το Μανταμάδο.

• Οικογενειακή κατάσταση

Παντρεμένος
• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

O Α. Αντώνας ήταν υπάλληλος της κοινότητας Μανταμάδου, υπεύθυνος για την περισυλλογή των απορριμμάτων, ενώ απασχολείται επίσης σε αγροτικές εργασίες, κυρίως στην ελαιοκαλλιέργεια στα δικά του κτήματα, καθώς και στην κτηνοτροφία:

Αγρότης είμαι. Ε, είχα και τα σκουπίδια του Μανταμάδου. Είχα ένα κάρο με το γάιδαρο και μάζευα και τα σκουπίδια να πούμε... Ελιές, ε, δ’κά μου χτήματα. Και πρόβατα, έχω ακόμα. Απ’ όλα κάνεις, δεν μπορείς εδώ μες στο χωριό και τον κασμά θα πάρ’ς και στο θέρος θα πας και ελιές θα μαζώξεις, δεν μπορείς να πούμε να ζεις έτσι...

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Α. Αντώνας παρουσιάστηκε στο στρατό το 1937 στη Μυτιλήνη και απολύθηκε το 1939, αμέσως μετά επιστρατεύτηκε και πάλι λόγω του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Το 1941, πέρασε μέσω της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή, όπου επιστρατεύτηκε εκ νέου, μέχρι και το τέλος του πολέμου:

Στρατό, τη Μικρά Ασία γύρισα, το 1941 [πέρασα στη Μέση Ανατολή]. Μέχρι Τομπρούκ, Μάσα-Μαντρούχα, μέχρι τέτοια, Σουντάν, Σουντάνια. [Σουδάν]. Από δω φύγαμε μέσω Τουρκίας, απ’ την Τουρκία Συρία, Λίβανο, Παλαιστίνη […]. Μας βάλαν και στα σύρματα, μας χτυπήσαν στη θάλασσα, τον καιρό που κάναμε ‘μεις φαντάροι στη Μέση Ανατολή [...]. Με τους Εγγλέζους ήμασταν, αλλά αυτοί να πούμε θέλαν να μας πάνε Ιταλία, να πολεμήσουμε στο Ρίμινι, αλλά εμείς να πούμε δεν θέλαμε να πάμε, θέλαμε να μας φέρουν στην Ελλάδα, αφού στην Ελλάδα ήταν οι κατακτηταί έδγιω πέρα, γιατί να μας πάνε; Και μας βάλαν στα σύρματα […].

… [Έφυγα] το 1941, 13 Σεπτεμβρίου και πέρασα Τουρκία. Κι οι Τούρκοι το ξέραν. Άμαν έπεφτες πάνω σε καλοί ανθρώποι, ήταν κι αυτοί κόμματα-κόμματα. Ήταν και με τσ’ Εγγλέζοι και με τσ’ Γερμανοί. Και τώρα δεν βλέπεις τι γίνεται; Σαν εμάς έδγιω πέρα που ‘μαστε κόμματα, οι ίδιοι. Αν έπεφτες πα’ σε κάνα καλόν άνθρωπο που ‘ταν Αγγλόφιλος, τράβα για μέσα, άμα δεν […], τους στέλναν πίσω. Το 1945 γυρίσαμε […]. Κάτω ο στρατός ήταν πληρωτός, πληρωτός, δεν επήγαμε εμείς απ’ έδγιω να πάμε πάλι φαντάρ’. Εμείς φύγαμε απ’ έδγιω να γλυτώσουμε τους Γερμανοί, την πείνα, [βέβαια] φαντάροι ήμασταν τσι κάτω […].

[Το 1937 πήγα στο στρατό και] απολύθηκα το 1939. Το 1937 πήγα κληρωτός, έδγιω πέρα στη Μυτιλήνη. Απ’ τη Μυτιλήνη λοιπόν με πήγαν στη Μακεδονία [Θράκη], ανάμεσα Κομοτηνή με Αλεξανδρούπολη, ένα χωριό Κιρκάς λέγεται εκεί πέρα, Κιρκάς. Εκεί τελείωσε να πούμε η δουλειά. Μόλις ήρθαμε έδγιω πέρα να πούμε έγινε πάλι, δεν επέρασε κομμάτι καιρός, μας επιστρατεύσαν πάλι. Δεν ήταν ακόμα, λέγαν να πούμε, λέγαν, δεν ήτανε πόλεμος ακόμα, μας επιστρατεύσαν πάλι και μας πήγαν στη Λήμνο. Απ’ το ’37 μέχρι το ’45 συνέχεια ήμουν στρατιώτης, 8 χρόνια πέρασα, κατάλαβες τώρα ε; Και τώρα παν’ δυο χρόνια και κάνουν παράπονο, μη παραπονιόνται καθόλου, 8 χρόνια και με πόλεμο! Και με πόλεμο. Και στο Αλαμέϊν πολέμησα [Ελ Αλαμέϊν], έτσι ήτανε ο πόλεμος. Φύγαμε […] και πήγαμε να βρούμε πιο καλή ζωή. Περάσαμε στην Τουρκία, λέγαμε θα πάμε εργάτες, θα πάμε κάπου. Εμ ελέγαμε, εμ όμως κατευθείαν μας πήγαν στο στρατό. Μας ντύσαν στρατιώτες και μας λαχταρίζαν με την Ελλάδα […]. Στη Μέση Ανατολή πολεμήσαμε με τους Γερμανούς, στο Ελ Αλαμέϊν πολεμήσαμε με τους Γερμανούς […].

[…] Εγώ έφυγα κρυφά, απ’ τη θάλασσα από κάτω, από τον Άγιο Στέφανο [επίνειο του Μανταμάδου], ένα χιλιάρικο δώκαμε, κάθε άτομο ένα χιλιάρικο [στο βαρκάρη], ξένος ήταν [ο βαρκάρης]. Και μας πέταξε πα’ σ’ ένα νησί και λέγινταν Γαϊδαρονήσι. Τουρκικό ήνταν το νησί, αλλά μας είπαν να πούμε ότ’ είναι στεριά. Μόλις χάραζε λοιπόν έτσι-να, μας ήβγαλε πά’ στο νησί, λέγαν ότι είναι στεριά, δεν ελέγαν νησί. Άμαν εξημέρωσε μέρα λοιπόν κι ήβγαμε, ήρτε ακόμα μια βάρκα. Αλλά πιάνουμε τη βάρκα και τη σ’κώνουμε και τη βουλιάζουμε να μη μας βάλουν οι Τούρκοι και μας στείλουν πίσω. Άμαν εξημέρωσε καλά λοιπόν, βγαίνουμε απάνω στο νησί, στο λόφο, ήταν τ’ Αϊβαλί απ’ έδγιω, πόσο να σου πω, κάμποσος δρόμος θάλασσα κι όχι τ’ Αϊβαλί, το Μοσκονήσι. Καθόμαστε και λέγαμε ‘να ‘μαι Χάρε πάρε με!’. Μήδε ψωμί, μήδε φαγί, μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες. Είμαστε εφτά κι εφτά, 14 νομάτοι απά στο νησί, με τη βάρκα την άλλη που ‘ρθε, οι άλλοι ήνταν ξένοι [από άλλα χωριά της Λέσβου], Μυστεγνιώτες απ’ όλα […].

[…] Είχαμ’ έναν κι ήξερε το μπάνιο. Δεν ήταν πολύ και πέρασε απ’ έξω μεριά, φαίνονταν οι ανθρώποι. Αποφάσισε ένας νεαρός που λες λοιπόν και λέει: ‘Θα πέσω στη θάλασσα ή θα πνιγώ ή θα τέτοιο’. Και μόλις λοιπόν έπεσε στη θάλασσα, ήβγε από καρσί [απέναντι], μας κούνησε, αλλά δεν επρόλαβε να πούμε μηδέ να τέτοιο, χραπ τον πιάσανε οι τζανταρμάδες έδγιω πέρα. Και δεν επέρασε κομμάτι που λες λοιπόν και ήρθε μια βάρκα με την καταδίωξη αυτή και ήρθε γιαλό εκεί πέρα και μας έβαλε μέσα. Μας πήραν ναι, μας είπε ι Τούρκος ‘Γκιαούρ Γκιαουρντάν’, αλλά εμείς δεν ηξέραμε καθόλου, αλλά ένας ήξερε τα ελληνικά που ήταν απ’ την καταδίωξη και λέει ‘ξέρεις τι σας είπε τώρα;’ Ο δικός σου ο πατέρας σκότωσε τον δικό του’. Γκιαούρηδες είμαστε, άπιστοι είμαστε. Μας βάλαν στο καρακόλι που λες λοιπόν, μας είχαν εκεί πέρα, στο Αϊβαλί. Απέ κει λέει ένας ‘αύριο θα κριθεί: Ή πίσω θα σας στείλειν ή μπροστά θα παγαίνετε’. Και παγήκαμε μπροστά, και μας πήγαν στο Μπαλού-Χισέρ κι απ’ το Μπαλού-Χισέρ πιάσαμε τ’ Αφιόν-Καρά-Χισάρ κι αμ’ τ’ Αφιόν-Καρά-Χισάρ που λες λοιπόν ήμπαμε μέσα και πιάσαμε την Παλαιστίνη, Γιάφα, Τελ-Αβίβ. Οι Τούρκοι, υπεύθυνοι αστυνομικοί ας πούμε μας πηγαίνανε. Όλο το τρένο ίσαμε έδω-να πέρα ήταν Τούρκοι, βγαίναμε απ’ την Τουρκία, άμαν ήβγαμε ήτανε η Συρία […].

[…] ζητήσαμε πολιτικό άσυλο και στην Τουρκία, γιατί; Δεν απομείνανε; Άμαν ήθελες απόμενες. Να σε πάρουν σε μια δουλειά, να πιάσιν… Άμαν επήγαμε στην Παλαιστίνη να πούμε, ήταν οργανωμένος ο στρατός, η Ελλάδα είχε δυο Ταξιαρχίες καμωμένες, η 1η Ταξιαρχία και η 2α Ταξιαρχία. Εγώ δεν ήθελα να πάγω στρατιώτης, είχα τόσα χρόνια στρατιώτης. Πήγαμε στο Αλβανικό τον πόλεμο, μας πήγαν και στ’ Αλαμέϊν […]. Τότε που έφυγα αρραβωνιασμένος ήμουνα, 22-23 χρονών ήμουνα τότε.