|
Βουρλιώτης Νίκος | Σάμος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Παγώνδας, Σάμος
• Χρόνος γέννησης

1932
• Ιδιότητα

Ο Νίκος Βουρλιώτης παίζει μπουζούκι και τραγουδάει:

Παίζω μπουζούκι, έπαιζα, παίζω ακόμα, αλλά τώρα το παίζω στο σπίτι μόνο […]. Ναι τραγούδαγα. Δεν ήμουν τραγουδιστής, δηλαδή από τους πρώτους τραγουδιστές, αλλά έβγαζα δουλειά και ’γω.
Άρχισε να παίζει μουσική με μια παλιά κιθάρα του θείου του αλλά γρήγορα άρχισε να τον ενδιαφέρει το μπουζούκι:
Ύστερα μ’ άρεσε το μπουζούκι ας πούμε απ’ την κιθάρα, και καταπιάστηκα με το μπουζούκι ας πούμε. Ε, είχαμε κάνει εδώ μια ορχήστρα τριμελή, τετραμελή, πενταμελή, πολλές φορές κολλούσαμε εκεί, πανηγύρια, γάμους, ξέρω ’γω, πηγαίναμε.

• Γονείς

Οι γονείς του Νίκου Βουρλιώτη ονομάζονται Στέφανος και Βασιλοπούλα. Ο πατέρας του διατηρούσε τσαγκάρικο στον Παγώνδα της Σάμου και ήταν επίσης ψάλτης. Ο θείος του, Μανόλης Κυριακού, αδελφός της μητέρας του, ήταν πρακτικός μουσικός:

Και εκείνος πρακτικός, ακριβώς δεν μπορώ να σου πω τι [...], ήξερα ότι έπαιζε κιθάρα, αλλά [αν] πήγε σε κανέναν δάσκαλο δεν ξέρω. Εγώ πάντως επειδή αρρώστησε τότες, το τριάντα οκτώ [1938], ήμουν έξη χρονών, δε θυμάμαι και πολλά πράγματα. Ε, ύστερα βρέθηκε η κιθάρα, της πέρασα κάτι χορδές επάνω και άρχισα μόνος μου.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Νίκος Βουρλιώτης θυμάται την εποχή που έκλεψε τη γυναίκα του Καλλιόπη:

[…] ήταν χειμώνας και, και επειδή είμαι και κλεψίγαμος [...], παντρεύτηκα το Φλεβάρη του χίλια εννιακόσια πενήντα πέντε [1955]. Πήγα το Μάιο του πενήντα πέντε φαντάρος. Και απολύθηκα τέλος του πενήντα έξη.
Έχει δύο κόρες, τη Βάσω και την Ειρήνη:
Λοιπόν είναι, η μια είναι στο Βέλγιο, έχει πάρει ένα παιδί απ’ την Αλεξανδρούπολη και τώρα θα ’ρθούνε. Τον άλλο μήνα θα ’ρθούνε. Η άλλη μένει στο Ηραίον. Μένουν εκεί κάτω, έχουν σπίτι δικό τους, εκεί […], αυτή ήταν αυτή ασχολιόταν στα γράμματα, στο Βέλγιο έμαθε αυτά και εδώ δούλευε στην Ένωση Οινοποιητικών Συνεταιρισμών.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Όταν τελείωσε το δημοτικό άρχισε να δουλεύει μαζί με τον πατέρα του που ήταν τσαγκάρης:

Ναι δούλεψα με τον πατέρα μου, τσαγκάρης ο πατέρας μου, δούλευα και με τον πατέρα μου [...].

Ο Νίκος Βουρλιώτης άρχισε να ασχολείται με τη μουσική το 1951, όμως άρχισε να δουλεύει επαγγελματικά λίγα χρόνια αργότερα:

Εγώ ξεκίνησα γύρω στο πενήντα ένα [1951], πενήντα δύο [1952] ξεκίνησα τη μουσική, αλλά στα πατάρια βγήκα απ’ το πενήντα τέσσερα [1954] και ύστερα. Πενήντα τρία, πενήντα τέσσερα […]. Όχι φυσικά έτοιμος. Βασικές ελλείψεις τότε της εποχής. Γιατί πάντοτε ο αυτοδίδακτος έχει πολλές ελλείψεις.

Μέχρι το 1964 δούλευε επαγγελματικά στην Ελλάδα. Μετά συνέχισε τη δουλειά του μουσικού στο Βέλγιο, μέχρι το 2000 περίπου:

Μέχρι το δυο χιλιάδες, πριν κανένα χρόνο σταμάτησα στο Βέλγιο εκεί πάνω, γιατί είχα κάτι προβλήματα άλλα ας πούμε και [...]. Έπαιζα εκεί πάνω. Συνέχεια παίζαμε. Και τελευταία τα εφτά χρόνια έπαιζα μ’ ένα παιδί Έλληνας εκεί πάνω, καθηγητής ήτανε φιλόλογος Γαλλικής, αλλά επειδή τελείωσε τις σπουδές του, δουλειά δεν βρίσκεις εκεί πάνω. Και εκεί το μόνο που σε βάζουν στο ταμείο ανεργίας. Παίρνεις ένα επίδομα μικρό και δούλευα μ’ αυτό το παιδί εκεί. Πολύ ωραίος τραγουδιστής και ωραίος κιθαρίστας.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Ο Νίκος Βουρλιώτης άρχισε 19 ετών να παίζει μουσική:

Ήμουνα δέκα εννιά [...], είμαι το τριάντα δύο [1932] γεννημένος, δέκα εννιά χρονών, δηλαδή συγκεκριμένα δεν θυμάμαι, μπορεί να είναι και το πενήντα δύο [1952]. Δεν έχω κρατήσει αυτοβιογραφία ας πούμε.

Δούλεψε για πολλά χρόνια ως επαγγελματίας μουσικός στην Ελλάδα. Το 1964 έφυγε για το Βέλγιο όπου εργάστηκε και σαν μουσικός μέχρι το 2000. Έκτοτε σταμάτησε να παίζει:

Παίζω μπουζούκι, έπαιζα, παίζω ακόμα, αλλά τώρα το παίζω στο σπίτι μόνο. Έχω σταματήσει, γιατί δούλεψα αρκετά χρόνια. Στο Βέλγιο, εδώ πέρα προτού φύγω. Εδώ δούλεψα γύρω στα δέκα, δώδεκα χρόνια. Πριν να φύγω για το Βέλγιο. Έφυγα το εξήντα τέσσερα [1964], γύρισα το δυο χιλιάδες [2000]. Έκτοτε το σταμάτησα επαγγελματικά. Τώρα μόνο στο σπίτι.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Νίκος Βουρλιώτης παρουσιάστηκε το 1955 στον στρατό και απολύθηκε στις αρχές του 1957 περίπου. Περιγράφοντας τη στρατιωτική του θητεία αναφέρει:

Στο στρατό πήγα το χίλια εννιακόσια πενήντα πέντε [1955]. Είχα, το ’χα πάρει μαζί μου και το όργανο και διασκεδάζαμε μεταξύ μας πολλές φορές, κάναν και κάτι εκδηλώσεις οι [...]αξιωματικοί και μας παίρναν και παίζαμε. Φυσικά για να έχουμε καμιά άδεια […]. Φαντάρος έκανα Κρήτη, βασική εκπαίδευση, μετά πήγα Γιαννιτσά, μετά πήγα Βέροια, μετά πήγα Κεφαλονιά και ξανά Γιαννιτσά. Από κει πήρα το απολυτήριο […]. Διασκεδάζαμε, μεταξύ μας διασκεδάζαμε […], ακούσματα είχαμε από, από δίσκους που άκουγα άμα βγαίναμε καμιά φορά έξοδο, πηγαίναμε και σε κανένα ταβερνάκι να πιούμε, ε από κει ακούγαμε […]. Έχω δουλέψει και με άλλους φαντάρους που ήταν μαζί […]. Θυμάμαι τώρα ένας Στεφανάκης, έπαιζε καλή κιθάρα και αυτός, αν θυμάμαι, ναι, Στεφανάκης, ένας άλλος, δεν τους θυμάμαι κιόλας, πως λεγόταν.

Ο Νίκος Βουρλιώτης πιστεύει ότι οι καταστάσεις όσον αφορά στη μουσική παραγωγή έχουν αλλάξει με το πέρασμα των χρόνων:

Σήμερα κοιτάζουν να εμπορευματοποιήσουν, κοιτάζουν. Ποιος θα βγάλει πιο πολλά, σου λέει θα βγάλω δέκα τραγούδια, θα πουλήσω τα δυο. Θα πιάσω να οικονομήσω από κει. Ενώ παλιά ήτανε ότι βγάζανε, να μην πω ότι, αλλά τουλάχιστον το ενενήντα τις εκατό, είχε ακουστικότητα. Και ξέρεις, ήταν το συναίσθημα τότες, της εποχής που ο κόσμος υπόφερε από πολλά πράγματα. Υπόφερε από φτώχεια, υπόφερε από φυλακές, υπόφερε από αγάπη. Και αυτό, είχαν και αυτό μέσα. Υπόφερε από αδικία, δηλαδή ότι, ότι [...], κοινωνική, μα για τι μιλάω. Λοιπόν αυτά όλα είχανε, χτυπούσανε στην ακουστική του ανθρώπου είχε, είχε μεγάλη έλξη, δηλαδή άκουγε, δεν ξέρω τι ιδεολογία έχετε, αλλά δεν μ’ ενδιαφέρει ότι και να ’χετε. Αλλά επειδή τότες, πάρε δω απ’ το χωριό μας και αυτό ισχούσε παντού. Είχε πολλούς φυλακισμένους. Άκουγες ας πούμε φυλακές, λέει φυλακές και άδικα με κλείσανε και ξέρω γω [...] και ο άλλος που είχε ένα γιο, ένα αδερφό, που ήξερε [...], γιατί πολλοί ήταν άδικα, ήταν τα κομματικά τότες. Δεν θα σας βάλω αριστερούς εγώ μονάχα, θα σας βάλω ότι απ’ όλες τις κομματικές αποχρώσεις ήρθανε στη Γυάρο, στις φυλακές ήτανε, φοβεροί επιστήμονες. Κεφαλές της επιστήμης ήτανε. Στη Γυάρο. Δηλαδή, συγκεκριμένα. Θεοδωράκης αριστερός. Ρίτσος αριστερός ήτανε. Κανελλόπουλος, Παναγιώτης Κανελλόπουλος δεν ήταν αριστερός, ο Κανελλόπουλος είχε κάνει και πρύτανης του Πολυτεχνείου, του Πανεπιστημίου. Ήτανε δεξιός τότες. Είχε πολλοί [...], ο Σημίτης φυλακή δεν τον είχαν και αυτόνε, ξέρω ’γω, ή τον Αντρέα τον είχαν και ύστερα τον αφήκαν. Ή πολλοί άλλοι σημερινοί πολιτικοί που κάνανε φυλακές τότες. Λοιπόν όταν νιώθει κάποιος ότι είναι φυλακή άδικα, γιατί άδικα, άδικα είναι να ξέρεις ότι αγωνίζεσαι για ένα κόσμο και σε πάνε φυλακή. Αυτό δεν έχει καμιά, καμιά, όχι λογική, δηλαδή ότι και να πεις, κατάλαβες, είναι [...]; Αλλά μανούλα μ’ να σου πω λέει δυο λόγια, δυο κουβέντες, τις φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες. Κατάλαβες; Και ο άλλος το έχει καμάρι, γιατί είναι φυλακή, είναι φυλακή γιατί πάλεψε για ιδανικά. Και είναι φυλακή […]. Ε, τώρα έχουν, τώρα, κοίταξε τώρα πάει στον έρωτα, στον έρωτα, σε […], στον έρωτα. Άμα [...], σ’ αγαπάω μ’ ακούς, σ’ αγαπάω δε μ’ ακούς και σ’ αυτά. Δεν έχει. Εδώ είναι που πάει να χαλάσει [...].

Για τη μετανάστευση μεγάλου μέρους του πληθυσμού αλλά των μουσικών της περιοχής, αναφέρει:

Γίναν κάτι, βγαίναν κάτι καινούργιοι ξέρω ’γω, αλλά εν το μεταξύ η μείωση του πληθυσμού αδυνάτισε και αυτή τη δουλειά ακόμα. Τα αδυνάτισε όλα. Να εδώ βλέπεις στο χωριό, ότι έχει νεκρώσει; Όσους βλέπεις τώρα, τώρα τι; Προτού φύγω εγώ ήτανε θεριό στις τρεις απ’ τα μεσάνυχτα. Ήταν αυτοί και γυρίζαν έτσι. Και ήταν, όλα αυτά ήταν καφενεία πέρα. Όχι μόνο αυτά και από πάνω που έπαιζα και πιο πέρα άλλο και πιο πέρα σε άλλο και πιο πάνω σε άλλο.

Ο Νίκος Βουρλιώτης θυμάται τις γυναίκες να τραγουδάνε σε διάφορες περιστάσεις παινέματα, μοιρολόγια, νυφιάτικα τραγούδια:

Απόψε γάμος γίνεται, απόψε πανηγύρι, απόψε αποχωρίζεται, η κόρη από τον κύρη.

Για τα πανηγύρια και τις φασαρίες που γίνονταν σ’ αυτά αναφέρει:

Ε, κάπου, κάπου γινότανε. Αλλά αυτά κοπήκανε σιγά, σιγά. Αυτά, παλιά γινότανε πιο πολύ […]. Όταν εγώ δεν ήμουνα, ήμουνα μικρός ακόμα. Δηλαδή σηκωνόταν απάνω κάθε παλικαράς να το πούμε έτσι, κάτσε στην άκρη να χορέψω εγώ. Και άλλα γινόταν και φασαρίες που γινόταν πολλές φορές. Με παρεξηγήσεις και τέτοια, ναι.

Για τη θέση των γυναικών στα πανηγύρια αναφέρει:

Παλιά, παλιά εγώ το θυμάμαι, ήμουν πολύ μικρός, εκεί πάνω ήταν τα σκαλιά της πλατείας, από κει πάνω όλο μέχρι κάτω ήταν [...], ύστερα τ’ αλλάξαν με τα αυτά που κάναν εδώ, οι γυναίκες καθόταν εκεί πάνω, οι άντρες διασκεδάζαν. Και στο πανηγύρι ακόμα του χωριού. Και όταν χόρευε ένας άντρας ας πούμε, πήγαιναν και τον συνόδευαν η γυναίκα του, αδερφή του, ανιψιά του ξέρω ’γω, οι στενοί συγγενείς.

Όταν κάποιος ήθελε να χορέψει με μια κοπέλα έπρεπε να ζητήσει πρώτα την άδεια από τους δικούς της:

Ε, πήγαινε, μπορώ να χορέψω με τη κόρη σου; Μπορώ να χορέψω με τη γυναίκα σου; Ε, άμα έλεγε όχι δεν πήγαινε, δεν επέμενε πιο πέρα. Όχι, σε αυτό είχανε, ήτανε λίγο κουμπωμένοι αυτοί. Φασαρία δεν έχω ακούσει κανένα να γίνει, καμία φορά για τη [...], άμα του ’λεγε όχι δε, δε μπορώ [...], γιατί μπορεί να το ξέρει και να μη τον θέλει. Να μη θέλει, είτε ο γαμπρός, η μάνα του γαμπρού να μη θέλει τη κοπέλα ξέρω ’γω και αν πήγαινε να τη σηκώσει να του λέει να μην πας [...], παλιά. Είχαμε, τότε, ήταν πολύ τα πράγματα αυτά. Αλλά τα ερωτικά ζευγάρια υπήρχαν πάντως. Είχαν πολύ κόσμος τότες εδώ το βράδυ, μέχρι κάτω που μπαίνεις στο χωριό, κάτω ακόμα, κάτω κόσμος περίπατο πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, φώτα δεν είχαμε. Είχαμε μόνο πριν τον πόλεμο φώτα εδώ. Εμείς εδώ [...], αλλά ύστερα ήρθαν οι Γερμανοί καταστρέψαν την ηλεκτρική και βάλαν τώρα, μετά το εξήντα έξη [1966], το βάλανε γιατί, αν θυμάμαι καλά, γιατί εγώ ήμουν στο Βέλγιο το εξήντα έξη και βάλαν τα φώτα ύστερα εδώ. Και έτσι που λες στο σκοτάδι έβλεπες κοντά ψου, ψου, ε, αυτά καταλαβαίνεις, τα ερωτικά ζευγάρια [...].