|
Βογιατζίνης Γιάννης | Σάμος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Παγώνδα, Σάμους
• Χρόνος γέννησης

1927
• Στοιχεία καταγωγής

Ο Γιάννης Βογιατζίνης γεννήθηκε το 1927. Κατάγεται από τον Παγώνδα της Σάμου.

• Ιδιότητα

Ο Γιάννης Βογιατζίνης παίζει τσαμπούνα. Παράλληλα κατασκευάζει τσαμπούνες.

• Οικογενειακή κατάσταση

Σύμφωνα με το Γιάννη Βογιατζίνη, σημαντικό ερέθισμα για να ασχοληθεί με την τσαμπούνα αποτέλεσε ο παππούς του:

Ο παππούς μου [που τον θυμάμαι όταν ήταν] πολύ - πολύ γέρος - εγώ ήμουνα τόσο δα πιτσιρικάκι - κι έπαιζε, να πούμε, ο παππούς μου [τσαμπούνα], ο οποίος ήταν πολύ μεγάλος […], πολλά χρόνια.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ο Γιάννης Βογιατζίνης εργάστηκε ως τσαγκάρης:

Εγώ έφυγα το ’60 από ’δω πέρα [Σάμο] με τα παιδιά μικρά, γιατί βγήκαν τα μηχανήματα στην Αθήνα και παρουσιάζανε μια άλφα παραγωγή παραπάνω παπούτσια, με τα μηχανήματα που είχανε βγει. Συν το χρόνο, σιγά - σιγά, βγήκαν παραπάνω και ερχότανε γυρολό[γ]οι εδώ και μας κόβανε τη δουλειά. Δεν είχαμε δουλειά στο μαγαζί. Πουλούσαν έτοιμα και δεν είχαμε παραγγελίες εμείς στα μαγαζ[ι]ά μας, απ’ την πελατεία μας δηλαδή. Εφόσον είδα ένα χρόνο - δυο χρόνια, να πούμε, εκεί πέρα - φτάνει να πούμε το ’60- και είδα, να πούμε, ότι το κακό αρχίν’σε και γινόταν περισσότερο και να με πιάσει η ανεργία- δεν πα να ’χαμε δουλειά στα μαγαζ[ι]ά μας- φου! Τα παρατήσαμε όλα και πήγαμε στην Αθήνα. Πήραμε τα παιδιά και φύγαμε. Κι εγώ ήμουνα τσαγκάρης και [δούλεψα και] ως εργάτης σε εργοστάσιο υποδημάτων στην Αθήνα: Πήγα στην αρχή, μια βδομάδα τσαγκάρης, δούλεψα σε παπούτσια απάνω. Μετά βρήκα, να πούμε, το εργοστάσιο, το οποίο ζητούσε μηχανικοί…Το γάζωμα, το γάζωμα. Και μετά στα μοντέλα, στα σχέδια μετά. Γνωρίστηκα δηλαδή μετά. Άνοιξα μαγαζί μέσα στο Ψυρρή, 25 χρόνια ήμουνα. Και με παίρναν τα μεγαλύτερα εργοστάσια και δούλευα μέσα στα μεγάλα εργοστάσια, στα σχεδιαστήρια μέσα. Έβγαζα σχέδια και μοντέλα. Με πληρώνανε βέβαια. Μετά [δούλευα] στο μαγαζί μου, εφόσον τελείωνε [η δουλειά με] τα μοντέλα και τα σχέδια […], γιατί κάναν εξαγωγές μεγάλες έξω […], εμπόροι απ’ το εξωτερικό. Και βλέπαν τα σχέδια και τα μοντέλα και δίναν παραγγελίες, τριάντα χιλιάδες ζευγάρια, σαράντα χιλιάδες ζευγάρια, δίναν μες στα εργοστάσια εδώ, που έβγαζα τα σχέδια εγώ. Και μετά από ’να-δυο εργοστάσια ή εργολάβους στο Ψυρρή, που είχε μικρές και μεγάλες βιοτεχνίες, μου φέρναν στο μαγαζί έτοιμα κομμένα στην πρέσα τα δέρματα, είχα τα μηχανήματα - στην Αθήνα είχα αυτή τη μηχανή- τρία - τέσσερα μηχανήματα, τριφυλλάραμε τα δέρματα, τ’ αλείβαμε με τη γυναίκα μου -την είχα μάθει τη γυναίκα μου και με βοηθούσε αρκετά - και γαζώναμε μες στο μαγαζί μας φασόν, κομμάτια. Σαββάτο μας πληρώνανε. Κάθε Σάββατο. Με πολλούς συνεργαζόμουν. Μέσα είχε μικρές και μεγάλες βιοτεχνίες, μέσα το Ψυρρή ήταν γεμάτο. Τώρα δεν έχ’ κανέναν. Τώρα γίν’κε όλο πεζόδρομ’, να πούμε, κι όλα κέντρα διασκεδάσεως στο Ψυρρή. Τα μαγαζά, ναι. Κάτ[ι] δερματοπωλεία, τώρα που πάω απάν’ καμιά φορά, είναι κάτι γνωστοί μου, κάτ[ι] δερματοπωλεία μονάχα εκεί μέσα στη Μιαούλη. Δεν έχ’ τώρα. Οι βιοτεχνίες από ’κει μέσα του τσαγκαριού διαλύθηκαν. Τα πουλήσαν τα μηχανήματα και φύγαν. Αφήσαν τα μαγαζά και φύγαν, διότι δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν τα μεγάλα εργοστάσια που βγάζανε πεντακόσα ζευγάρια την ημέρα. Δεν μπορούν τώρα και σταματήσανε, οι μικροί δηλαδή. Ο μεγάλος δηλαδή έφαγε το μικρόνε. Και μετά σιγά - σιγά πήραμε δρόμο κι εμείς. Εγώ έδωσα τ’ άλλα μηχανήματα, πήρα αυτό μονάχα και φύγαμε κι εμείς, ήρθαμε εδώ. Εδώ έχω γυρίσει το ’90. Το ’91 πέθανε η γυναίκα μου. Αμέσως μετά από ’να χρόνο. Εγώ είμαι εδώ μόνιμος, εγκατέλειψα την Αθήνα, απ’ το ’90. Δηλαδή και κάτω, να πούμε, εκεί πέρα, τριάντα - τριάντα δυο χρόνια ήμουνα στην Αθήνα. […] Η δουλειά μου δεν ήτανε σκληρή και στο χωριό μου μαγαζί που είχα και τώρα, τα σχέδια, απ’ τα μοντέλα απάνω και μετά το βγάζω στα δέρματα. Ήτανε πολύ ξεκούραστα μες στο μαγαζί. Δεν ήμουνα δηλαδή σε αγροτικές δουλειές να κουραστώ, αλλά είμαι και γυμνασμένος πολύ. Εδώ στη Σάμο στο κυνήγι έχω γυρίσει όλη τη Σάμο με τα πόδια [….]. Γιατί πήγαινα στο κυνήγι πολύ τότες. Έχω γυρίσει όλη τη Σάμο.

Ο Γιάννης Βογιατζίνης άρχισε να φτιάχνει τσαμπούνες και να ξαναπαίζει όταν επέστρεψε στην Σάμο [το 1990]:

Την είχα ξεχάσει. Όταν γύρισα εδώ, βρήκα ένα φίλο μου […] είναι επάνω στον Παγώνδα, τσοπάνης, έχει ζώα, κατσικάκια αυτός και παίζει λίγο τσαμπούνα, δηλαδή δεν φανερώνεται, δεν πάει [σε δημόσιες εκδηλώσεις]. Λίγο στο σπίτι του ή στο μαντρί του, που λέει ο λαός, και παίζει. Λοιπό[ν], αυτός, όταν γνωριστήκαμε εδώ, γιατί εγώ ζήταγα ένα δερμάτι να κάμω μια δικιά μου, “έλα Γιάννη να σου δώσω εγώ μία”, μου λέει. Δεν είχα τσαμπούνα δηλαδή. Μετά, όταν γύρισα εδώ, δεν είχα τέτοια πράγματα. Έπρεπε να φτιάξω. Και μου ’δωσε ένα δερμάτι και μια τσαμπούνα αυτός. Κι άρχισα εγώ σιγά-σιγά να εξασκούμαι, να πούμε, να παίζω. Ε, μπήκα στο λούκι μέσα, να πούμε, μάθαινα ’κεινα που ήξερα -σιγά-σιγά τα μάθαινα- αλλά όχι καλά και όχι όλα, γιατί ήμουνα τότες στο χωριό μου μέσα, να πούμε, ως νέος τσαμπουνιέρης ήμουνα ταλέντο, που λέει ο λόγος. Έπαιζα πολύ ωραία εγώ. Με προτιμούσαν όλα τα μαγαζά. Ήμουνα δηλαδή ξακουστός. Έπαιζα πολύ ωραία και τώρα πάλι τα ίδια. Αλλά τώρα βρήκα τον εαυτό μου, όμως τον βρήκα αργά. Δεν τον βρήκα αμέσως. Διότι παίζω εδώ πέρα ορισμένα χρόνια αλλά δεν είχα βρει τον εαυτό μου. Τώρα βρήκα τον εαυτό μου. Τον παλιό μου εαυτό τον βρήκα. Τον βρήκα τώρα, διότι τα ’χα παρατήσει τριάντα χρόνια. Ε, ήτανε ξεχασμένα πολλά. Αυτά εδώ πέρα, να πούμε, τα τσακίσματα αυτά, τα τρεμουλιάσματα, το πάνω-κάτω, να πούμε, στα γρήγορα, αυτά μπεζέρ’σα να τα βρω. Τα ’ξερα τότε και τα βρήκα τώρα. Δεν μπόραγα να μπω στο χρόνο αυτό που είχα τότες. Άργησα να μπω. Πολλά χρόνια, παίζω πολλά χρόνια τσαμπούνα, παίζω ωραία. Έπαιζα κι έμαθα ωραία τσαμπούνα εδώ που ήμουνα, εδώ τώρα απ’ το ’90, αλλά την καλή μουσική στη τσαμπούνα και τη γκάιντα βρήκα τώρα […], είναι ορισμένοι μήνες. Βρήκα, να πούμε, το ταλέντο που είχα τότες, βρήκα τον εαυτό μου δηλαδή.

Ο Γιάννης Βογιατζίνης αναφέρει σε σχέση με τη διαδικασία κατασκευής τσαμπούνας:

Αυτό το έμαθα […], ήμουνα στην πρώτη στο Δημοτικό, στην πρώτη τάξη, και είχαμε ένα περιβόλι λίγο μακριά απ’ το χωριό μου, τον Παγώνδα, το οποίο πήγαινα τακτικά με τον πατέρα μου εκεί πέρα, ε, να ποτίσουμε, να μαζέψουμε μπαχτσαβαν’κά [ζαρζαβατικά], φρούτα [..], που είχε απ’ όλα μέσα εκεί το περιβόλι αυτό χειμώνα-καλοκαίρι. Είχε έναν καλαμιώνα καλόν εκεί πέρα, θυμάμαι. Είχα ένα σουγιά στη τσέπη μου μικρός και είχα ακούσει αυτούς που ’χουνε πεθάνει, οι τσαμπουνιέρηδες στο χωριό μου, Απόκριες να παίζουν μες στα καφενεία και μ’ άρεσε τόσο πολύ και πήγαινα ’γω -πιτσιρίκος εγώ, δεν μπόραγα να μπω μες στο καφενείο να πω “κάνε μ’ καφέ” ή “δώσε μ’ κρασί”, δεν πάαινε, δεν πηγαίνανε, απαγορευότανε, ούτε γυναίκες δεν πηγαίνανε τότες που λέμε- και πάαινα απ’ έξω κι άκουγα αυτουνούς τους μεγάλους που παίζαν το όργανο αυτό. Και μ’ άρεσε. Κι εφόσον μ’ άρεσε μετά, όταν πήγαινα στο περιβόλι στο περιβόλι με τον πατέρα μου, έκοβα καλάμια κι έκανα κατ’ πιπίνια [αυλούς για τσαμπούνα], σαν αυτά εδώ πέρα. Έκανα αυτό, αυτό εδώ πέρα. Έκανα αυτό, έκανα κι αυτό, με το σουγιά. Το ’κανα λοιπόν, έπαιζε ωραία, να πούμε, το ’βαζα στο στόμα κι αρχίναγα να πούμε, εκείνο που άκουγα απ’ τους παλιούς μες στο καφενείο τις Απόκριες, κι έλεγα, να πούμε, αρχίναγα τη γλώσσα κι έκανα σιγά-σιγά. Αυτό έκανα τότες. Και το έβρισκα, να πούμε το σκοπό και σιγά-σιγά έμαθα τη τσαμπούνα μετά κι έκαμα το δερμάτι [ασκό] μετά κι έκανα και τα υπόλοιπα μετά […], που είδα τις άλλες δηλαδή. Δηλαδή μετά απ’ αυτή την υπόθεση, μετά από δυο-τρία χρόνια, πήγαινα τετάρτη-πέμπτη τάξη, που λέει ο λόγος, και μετά έμαθα κι έκανα αυτά εδώ -όχι σε καλή κατάσταση βέβαια […]. Τα δερμάτια τότες, αυτά τα δέρματα […] είχε η μαμά μου τότες κατσίκες και έβαζε μες στο τουλούμι εδώ, έβαζε τυρί. Και όταν τ’ αδειάζανε τις Απόκριες το τυρί αυτό με το χέρι, να μην το σκίσουνε, το ’παιρνα εγώ […]. Πήρα ένα δερμάτι εγώ απ’ τη μαμά μου, πήγα στη θάλασσα κάτω, στο Ηραίον, και το ’πλυνα μέσα, το πλάκωσα εκεί με πέτρες, με τη θάλασσα, και το ’πλυνα, να ξεμυρίσει το τυρί δηλαδή, να φύγει όλο το λίπος μέσα της μυτζήθρας, του τυριού, τα λάδια, αυτό το λίπος που ’χε μέσα […], με μαχαίρι, να πούμε, να το ξύσω, να το καθαρίσω τέλεια, να το φουσκώσω, να το πάω στον αέρα να γίνει ωραίο δερμάτ’ και μετά έβαζα τη τσαμπούνα [πιπίνι/αυλό] πάνω. Η πρώτη τσαμπούνα που έκανα στο χωριό μου απ’ τη μαμά μου που έβγανε το τυρί τσι μου έδωσε το δερμάτι, η μαμά μου. Η πρώτη τσαμπούνα που έκαμα…Αυτή η ηλικία ήταν […] η πρώτη τσαμπούνα που έκαμα ήτανε δεκαπέντε-δεκάξι χρονώ.

Σήμερα [2006], ο Γιάννης Βογιατζίνης πουλάει τις τσαμπούνες που κατασκευάζει:

Επί το πλείστον, παίρνουν τώρα το καλοκαίρι και παραμονές Απόκριες, παίρνουν αυτοί πιο πολύ [που…] έρχονται […], Αμερική έχω στείλ’, Αυστραλία έχω στείλ’, Γερμανία έχω στείλ’, Βέλγιο έχω στείλει. Τις παίρνουν από ’δω οι ίδιοι και τις πάνε, να πούμε, Αυστραλία, παν Αμερική. Αυτοί, οι Σαμιώτες. Είναι αυτοί που μένουν, να πούμε, Αυστραλία, Γερμανία, Αμερική, Βέλγιο. Πήραν πολλές. Έχουν πάρει πολλές. Και παίρνουν κι εδώ ορισμένοι ντόπιοι απ’ ορισμένα χωριά […]. Ναι, εγώ έχω το μεράκι αυτό, μ’ αρέσει να πούμε, τα πετυχαίνω, τα κάνω ωραία, βγάζουν φωνή ωραία, και μάθανε τώρα κι έρχονται και τσι κάνουν παραγγελία. “Γιάννη, κάνε μου κι εμένα μία. Γιάννη, θέλω κι εγώ μία”, αυτό μου λένε.

Οι πιο πολλοί που παίζανε στο χωριό μου είχανε ζώα, ήταν τσομπάνηδες, κι ασχολούνταν, να πούμε, στην εξοχή μ’ αυτό το είδος […]. Ο καθένας μία έφτιαχνε. Δεν έκανε παραγωγή να πουλάει. Μία δικιά του έκανε. Μία δικιά του έκανε, πολύ παλιά, να πούμε. Τότε στο χωριό μας ήτανε […], θυμάμαι ’γω, ήμουνα μικρός […], έπαιζα λεύτερος δηλαδή τσαμπούνα, δεκάξι, δεκαεπτά, δεκαοχτώ χρονών, δεκαεννιά που ήμουνα, κι έπαιζα τσαμπούνα στο χωριό, ωραία τσαμπούνα […], την είχα μάθει πολύ αρκετά ωραία […], αυτοί οι υπόλοιποι άλλοι [τσαμπουνιέρηδες] πεντ’-έξι, ήταν πολύ μεγάλοι, οι οποίοι πεθάνανε γρήγορα, δηλαδή εγώ ήμουνα στην Αθήνα κι αυτοί πεθάνανε όλοι μέσα εδώ και δεν υπήρχε τσαμπούνα μετά. Δεν υπήρχε εδώ. Ήταν ένας ακόμα λίγο. Μόλις ήρθα εδώ, προτού δεκατέσσερα-δεκαπέντε χρόνια, πέθανε κι αυτός. Κι έμεινα μόνος μου. […] Τότες [μέχρι τα μέσα του 20ου αι. περίπου], πραγματικώς, όσοι τσαμπουνιέρηδες ξέρω ’γω είναι -σχεδόν και τώρα ακόμα- όλ’ κτηνοτρόφοι. Ο μόνος που δεν ήτανε κτηνοτρόφος, βρίσκομαι εγώ ’πα στη Σάμο. Όσοι ξέρω, να πούμε, στα χωριά παλιά και προπάντων στο χωριό μου και στο Ηραίον, και ξέρω ’γω τι, αυτοί ήτανε όλοι κτηνοτρόφοι. Εγώ μόνο δεν ήμουνα κτηνοτρόφος. Ήμουνα τσαγκάρης.

Το 2006 ο Γιάννης Βογιατζίνης έλαβε πρόσκληση να συμμετάσχει σε συνάντηση τσαμπουνιέρηδων από όλα τα νησιά του Αιγαίου, στην Κάρπαθο:

Σεπτέμβρη, 20-21 Σεπτεμβρίου, μου λέει αυτός ο φίλος μου ο φιλόλογος, που είναι στην Κάρπαθο τώρα, σήμερα, θα γίνει πάλι αυτό με τσαμπούνες πολλές απ’ όλα τα νησιά ή στη Σάμο, ή κοντά στη Σάμο, σ’ ένα άλλο νησί. 20 με 21 Σεπτεμβρίου. Το ’χανε γράψει στην εφημερίδα.


• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Γιάννης Βογιατζίνης θυμάται τις γυναίκες που τραγουδούσαν κατά τη διάρκεια των καθημερινών τους δραστηριοτήτων:

Αυτές ήταν οι σπιτικές αυτές οι κυρίες, που ούτε τις θυμόμαστε τώρα ούτε τα [τραγούδια τους…], πολύ παλιές. Λέγανε κάτι τραγουδάκια, να πούμε, έτσι. Πολύ παλιές. Γιατί, άμα λέμε πιτσιρικάκι εγώ, άκουγα τη μαμά μου, αυτές που κάναν κάτι τραγουδάκια, λέγανε, να πούμε, εκεί πέρα παλιά τραγουδάκια, αυτές πεθάναν πολύ νωρίς, πάρα πολύ νωρίς. Ήμουνα πιτσιρίκος ακόμα και ήτανε γριές αυτές. Ε, τραγουδούσανε έτσι, στην εξοχή πηγαίνανε, στον κήπο, στα κτήματα. Να, τραγουδούσανε έτσι. Δηλαδή σαν […] μέσα, με ορχήστρα, με αυτά, δεν είχαμε να τραγουδάνε. Ε, δεν ακουγόνταν, δεν φανερωνόνταν δηλαδή. Αν τσ’ έβρισκες, να πούμε, στο σπίτι τους, καθούνταν και τραγουδούσανε σε κανένα γλεντάκι. Εάν τσ’ ήβρισκες στην εξοχή, τραγουδούσαν. Να, κάτ’ τέτοια ήταν τότες. Δηλαδή δε φανερωνόντανε, γιατί ο κόσμος τότε ήντανε πολύ, ήμασταν πολύ καθυστερημένοι και ντρεπόμασταν κιόλας, να το πούμε κι έτσι. Δε φανερωνόμαστε δηλαδή, αν είχαμε λίγο ταλέντο κάπου, δηλαδή σε μια τσαμπούνα, σε ένα όργανο. Δεν φανερωνόμασταν, να πούμε. Υπήρχε κι εκείνο το ταμπού, να το πούμε κι έτσι. Ήμασταν καθυστερημένοι. Ο κόσμος εξελίχθηκε μετά απ’ το ’55, ’60 που φύγαμε για έξω οι πιο πολλοί, όλοι. Και τώρα γυρίσαμε πάλι, οι πιο πολλοί. Μείνανε κι έξω πολλοί, γιατί κάμανε παιδιά, κάμανε αγγόνια, να πούμε, εκεί πέρα, και μείνανε έξω μονίμως. Κι έρχοντ’ εδώ λίγο και φεύγουνε […]. Ο Παγώνδας ήτανε κάποτες 3.200 νομίζω, 3.250 άτομα. Τώρα είναι, όπως έμαθα 700-800, είναι νομίζω τώρα. Ε, όλα τα σπίτια είναι άδεια. Όλα. Διότι πεθάνανε πολλοί, μεγαλώσανε, πεθάνανε -ήταν πολλοί ηλικιωμένοι βέβαια - κι έχουμε πάλι ηλικιωμένοι μες στο χωριό μας, αλλά και πολλοί στο εξωτερικό, οι οποίοι δεν γυρίσανε. Έρχονται λίγο και φεύγουν. Περισσότερο απορρόφησε Αυστραλία και Γερμανία πολύ. Πολύ κόσμο. Κι απ’ το χωριό μου. Πολύς κόσμος πήγε Γερμανία, Αυστραλία, πάρα πολύς. Ξέρω δηλαδή απ’ τον Παγώνδα πολλά άτομα, τα οποία απορρόφησε η Γερμανία και η Αυστραλία. Πάρα πολλά άτομα. Γνωστοί μου, συγγενείς, φίλοι, παιδιά τα οποία τα μάθαινα τσαγκάρηδες τότες και τα ετοίμασα και ήταν έτοιμα να δουλέψουνε. Φύγαν, πήγαν στην Αυστραλία για δουλειά. Πολλά.

Οι πιο πολλοί που παίζανε [τσαμπούνες] στο χωριό μου είχανε ζώα, ήταν τσομπάνηδες, κι ασχολούνταν, να πούμε, στην εξοχή μ’ αυτό το είδος. Είχαν τα κατσικάκια, είχαν το δερμάτι απ’ το τυρί, αυτό που είπα προηγουμένως. Τώρα δεν βάζουνε τυρί. Τώρα τα επεξεργάζομαι εγώ, δίχως τυριά. Τα παίρνω τα κατσίκια μόλις τα γδάρει ο χασάπης και τα φασίζω με φάρμακα και αλάτια. Τα φασίζω τρεις-τέσσερις μήνες, τα περιμένω, να πούμε, να δαμάσουνε, θα τα πλύνω μετά να τα κάμω έτσι, με φάρμακα και με τέτοια […].