|
Κωνστάντιος Γιώργος | Λήμνος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Καμίνια, Λήμνος
• Χρόνος γέννησης

1915
• Ιδιότητα

Ο Γιώργος Κωνστάντιος ήταν επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε κλαρίνο από το 1933 έως το 1975.

• Γονείς

Ο πατέρας του Γιώργου Κωνστάντιου ήταν κτηνοτρόφος, είχε πρόβατα και λίγα κτήματα. Ο ίδιος αναφέρει:

Κεχαγιάς ήταν ο μπαμπάς μου, Κεχαγιάς, πρόβατα είχε, [...].Τότε τι άλλο να κάν’ς; [...]. Ε, και χτήματα είχε λίγα και ζούσαμε μ’ αυτά, φτωχή οικογένεια.

• Οικογενειακή κατάσταση

Από την οικογένεια του με τη μουσική ασχολήθηκε ο γιος του Αντρέας [ακορντεόν - αρμόνιο]. Ξεκίνησε να παίζει ακορντεόν σε ηλικία 12 ετών, σε συνεργασία με τον πατέρα του, το 1955:

Τον έμαθα, τον έστειλα στο Κάστρο [Μύρινα] σ’ ένα δάσκαλο και έμαθε μουσική. Διαβάζ’ και μουσική αυτός, παίζ’ και καλό ακορντεόν [...]. Διαβάζει νότες πολύ καλά. Μάλιστα πήγα μια μέρα εγώ να τον επισκεφτώ [τον δάσκαλο του γιου του] και τον επισκέφτηκα και λέω “πώς πάει ο μαθητής;” Με λέει “πολύ καλά, ξέρω ’γω”. Λέει “εσείς παίζετε κλαρίνο;” Λέω, “ναι”. Λέει “άκουσα που παίζατε εδώ” - παίζαμε στο Αντρών’ [στη Μύρινα] μια βραδιά κι άκ’σε - “και παίζατε κάτι Καλαματιανά, παλιά αυτά, Σμυρνιά και ξέρω ’γω, τα παίζετε πολύ καλά. Δεν μπορείς λέει να με τα πεις;” Λέω, “εγώ δεν ξέρω μουσική, δεν ξέρω”. “Πάρε λέει ένα κλαρίνο -είχε μέσα δυο-τρία κλαρίνα- και να με τα παίξεις και εγώ σιγά-σιγά θα τα γράψω”. Πραγματικά, με λέει όμως, ένα πράγμα με λέει, “μα τι διάολο τι έχ’ς απάνω στα δάχτυλα σ’ με λέει! Είναι πολύ γλυκά τα δάχτυλα σ’, που παίζεις”. Λέω “τι γλυκά;” “Ξέρω ’γω λέει, έτσ’ μου φαίνεται· τι να την κάνουμε λέει τη μουσική και το αυτό, εσύ είσαι τόσο, και το φύσημα σ’ λέει καλό [...]”. Αλλά δεν φυσούσα πολύ εγώ, απαθής να πούμε [...], δεν ζορίζομαι [...].

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ο Γιώργος Κωνστάντιος παράλληλα με τη μουσική καλλιεργούσε τα κτήματα που έλαβε ως προίκα από τη γυναίκα του, ενώ έτρεφε και 8-10 πρόβατα για τις οικιακές ανάγκες:

Εγώ έχω κτήματα αρκετά, έκανα και το γεωργό, όχ’ εγώ, έβαζα και τα ζευγαρίζαν [όργωναν] τα χωράφια, έκανα σιτάρ’, κριθάρ’, απ’ όλα έκανα, αμπέλια είχα και απ’ όλα. Είχα κτήματα αρκετά απ’ τη γυναίκα μ’ και ζούσα και απ’ αυτά δηλαδή. Προπολεμικά είχαμε κριθάρ’ και σιτάρ’. Και ένα άλλο είδος, όταν καμιά φορά γίνονταν παγωνιά και καίγονταν τα κριθάρια και τα αυτά, σπέρναν "διμ’νίτ’". "Διμ’νίτ' ", είναι ένα είδος σα σιτάρ’ που γίνονταν σε δυο μήνες. Σε δυο μήνες γινόταν, γι’ αυτό το λέγαν δίμηνο δηλαδή και το λέγαν "διμ’νίτ’". Μοιάζ’ σα σιτάρ’, αλλά δεν κάν’ το ίδιο ψωμί με το σιτάρ’. Κάν’, πιο καλύτερο ψωμί απ’ το κριθάρ’ ....
Μετά το 1950 καλλιεργούσαν και βαμβάκι για εμπορικούς σκοπούς, παρόλο που στην περιφέρειά τους δεν είχαν νερά:
Γίνονταν και ξερικό το βαμβάκ’, έβγαζες πιο λίγα κιλά όμως. Έβγαζες σαράντα-πενήντα κιλά στο στρέμμα, ξερικό, άμα το περιποιούσαν κι έβγαζες. Αλλά άμα είχες ποτιστικό έβγαζες διακόσια-διακόσια πενήντα, τρακόσα, αναλόγως το βαμβάκ’ κι αναλόγως την εποχή που σ’ ευνοούσε να το μαζέψεις. Ύστερα τα ’πιασε ο ρόδινος σκώληκος και τα παρατήσαμ’, να πούμε.

Εγώ είχα πέντε-δέκα πρόβατα, δεν ήμουν Κεχαγιάς... Οι Κεχαγιάδες τα πουλούσαν τα μαλλιά, είχαν καλή τιμή τα μαλλιά, είχανε, τότε θυμούμαι προπολεμικά, εικοσιπέντε δραχμές το μαλλί (η οκά). Στους μπακάληδες τα δίναν. Τα παίρναν, οι έμποροι αυτοί, τα παίρναν, μαζεμένα τα μαλλιά, δεν ξέρω που τα πηγαίναν και τα πουλούσαν εικοσιπέντε δραχμές την οκά. Ήταν ακριβά, τώρα δεν τα παίρνει κανείς. Και οι γυναίκες τότε τα κλώθαν, τα κάναν κάλτσες, κάναν γάντια, αυτά [...], ε βάζαν και ρούχα, είχαν αυτό, κρεβατή (αργαλειό) που κάναν και βάζαν [...]. Εγώ, η γυναίκα μ’ έκανε, είχε κρεβατή ας πούμε κι έκανε τότε. Είχε στο Ρωμανού, είχε ένα εργοστάσιο, που έφτιανε κουβέρτες, έφτιανε τέτοια, απ’ τα μαλλιά. Πήγαινες τα μαλλιά κι έπαιρνες κουβέρτες.


Το 1940 ο Γιώργος Κωνστάντιος άνοιξε καφενείο στα Καμίνια, το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα, σε συνεργασία με το γιο του - επίσης επαγγελματία μουσικό - Αντρέα. Για το καφενείο αυτό, στο οποίο έπαιζε ο ίδιος κλαρίνο σε συνεργασία με συντοπίτες του μουσικούς, αναφέρει:

Δικό μας είναι το καφενείο. Απ’ το 1940 το έκανα, μετά μας το πήραν οι Γερμανοί, το επίταξαν και βάλαν κανόνια μέσα, είχε μεγάλες πόρτες και βάλαν κανόνια μέσα. Αλλά δεν έχουμ’ αλλάξει τίποτα, μονάχα που το φτιάξαμ’ λίγο... Τα παλιά χρόνια δεν είχε φαγητό, εκτός κι αν ήρχονταν κανένας πεινασμένος και τότε τον έκανα κανένα αυγουλάκ’, ψωμί απ’ το σπίτ’ και δεν τον έπαιρνα και παράδες. Όλη μέρα, ανοιχτό ήταν πάντα. Είχαμ’ και τον αδερφό, είχαμ’ και κάνα ξένο είχαμε... (και βοηθούσε όταν οι ίδιοι πήγαιναν σε άλλα χωριά να παίξουν μουσική). [...] Πως δεν παίζαμ’ μουσική! Εδώ [στο καφενείο] γίνονταν οι γάμοι, εδώ γίνονταν τα πανηγύρια, όλα εδώ γίνονταν. [Το γλέντι του γάμου] μετά τον πόλεμο στα καφενεία γινόταν. Πήγαιναν και στο σπίτ’ καμιά ώρα τα ξημερώματα, δυο... Αλλά πιο παλιά γινόταν στα σπίτια. Στα σπίτια, εκεί ήταν το βάσανο! Γιατί κόσμος, δεν είχε χώρο, χορεύαν και να αναπνέεις όλη τη νύχτα τη βρωμιά, χτυπούσαν τα πόδια στα σανίδια, όλ’ τη σκόν’! [...]. Ε στο πανηγύρ’ στέκονταν, δεν είχε ούτε κάθισμα να καθίσ’, ούτε τίποτα, δεν μπορούσες να τον διώξεις μέσα από την πλατεία ας πούμε. Η πλατεία δεν ήταν όπως είναι τώρα που την βλέπ’τε, ήταν απάτ’το, χώμα ήταν και στέκονταν να! καλαμιώνας. Και τι πανηγύρια, να πας στη Σκανδάλ’ να φέρ’ς δυο-πέντε τραπέζια, να φέρ’ς πέντε-δέκα καρέκλες, να πας στο Ρουσσοπούλ’, με τα ζώα και να τα φέρ’ς εδώ και να καθίσουν οι γυναίκες και να πάρουν ένα λουκούμ’. Και σε ρωτώ εγώ, τι έβγαζε το μαγαζί από αυτή την υπόθεση; Μα βγάζαμ’ λεφτά από το γάμο, από αυτό. Σαν καφετζήδες δεν βγάζαμ’, αλλά σαν μουσικοί ναι. Ε, παίρναμ’ και απ’ τη μουσική, παίρναμ’ και απ’ το αυτό και τα βολεύαμε. Αλλά πιο πολλά, έπαιρνε η μουσική. Δηλαδή έπαιρνες να πούμε δυο χιλιάδες δραχμές (ως μουσικός), το μαγαζί μπορεί να ’παιρνε χίλιες πεντακόσιες. [...]. Είχα πολλές φωτογραφίες, εδώ πέρα όταν παστώναμε και χταπόδια και αυτά, τότε ήταν τσάμπα τα χταπόδια, τα παίρναμε και τα βάζαμε εδώ έξω και τα παστώναμε, μια δραχμή είχε ένα πλοκάμ’ χταπόδ’ και μια ρακί. Μα και ’μεις τζάμπα τα παίρναμε! Μια δραχμή το ούζο, το ποτό, με ένα πλοκάμι χταπόδι....

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Γιώργος Κωνστάντιος υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία το 1933-34:

Υπηρέτ’σα σαν κληρωτός στην Ελευθερούπολη της Καβάλας καμιά εικοσιοχτώ μήνες πόσο ήταν, και υπηρέτ’σα σαν προστάτ’ς οικογενείας, και μετά στον πόλεμο τον Αλβανικό, πήγα. Εκεί έκανα [....], φάγαμ’ μπαρούτ’ εκεί!