|
Μαρινάκης Δημήτρης | Λήμνος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Άγιος Δημήτριος, Λήμνος
• Χρόνος γέννησης

1930
• Στοιχεία καταγωγής

Ο Δημήτρης Μαρινάκης γεννήθηκε το 1930 από πρόσφυγες γονείς:

[Εγώ γεννήθηκα το] 1930, Νοέμβριος, τέσσερις του μήνα Νοεμβρίου, εδώ στον Άγιο Δημήτριο [Λήμνου…].

• Ιδιότητα

Ο Δημήτρης Μαρινάκης έπαιζε βιολί και τραγουδούσε έχοντας λίγες θεωρητικές γνώσεις μουσικής, ενώ σε μεγαλύτερη ηλικία [αφού είχε σταματήσει την επαγγελματική ενασχόληση με τη μουσική] ασχολήθηκε ερασιτεχνικά [και] με την ψαλτική:

[…] είχα αρχίσει λίγο […], μέχρι που έγραφα μουσική, με νότες όχι πρακτικά […]. Εγώ τώρα δεν πάω για ψάλτης, δεν θα γίνω ψάλτης, εγώ είμαι και εβδομήντα δυο χρονών [2002]. Αλλά πηγαίνω δίπλα στους ψάλτες και τους βοηθάω έστω και ένα ίσο το τραγούδι και αυτό χρειάζεται […].

• Γονείς

Οι γονείς του Δημήτρη Μαρινάκη, ο Νικόλαος και η Ματρόνα, κατάγονταν από το Ρεϊς Ντερέ της Μικράς Ασίας:

[…] παντρευτήκαν εδώ στον Άγιο Δημήτρη. Εδώ τέλος πάντων γνωριστήκανε, παντρευτήκανε, και εν συνεχεία δημιουργήσανε την οικογένεια Μαρινάκη […].
Ο πατέρας του ήταν μερακλής γλεντιστής και πολύ καλός χορευτής:
Αυτό [το ‘Ne Olur’], ο μπαμπάς μου είναι ενενήντα τρίου [93] χρονώ [το 1998], αν ήτανε τώρα να τον εφέρω εδώ να χορέψ' αυτό το τραγούδι, θα σπάσ’ το πάτωμα! Στα νιάτα του, τα καφενεία δεν ήταν με πλακάκια, αλλά με χώμα. Και τότε εκείνος που χτυπούσε τα χέρια του κάτω, σήκωνε σκόνη, χώμα! Αλλά δεν το χορεύαν όποιοι κι όποιοι, ένας - δύο το χορεύαν το τραγούδ' αυτό!

[…] Οι γονείς μας στο Ρεϊς-Nτερέ ήτανε αγρότες, ψαράδες, κτηνοτρόφοι και είχαν και αμπέλια. Ήτανε το Ρεΐς-Ντερέ αραιοκατοικημένο, δηλαδή δεν ήτανε πολύ κοντά τα σπίτια, ήτανε απόσταση να πούμε, μακριά λίγο το ένα σπίτι απ’ τ’ άλλο. Σειρά ήταν τα σπίτια, όπως ήταν εδώ, στη σειρά τα σπίτια, η πρόσοψη του ενός έβλεπε το πίσω μέρος του μπροστινού. Εκεί πέρα είναι - όπως διαβάζω απ’ το βιβλίο γραμμένα και βγάζω συμπέρασμα - είναι, είχε λοφίσκοι μικροί, πολύ μικροί να πούμε, κι ήτανε μες στο ποτάμι, ήταν από τη μια κι απ’ την άλλη, ήταν αραιοκατοικημένο και απ’ την άλλη η γέφυρα συνδεόταν τα δυο [...]. Γιατί έχει πάρει αυτό το όνομα, Ρεΐς-Ντερέ; Στα τούρκικα θα πει το ‘ντερέ’, θα πει ποτάμι να πούμε, στα τούρκικα ‘ντερές’, στα ελληνικά ποτάμι, ήταν ένα ποτάμι [...]. Ενώ ‘ρεΐς’ είναι ο καπετάνιος.


Μετά τη Mικρασιατική Kαταστροφή, το 1922, οι γονείς του Δ. Μαρινάκη εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Λήμνο, στην οποία είχαν καταφύγει ξανά ως πρόσφυγες το 1914:

Την πρώτη φορά, το 1914 είχαν έρθει πάλι εδώ [στη Λήμνο] και μετά πάλι το 1922 […]. Πήραν τότε τριάντα με τριάντα δύο στρέμματα κλήρο και σπίτι τα οποία τα ξεπλήρωσαν με τα χρόνια στην Εθνική Τράπεζα […]. Μετά αρχίσανε να καλλιεργούνε καπνά, μετά μπαμπάκια, μετά αμπέλια, δημητριακά και άλλα [κουκιά, φασόλια]. Πολλά κάνανε, τώρα εμείς δεν κάνουμε τίποτα, δεν κάνουμε τίποτα. Κάνουμε μονάχα να φάμε χλωρά λίγα και αν περισσέψουν κάνουμε και 2 - 3 κιλά να πούμε για το χειμώνα. Ενώ τότε κάνανε εκατό - που λέγανε εδώ, τα λένε οι Λημνιοί, οι ντόπιοι εδώ, τα λένε πινάκια, είναι κάτι αυτά, τέτοια, παίρνουν κάπου 10 - 12 οκάδες […]. Δηλαδή αλωνίζανε και μετά μετρούσανε. Κι έλεγε, το ’χαν καύχημα, ‘εγώ έβγαλα 100!’, άλλος έλεγε ‘εγώ έβγαλα 120!’

Ο πατέρας του Δ. Μαρινάκη εκτός από τις αγροτο - κτηνοτροφικές εργασίες είχε ασχοληθεί (σε μικρή κλίμακα) και με το εμπόριο αγροτικών προϊόντων:

Θυμάμαι και γύριζε στα χωριά και μάζευε φασολάκια, σουσάμια, ρεβίθια, σιτάρια, σταφίδες έκανε, και θυμάμαι αυτό που μου ’μεινε, του στέλνανε κασάκια, εγώ ήμουν μικράκι […], εκεί μ’ έβαζε, λέει ‘πλύνε τα πόδια σου, πού πας;’. Έπλενα τα πόδια που λες και δώσ’ του, κι έριχνε κείνος τη σταφίδα και ’γω έμπαινα με τα πόδια και την πατούσα τη σταφίδα, την πατούσα, την πατούσα, την πατούσα, να γίνει αυτό. Έβαζε ένα χαρτί από κάτω και μετά το χαρτί αυτό το δίπλωνε, έβαζε, ήτανε δυο ή τρία καμιά φορά ήταν, κάτι τόσα στενά σανιδάκια και το τάπωνε, το ζύγιζε, το ’γραφε και τα στέλναν αλλού. Αντιπρόσωπο είχε εδώ στη Μύρινα, και τον είχαν τον μπαμπά μου, είχε πολλοί που τον εξέραν τον μπαμπά μου. Ήτανε της δουλειάς, έτρεχε παντού, στο καφενείο, στα χωράφια, στο αυτό […].

Για τα αδέρφια του αναφέρει:

Είμαστε επταμελής οικογένεια, ο μεγαλύτερος ήμουνα εγώ […], με πέντε παιδιά, τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Ο αδερφός μου [γεννήθηκε] μετά από μένα, το 1932. Η αδερφή μου [...], είχα μια αδερφή, πέθανε 28 χρονών, 28 ετών! [...] Μετά γεννήθηκε ο άλλος ο αδερφός μου και τελευταία η αδερφή μου που γεννήθηκε το 1946.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Δημήτρης Μαρινάκης παντρεύτηκε με τη σύζυγό του, Βασιλεία Κουσκούση, το 1954. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι:

Κάθισα τέσσερα χρόνια αρραβωνιασμένος. Τέσσερα χρόνια αρραβωνιασμένος, 20 χρονώ με παντρεύτηκε η γυναίκα μ’ κι εγώ ήμουνα στα 23 - 24. Η γυναίκα μου γεννήθηκε το 1934, τρία με τέσσερα χρόνια πες ότι είμαστε διαφορά, παντρεύτηκα το 1954. Εγώ όταν παντρεύκα καλό παιδάκι ήμουνα, καλό παλικαράκ’ […]. Ήρθαν όμως, πήγανε στον μπαμπά μου και στη μάνα μου, οι πεθεροί μου, είπαμε το έθιμο ήταν αυτό. Τι να έκανε, ήθελε να τις παντρέψει [ο πεθερός μου], έξι κορίτσια είχε. Και ο μπαμπάς μου, στην αρχή δεν θέλανε, ο μπαμπάς μου ήθελε, η μάνα μου δεν ήθελε. Επειδή ήτανε φτωχιά οικογένεια, ‘που θα πας εκεί πέρα’, ξέρω ’γω, ‘δίχως σπίτι, δίχως έξτρα’. Ναι αλλά εγώ δε λογάριασα τίποτα, πήγα μόνος μου! Πήγα μόνος στο σπίτι [του πεθερού μου], να κι ο μπαμπάς μου, ‘Άντε καλορίζικα συμπέθερε, καλορίζικα συμπεθέρα’, ξέρω ’γω. Αυτό ήτανε!.

[…] Εγώ παντρεύτηκα τη Βασιλεία, με συγχωρείς, σ' ένα δωματιάκι τρία επί τρία, εννιά τετραγωνικά μέτρα. Τρία επί τρία, δίχως καμπινέ, δίχως τίποτα, τίποτα, τίποτα. Η μαμά μου, μου έφερε μισό ψωμί, ψωμί σπιτικό και η πεθερά ένα μπουκάλι λάδι, μισή οκά τότε, από ’κει ξεκίνησε η ζωή μου. Πώς να κάνω τώρα, μες σ’ αυτό το δωματιάκι; Με το όργανο σιγά - σιγά, πηγαίναμε, μάζευα λίγα χρήματα από το ένα χωριό, λίγα από το άλλο, λίγα από το άλλο, τα καταφέρνω και φτιάχνω, το χαλώ έτσι και κάνω δύο δωμάτια και πέρασμα, διάδρομο, δηλαδή ένα διαδρομουδάκι, πάλι δίχως καμπινέ […]. Ζήσαμε όμως μαζί 51 ωραία χρόνια, διανύουμε τώρα 51 χρόνια!. Δημιουργήσαμε την οικογένεια, τα παιδιά, τα παντρέψαμε, τώρα έχουμε τα εγγόνια. Εμένα η κόρη μου έχ' πάρει σύζυγο από το Θάνος και μένουνε Μύρινα. Και του γιου μου είναι από ’δω [Άγιος Δημήτριο] η γυναίκα του και αυτοί μένουν στην Μύρινα, έχουν φτιάξει σπίτι εκεί.

Από την οικογένεια του Δημήτρη Μαρινάκη με τη μουσική ασχολήθηκε ερασιτεχνικά ο αδερφός του Γιάννης:

Απ' την οικογένεια τη δική μας δεν ασχολήθηκε κανένας [με τη μουσική], μόνο ο μικρός ο αδερφός μ’ ο Γιάννης, κάποια στιγμή του την έδωσε κι ήθελε να μαθ’ μπουζούκ’. Που στο καλό πήγε και βρήκε ένα μπουζούκι, γκράγκα - γκρούγκου, γράγκα - γκρούγκου […], ε, τελικά δεν έμαθε.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Το 1950, την ίδια χρονιά που αρραβωνιάστηκε τη μετέπειτα γυναίκα του, κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, από την οποία απαλλάχτηκε λόγω ενός προβλήματος υγείας που αντιμετώπισε:

Πήγαμι φαντάρ’, πήγαμε [παρουσιάστηκα] στο Ηράκλειο [Κρήτης]. Καλά εγώ δεν το ’βγαλα [ολοκλήρωσα] το στρατιωτικό, είχα στομάχ’ και έκανα εγχείρηση. Πήγα στο νοσοκομείο Ηρακλείου και από ’κει με φέραν στην Αθήνα, στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο. Με καλάνε στην επιτροπή και με βγάζουν δύο χρόνια βοηθητικό. Ήρθε ο αρχίατρος, ταξίαρχος ήτανε, τι ήταν; Ήρθε πάνω στο κρεβάτι μου, όλοι μαζί τώρα καμιά 10 άτομα. ‘Από πού είσαι’; ‘Από τη Λήμνο’. Άρχισα κι έκλαιγα εγώ, με πήρε ένα παράπονο. Μου λέει ‘γιατί κλαις’; Λέω: ‘κοιτάξτε να δείτε Ταξίαρχε, εγώ όταν θα φύγω απ’ το νοσοκομείο και πάω στη Λήμνο, θα πεθάνω. Και πραγματικά οι γονείς μου είναι φτωχοί, δεν έχουνε χρήματα να με ξαναφέρουν εδώ, στην Αθήνα, να κάνω την εγχείρηση, δεν έχουνε’. Δεν το ξεχνάω ποτέ αυτό, θα μου μείνει μέσα στη μνήμη μου. Μ’ αγκαλιάζει και μου λέει: ‘παιδί μου, εμείς θα σε κάνουμε καλά, εμείς θα σε κάνουμε καλά’. Κατ’ ευθείαν! Είχα κάνει τις εξετάσεις όμως προηγουμένως, ξέραν αυτοί. Σε τρεις μέρες [με έβαλαν] στο χειρουργείο […]. Μετά είχα ένα θαλαμάρχη που ήθελε να με διωξ’ σ’ ένα μήνα. Μου λέει: ‘Μαρινάκη θα φύγεις αύριο ε;’ Μαζεύω τα πράγματα μου, και πάω στο σπίτι μιας ξαδέρφης μου [στην Αθήνα]. Πηγαίνoυ στο σπίτι και να ’χουν ψήσει ρύζι, πιλάφι με λίγο χταπόδι. Μου απαγορευόταν εμένα, αλλά φάε λέει λιγάκι. Λοιπόν έφαγα λιγάκι, τη νύχτα τι ήταν εκείνο! Πόνος, πόνος! Το στομάχι μου! […] Είχε ένα περίπτερο, τηλέφωνο το στρατιωτικό νοσοκομείο, έρχονται, κατ’ ευθείαν, με πήραν, με βάζουν στο ίδιο κρεβάτι που ήμουνα. Λέω αυτό κι αυτό έπαθα και καθίζου ακόμη ένα μήνα! Παίρνω δυο μήνες άδεια, έρχομαι εδώ [Λήμνο]… Το κέντρο Ηρακλείου, το κέντρο εκπαιδεύσεως, το είχανε μεταφέρει στην Πάτρα. [Μετά τη δίμηνη άδεια] πήγα στην Αθήνα, πήγα στο κέντρο διερχομένων, έβγαλα τι χρειαζόταν και πάω στην Πάτρα [στη μονάδα], είχα και του βιουλί μαζί, γιατί το ’χανε πάρει από το κέντρο του Ηρακλείου και το ’χαν εκεί. Την άλλη μέρα πήγα στου διοικητήριο εκεί πέρα μι τα χαρτιά και βγήκα με λίγα λόγια, μ’ έβαλε βοηθητικό. Επειδή δεν ήμουνα του γυμνασίου, αν ήμουνα το γυμνασίου, τότε τους κρατούσανε, θα με βάζανε σ’ ένα γραφείο μέσα ξέρω ’γω. Ενώ εμένα, λεν τι να τον εκάνουμε τον άνθρωπο αυτόν, που να τον βάλουμε, ας φύγει.

Την περίοδο της Κατοχής, ο Δημήτρης Μαρινάκης εργαζόταν στα γερμανικά έργα (αντικαθιστώντας ορισμένες φορές τον πατέρα του):

[Πήγαινα] στα Τσιμάντρια, στο Λιβαδοχώρι και όπου μας βάζαν αγγαρεία [οι Γερμανοί]. Εγώ, σαν μικρός που ήμουνα, μ’ είχανε στις γαλαρίες στο βουνό μέσα, στα Τσιμάντρια, είναι ένα ντουβαράκι στην εκκλησία απέναντι. Εμάς μας είχανε μ’ ένα κάρο, κατεβαίναμε από ’κει που δουλεύαν οι εργάτες και παίρναμε νερό, έχει μια βρύση στα Τσιμάντρια στην πλατεία, και δεν μπορούσα να το σηκώσω κιόλας. Πηγαίναμε μ’ έναν άλλονε, πάλι στα ίδια χρόνια [με μένα], αλλά ήτανε πιο καρδαμωμένος, πήγαινε το δικό του [το φορτίο] από δω μέχρι 30 μέτρα, γύριζε πίσω έπαιρνε και το δικό μου […]. Μας πληρώνανε κάτι λεφτά γερμανικά που τα κόβαν εδώ στη Λήμνο, όχι τα κανονικά τα γερμανικά. Εγώ πήγαινα [στην αγγαρεία] με κάποιον γείτονα, και πάντα μαζί μας βάζαν, τον μπαμπά μου κι αυτόν […]. Το ωραίο θυμάμαι που πηγαίναμε το μεσημέρι να φάμε, ένα μεγάλο καζάνι εκεί πέρα, μας γεμίζανε την καραβάνα ζουμί και 5 - 6 φασόλες μέσα, Πω! Παιδάκια τώρα!