|
Χατζηστυλιανός Τρύφωνας | Λήμνος | Εκπαίδευση
• Μουσική παιδεία

Ο Τρύφωνας Χατζηστυλιανός ήταν αυτοδίδακτος μουσικός:

Κοιτάξτε, εγώ το παραδέχομαι, θέλω και λίγο εκπαίδευσ’ [...]. Μ’ αρέσουν τα ωραία, αλλά δεν είχα και εγώ την τύχ’ να είμαι λίγο [...]. Και αυτά που έμαθα αυτοδίδακτος, θυμάσαι που σ’ έλεγα που έκανα το λυράκ’ με τέσσερα αυτά [στριφτάρια - χορδές], να ορίστε στο στυλ του βιολί [...]. Γιατί και ’γω δεν είχα κανέναν να με βοηθήσ’ παλιά.

• Μουσική μαθητεία

Τα πρώτα πρακτικά μαθήματα στο σαντούρι ο Τρύφωνας Χατζηστυλιανός τα πήρε επί Γερμανικής Κατοχής στις αρχές της δεκαετίας του 1940, από το Γιάννη Παξιμαδά [κλαρίνο] από το Κοντοπούλι Λήμνου, ο οποίος παρέδιδε μαθήματα επ’ αμοιβή και ήταν σχετικά γνωστός την περίοδο εκείνη στην ευρύτερη περιοχή. Το Γιάννη Παξιμαδά του τον είχαν προτείνει τόσο ο Μικρασιάτης Στέλιος Ρούλης, στον οποίο είχε αρχικά απευθυνθεί ο Τρύφωνας Χατζηστυλιανός για να μάθει σαντούρι, όσο και ορισμένοι άλλοι οργανοπαίχτες. Ο Στέλιος Ρούλης έπαιζε κλαρίνο και του είχε ήδη δείξει κάποια τραγούδια στη λύρα:

Στέλιο Ρούλη, Στέλιος Ρούλης, [αυτός] μου έλεγε τα τραγούδια, τραγουδούσε. Και μ’ έλεγε Σαμπάχ Μανέ, ξέρω ’γω, που τα ξέρω εγώ αυτά! Μ’ έλεγε παίξε ένα Σαρκί, τι ’ξερα ’γω τι και πως και από που θ’ αρχίσω….

Δίπλα στο Γιάννη Παξιμαδά μαθήτευσε για ένα περίπου μήνα [ενώ λόγω της προηγούμενης ενασχόλησης του με τη λύρα γνώριζε ορισμένα πράγματα για το ρυθμό] και έμαθε να παίζει ένα ορισμένο αριθμό τραγουδιών, που θα του ήταν απαραίτητα για το ξεκίνημά του με το μουσικό σχήμα στο οποίο θα συμμετείχε με το μεγαλύτερο αδερφό του:

…Ε, που να πάω εγώ, δεν είχα επί την κεφαλή κλίνη, που να πάω. Με λέει ο τάδες παίζ’ ωραία, καλά είναι αν μπορείς να πας εκεί. Μ’ είπε ο άνθρωπος (ο Στέλιος Ρούλης) την αλήθεια. Ε, πήγα σε κανά δυο μεριές, ρώτησα σε άλλους ανθρώπους […] και πήγα σ’ αυτόν, στο γέρο Παξιμαδά, κάθ’σα κάνα μήνα, ήξ’ρα εκεί λίγο απ’ τη λύρα, ένα μικρό ρυθμό να πούμε και απ’ όλους τους μαθητές που είχεν, υπερτερούσα κάπως εγώ. Τέλος πάντων, λέει εγώ στο κλαρίνο όταν τ’ς τραβά [...], έπαιζε ωραία, ωραιότατα, ξέρω [λέει], αλλά στο σαντούρ’ δεν είμαι μάστορας όπως πρέπ’. Με είπε ο άνθρωπος την αλήθεια. Μετά, αφού κάθισα κανένα μήνα εκεί πέρα, έμαθα καμιά δεκαπενταριά τραγούδια, το ‘Σμυρνιό’, πως το λέτε εσείς, το ‘Συρτό’, ‘Πολίτικο’, ‘Καλαματιανό’ κάτ’ βαριά ‘Ζεμπεκάκια’, ‘Ωραία Αιγιώτισσα’, κάτ’ συνηθισμένα αυτά. Και έκτοτε ξεκίνησα και παίζαμε με τον αδερφό μ’ σιγά - σιγά. [Μέσα στην κατοχή, έγιναν τα μαθήματα], γεννήθ’κα το 1924, ήμουν τότε δεκαοχτώ χρονών, είκοσ’.