|
Φουσκούδης Χρήστος | Λήμνος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Σκανδάλη, Λήμνος
• Χρόνος γέννησης

1923
• Στοιχεία καταγωγής

Ο Χρήστος Φουσκούδης γεννήθηκε στη Σκανδάλη [χωριό της ΝΑ Λήμνου], που γνώρισε σημαντική δημογραφική κάμψη από τη δεκαετία του 1950 και μετά, κυρίως λόγω της μετανάστευσης. Ο Χρήστος Φουσκούδης αναφέρει:

Θυμάμαι πριν τον πόλεμο, δηλαδή το 1937 - 1938 - 1939, αριθμούσαμε γύρω στους 380 κατοίκους. Από εκεί, έγινε μετά η μετανάστευσ’, Καναδά, Αυστραλία... Το 1952 φύγαν οι πρώτ’, ε, από εκεί και πέρα, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία, φύγαν ο κόσμος. Τώρα έχουμ’ στην Αθήνα πολλές οικογένειες. Το καλοκαίρ’ που έρχονται γεμίζ’ η πάνω η πλατεία παιδιά και κόσμο, όλα τα σπίτια ανοιχτά είναι. Τώρα [το χειμώνα] γυρίζ’ς μέσα στο χωριό και είναι τρία κλειστά σπίτια, ένα ανοιχτό, τρία κλειστά, ένα ανοιχτό. Τώρα είμαστε καμιά ενενηνταριά. Και σχολείο δεν έχει. Σκανδάλ’, Αγιά - Σοφιά, Φυσίν’, Καμίνια, Ρωσσοπούλ’, όλα τα παιδιά στο Μούδρο πηγαίνουν. Λεωφορείο βάζουν ειδικό και τα πάει και τα φέρν’ [...].

• Ιδιότητα

Ο Χρήστος Φουσκούδης ήταν πρακτικός οργανοπαίχτης, που έπαιξε επαγγελματικά λύρα από το 1940 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

• Γονείς

Για τον πατέρα του, ο Χρήστος Φουσκούδης αναφέρει:

Ο πατέρας μου έπαιζε λύρα […]. Και ακόμα κι ο μπαμπάς μου δεν το εκμεταλλεύτηκε! Ενώ ας πούμε μπορούσε να το εκμεταλλευτεί, τον είχαν παρακαλέσ’ μάλιστα να παίξ’ και σ’ ένα κρουαζιερόπλοιο κάποια στιγμή [...].

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Χρήστος Φουσκούδης παντρεύτηκε το 1943 και απέκτησε πέντε παιδιά, τρεις γιους και δύο κόρες. Οι γιοι του σπούδασαν, ο ένας έγινε δάσκαλος και οι άλλοι δύο αποφοίτησαν από την Ανωτάτη Εμπορική. Οι κόρες του εγκαταστάθηκαν από τη δεκαετία του 1970 στην Αυστραλία, όπου κατοικούν μέχρι σήμερα με τις οικογένειές τους.

Άλλοι μουσικοί από την οικογένεια του Χρήστου Φουσκούδη ήταν:

Εγώ ήμουν ο τελευταίος από την οικογένεια, είμαστε πέντε αδέρφια, τρία αγόρια, δυο κορίτσια. [...]. Ο πατέρας μου έπαιζε λύρα. Μετά από τον πατέρα μου έμαθε ένας αδερφός μου [ο Δημήτρης] που σκοτώθ’κε στον Αλβανικό πόλεμο, όχι σκοτώθ’κε, αλλά άμα δεν ήταν ο πόλεμος δεν θα τα πάθαινε. Έπαθε, από το κρύο, διπλή περιπνευμονία και τον κάναν παρακέντησ’ και πέθανε στην παρακέντησ’. Εκείνος έπαιζε καλύτερα, μετά έμαθε ένας άλλος αδερφός μου [ο Παναγιώτης], που έχ’ πεθάν’ τώρα, πριν τρία χρόνια, αυτός ήταν του 1911 γεννηθείς, πέθανε τώρα τελευταία.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Παράλληλα με τη μουσική ο Χρήστος Φουσκούδης ασχολήθηκε και με αγροτικές εργασίες, καλλιεργώντας κυρίως προϊόντα για οικιακή χρήση. Την περίοδο 1950-70, όταν επεκτάθηκε η βαμβακοκαλλιέργεια στη Λήμνο, φύτεψε και βαμβάκι, για εμπορικούς πλέον λόγους:

Σιτάρ’, κριθάρ’ και όλα σε λίγ’ ποσότητα, φασόλια, ρεβίθια, σουσάμια βάζαμε, όλα γενικά, απ’ όλα και από λίγα. Για το σπίτι κυρίως και αν περίσσευε κάτ’, το πουλούσες. Μπαμπάκια βάλαμε, κάναμε, έχ’ χωριά που βρήκαν νερά και κάναν πηγάδια, έχουν κάν’ γεωτρήσεις και βάζαν μπαμπάκια και το καλύτερο μπαμπάκ’ σ’ ίνα, το ’βγαζε η Λήμνος. Και απόδοση είχε αλλά μας το παίρναν τσάμπα. Και εγώ έβαζα, και στη Φυσίνη έχω κάτι χωράφια κι έβαζα λίγα κι έχω και σ’ ένα, ένα κτήμα μακριά από εδώ, είναι καμιά ώρα με τα πόδια, "Παρθενόμυτος" λέγεται και κάναμε ένα αρδευτικό έργο εκεί πέρα και τα ποτίζαμε, με δεξαμενές κάναμε το νερό και ποτίζαμε και είχα και εγώ κάτι στρέμματα κι έβαζα, μπαμπάκ’. Αλλά έχ’ πολλή δουλειά το μπαμπάκι, έξοδα πολλά και τα λεφτά ήταν λίγα και οι νέοι φύγαν ύστερα [...]. Να, τώρα δίνουν λέει επιδοτήσεις, για τα μπαμπάκια, για να ξαναρχίσουν, ποιος θα την κάν’ αυτή την δουλειά;

Επίσης, όταν σταμάτησε να παίζει επαγγελματικά μουσική, έκανε διάφορες εργασίες για βιοποριστικούς λόγους:

Ήμουν αγρότης, έκανα και χτισίματα και σοβαντίσματα και με τα καράβια πήγα ναυτικός [...]. Σπούδαζα τρεις [γιους] συγχρόνως και άκουγα ότι με τα καράβια είχ’ δουλειά και λεφτά και αναγκάστηκα να πάω με τα καράβια. Πήγα μ’ ένα φορτηγό, έπεσα σ’ άσχημο καράβ’, μετά ξαναμπαρκέρνω, πήγα με το "Κωστάκ’", με το "Αυστραλίς" πήγα, στην Αυστράλια έχω γυρίσ’. Το 1971 πήγα με το "Αυστραλίς". Τότες στην Αθήνα, άμα πήγαινες στον Πειραιά κάτ’, ταυτότητα να είχες και σε παίρναν, σε παρακαλούσαν, βγαίναν, γυρίζαν όλ’ τα γραφεία να βρούνε πληρώματα. Ε, βέβαια! Εγώ με διαβατήριο μπαρκάρ’σα, δεν είχα τίποτα άλλο. Δεν έκανα χρόνια. Έπεφτε η τύχη μ’ όλο σε άσχημα καράβια [...]. Κάτω στις μηχανές ήμουν εγώ. Με μπαρκάραν στο πρώτο καράβι για καθαριστή, από εκεί με βάλανε θερμαστή. [...] πιο μπροστά πήγα μ’ ένα γκαζάδ’κο και πήγαμε στην Αμερική και από την Αμερική γυρίσαμε, πηγαίναμε για τις Ινδίες και είχα δηλώσ’ παραίτηση εγώ κι έφυγα, ξεμπαρκάρ’σα στο "Πόρτ Σάϊτ". Η κυρά τότε, τέλειωνε ο Γιώργος ο μεγάλος ο γιος μου που είναι στη Χίο, τέλειωνε το Γυμνάσιο κι ήθελε να πάει για φροντιστήρια και κάτι τέτοια. Μ’ έγραψε “έλα πίσω και ποιος θα τον πάει;” και αναγκάστηκα να ξεμπαρκάρω. Ξαναμπαρκέρνω μετά, το 1971, με το "Αυστραλίς", εκεί αρρώστησα μες το καράβ’, γι’ αυτό έφυγα. Επιβατικό ήταν, εφτακόσια άτομα ήμασταν πλήρωμα μέσα. Έκανα δυο ταξίδια, αλλά δυο ταξίδια κάναμε τεσσερ’σήμισι μήνες. Ξέρ’ς πόσα πόρτα [λιμάνια] πιάναμε; Το "Αυστραλίς" το στέκι τ’ ήταν στο Σαουθάμπτον στην Αγγλία, φεύγαμε από ’κει πηγαίναμε στην Γερμανία σ’ ένα Μπρέμετ Χάμετ ένα λιμάν’, από ’κει τραβούσαμε παγαίναμε απ’ έξω Λας Πάλμας, πηγαίναμε στο Κέηπ Τάουν, Νότια Αφρική και από ’κει έντεκα μέρες, πιάναμε το πρώτο λιμάν’ της Αυστραλίας, το Φρημάντ, πηγαίναμε Μελβούρνη, Σίδνεϋ, ύστερα πηγαίναμε σ’ ένα νησί, μια αποικία της Αγγλίας, στη Σούβα. Απ’ τη Σούβα, πηγαίναμε έντεκα μέρες ταξίδ’, αυτά ήταν τα δυο μεγαλύτερα ταξίδια, έντεκα μέρες ταξίδ’ πηγαίναμε στο Ακαπούλκο, στο Μεξικό. Περνούσαμε από ’κει μετά, τον Παναμά, τις δεξαμενές, τη διώρυγα και από ’κει πηγαίναμε ύστερα στο Μαϊάμ’. Και από εκεί κατευθείαν πάλι για Αγγλία, οχτώ μέρες.
Ο Χρήστος Φουσκούδης ασχολήθηκε επίσης με τη μελισσοκομία, καθώς και με το ψάρεμα:
Και λιμάνια εδώ δεν έχει, πο’ ’χω και εγώ ένα βαρκάκ’, ήταν τράβα - ρίξε η δουλειά. Θα πήγαινα στο ψάρεμα το βράδ’, έπρεπε όταν φεύγω να τραβήξω τη βάρκα έξω, θα έπαιρνε ένας αέρας θα με τη σπάσ’. Να και εμείς έχουμε μια βάρκα με τα παιδιά, επαγγελματική άδεια έχω, αλλά εμείς πάμε και βγάζουμε κανένα ψάρ’ να τρώμε, δεν πάμε για να πωλούμε [...]. Αλλά δεν έχ’ ψάρια τώρα.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Χρήστος Φουσκούδης υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο Ηράκλειο της Κρήτης, από 25 έως 27 ετών και απολύθηκε το 1950:

[…] φύγαν οι Γερμανοί, μόλις φύγαν οι Γερμανοί με πήραν φαντάρο, 25 χρονών πήγα φαντάρος, δεν πήγα κανονικά, παντρεμένος ήμουνα, δύο παιδιά είχα τότε, παντρεύτηκα μικρός, 20 χρονών παντρεύτηκα, το ’43 παντρεύτηκα, 7 Μαΐου.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Ηράκλειο είχε την ευκαιρία να γνωρίσει την κρητική λύρα:

Εγώ έκανα δύο χρόνια φαντάρος, εκπαιδευτής ήμουν στο κέντρο του Ηρακλείου και καταταχτήκαμε εκεί. Εγώ παρέμεινα εκεί, από εκεί πήρα απολυτήριο, πήγα για εκπαιδευτής, έγινα δεκανέας και πήγα στην Χαλκίδα δυο μήνες, έγινα λοχίας και μετά από κει επέστρεψα πίσω και πήρα απολυτήριο. Και πολλά παιδιά Κρητικά που ήρθαν, τους γνώρισα, τους εκπαίδευσα, είχαν λύρες, δοκίμαζα, δεν μπορούσα να τις παίξω. Ε, άλλο είναι οι λύρες στην Κρήτη, είναι διαφορετικές, κουρδισμένες διαφορετικά και τα κρητικά τα τραγούδια είναι διαφορετικά. Με τη δικιά μου την λύρα έχω δοκιμάσει, παίζω κάτι κρητικά έτσι εύκολα, δύσκολα δεν μπορώ να παίξω....