|
Παντζαράς Χρήστος | Λήμνος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Κορνό, Λήμνος
• Χρόνος γέννησης

1928
• Ιδιότητα

Ο Χρήστος Παντζαράς ήταν επαγγελματίας ράφτης και ασχολούνταν παράλληλα με την μουσική. Έπαιζε μαντολίνο, σαντούρι, βιολί, ακορντεόν και κλαρίνο.

• Γονείς

Ο πατέρας του Χρήστου Παντζαρά, Γιάννης Παντζαράς, γεννήθηκε το 1902 στην Αίγυπτο. Σε μικρή ηλικία εγκαταστάθηκε στη Λήμνο, όπου και διέμεινε μόνιμα. Ήταν διορισμένος γραμματέας στην κοινότητα του Κορνού από το 1935. Απεβίωσε το 1992 στην Αυστραλία:

Είχε γεννηθεί στην Αίγυπτο. Μικρό παιδάκι φύγανε και ήρθε εδώ πέρα. Δυστυχώς ο παππούς έφυγε λίγο πρόωρα και ανάλαβε τις οικογενειακές υποχρεώσεις ο πατέρας μου […].Ο μπαμπάς μου ήτανε γραμματέας της κοινότητος , και συνήθως τότε κάνανε […] βγαίνανε μία επιτροπή και εκτιμούσανε το εισόδημα. Εγώ έχω, ας πούμε, 5 στρέμματα σιτάρι, το οποίο έπρεπε να φορολογηθεί από το κράτος […] από την κοινότητα και βγαίνανε δύο εκτιμητές. [Αυτοί] Βλέπανε στο κτήμα και λέγανε ότι: ‘Αυτό θα βγάλει 50 πινάκια’.

• Οικογενειακή κατάσταση

Η σύζυγος του κατάγονταν από την οικογένεια των «Ζαφειροπουλαίων». Παντρεύτηκαν το 1958 και απέκτησαν μια κόρη η οποία ζει με την οικογένειά της στη Μελβούρνη:

Από το Πλατύ [ήταν η γυναίκα του]. Από την οικογένεια «Ζαφειροπουλαίων»! […]. Ωραίος νοικοκύρης, ωραία οικογένεια, κτηματίαι και καταγινότανε σε οινοποιία. Βγάζαν ούζα, κρασιά… Αυτά καταργηθήκανε συν τω χρόνω. Πέθανε ο συχωρεμένος ο πεθερός μου [και] ο κουνιάδος μου και εκείνος τώρα είναι 86-87 χρονών, δεν μπορεί να κάνει αυτές τις δουλειές.

Με τη μουσική ασχολήθηκε και ο πατέρας του, Γιάννης Παντζαράς παίζοντας κλαρίνο και βιολί. Για τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε να παίζει αναφέρεται χαρακτηριστικά:

Ο πατέρας μου είχε την μουσική έμπνευση και μη έχοντας τι να κάνει προς στιγμής, έκανε μία σαν φλογέρα από καλάμι - εδώ τα καλάμια που φυτρώνουνε - το οποίο έκανα και εγώ μικρός. Βάζαμε μία γλώσσα πάνω, κάναμε το φάλτσο εκείνο - πως είναι η φλογέρα; - ανοίγαμε τρύπες και παίζαμε διάφορα τραγούδια […]. Το καλάμι είναι κούφιο μέσα, το κάναμε λοξό, όπως ακριβώς είναι στο κλαρίνο η [μπουκαδούρα], ανοίγαμε μία τρύπα και βάζαμε ένα ξύλο πάλι ούτως ώστε αφήναμε ένα περιθώριο για να βγαίνει ο αέρας και να βγάζει το σφύριγμα […]. Όσες μπορούσαμε κάναμε τρύπες. Άμα ήταν η απόσταση μακρινή κάναμε περισσότερες τρύπες. Άμα ήταν μικρό, λιγότερες τρύπες. [Οι νότες που έβγαζε] ήταν ας πούμε: do, re, mi, fa, sol, la, si, do. Να πούμε μία κλίμακα. […]. Με αυτό το καλάμι λοιπόν άρχισε ο μπαμπάς μου και έπαιζε τόσο μελωδικά που ορισμένοι που το ακούσανε λέγανε: ‘Αυτό το παιδί αμαρτία είναι, έχει ταλέντο για μουσικό όργανο. Ποιος μπορεί να τον βοηθήσει να πάρει ένα όργανο;’ και το πλησιέστερο όργανο ήταν το κλαρίνο.

Στη συνέχεια, ο Γιάννης Παντζαράς ασχολήθηκε πιο συστηματικά με τη μουσική μαθαίνοντας, αρχικά, κλαρίνο. Ο Χρήστος Παντζαράς επισήμανε:

Τώρα η εκμάθησις, εφόσον δεν είχε δυνάμεις να πληρώσει, ήταν κάποιος μαστρο - Μανόλης Δεληκούκος, αυτοί είχαν έρθει από τη Σμύρνη , άλλοι ήρθαν απ’ την [Ανατολική] Θράκη, σμίξαν εδώ και κάναν κομπανίες […]. Για να μάθει τη μουσική και εφόσον δεν είχε δυνάμεις να πληρώσει, δούλεψε τζάμπα τρία χρόνια στο μαστρο - Μανόλη Δεληκούκο […]. Ο μαστρο - Μανόλης έπαιζε βιολί και είχε […] κομπανία […] και προσλάβανε και τον μπαμπά μου για κλαρίνο και μαθαίνοντας και παίζοντας […]. Λοιπόν, λέμε ότι αυτή τη σύνθεση είχανε: Βιολί, σαντούρι, λαούτο, προσλήφθηκε και ο μπαμπάς μου με το κλαρίνο. Αλλά γνώριζε καλά τη μουσική ο μαστρο - Μανόλης, πήρε τις αρχές και επειδή ήταν επιμελής και αντιληπτικός ο μπαμπάς μου προχώρησε στη μουσική και άρχισε το κλαρίνο.

Οι μουσικές δραστηριότητες του Γιάννη Παντζαρά ανεστάλησαν το 1922, λόγω της στράτευσής του. Ο Χρήστος Παντζαράς περιγράφοντας την εμπειρία του πατέρα του αναφέρει:

Ο μπαμπάς μου εν τω μεταξύ στρατεύτηκε στη Μικρά Ασία, το ’22 με τον πόλεμο και έκανε αιχμαλωσία για πολύ καιρό […]. Ο μπαμπάς μου από την ταλαιπωρία, από την κακουχία που είχε στην αιχμαλωσία, τον πείραξε το κλαρίνο […]. Έκανε και έλκος στομάχου και του σύστησε ο γιατρός [στα τέλη της δεκαετίας του 1920] να σταματήσει το κλαρίνο, αλλιώς η υγεία του ήταν επικίνδυνη. Και μετά από το κλαρίνο το γύρισε στο βιολί. Αλλά στο βιολί αυτοδίδακτος, με τη μέθοδο.

Παράλληλα ξεκίνησε την ενασχόλησή του ως μουσικοδιδάσκαλος. Ανάμεσα στους μαθητές του υπήρξαν και άτομα που συνεργάσθηκαν μετέπειτα επαγγελματικά μαζί του. Ο Χρήστος Παντζαράς, ανέφερε:

Δίδασκε ο μπαμπάς μου μουσική. Έκανε βιολιά, σαντούρια, κλαρίνα. Μαντολίνα όμως σπάνια, δεν είχαμε […]. Από όλα τα χωριά είχε μαθητές. Ήταν ο Γιώργος ο Κωνστάντιος, είναι εν ζωή ακόμα [από Καμίνια], ο Παξιμαδάς από το Κοντοπούλι […]. Πάρα πολλά παιδιά, που να τα αναφέρω […]. Και ο Προσκεφαλάς ήταν μαθητής του μπαμπά μου.

Ο Χρήστος Παντζαράς, στην ανασκόπηση των μουσικών δραστηριοτήτων του πατέρα του, αναφέρθηκε στις περιστάσεις που συνήθιζε να παίζει. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα γλέντια που διοργάνωνε ο Ανδρέας Κραζούδης στην πλατεία του Κορνού:

Αφού τελείωσε ο πόλεμος [του 1922] και επανήλθαν στις θέσεις τους, κάποιος από τον Κορνό κληρονόμησε μια μεγάλη κληρονομιά, ονόματι Κραζούδης, Ανδρέας Κραζούδης [κληρονομιά από συγγενή του, που ήταν στην Αίγυπτο]. Αγόρασε μία περιοχή στον Κορνό, και αυτός αποφάσισε και έκανε έργα. Έκανε δενδροφυτεύσεις, αρδεύσεις, έκανε δεξαμενές […]. Ο Ανδρέας ο Κραζούδης ήταν φιλόμουσος, τον άρεσαν τα όργανα και επειδή ήταν και οικονομικά ανεξάρτητος, έπαιζε λίγο σαντούρι - το οποίο και εγώ […] το αγόρασα εγώ το σαντούρι του - και έπαιζε και λίγο βιολί […]. Λοιπόν, τι έκανε αυτός; Όλη την ημέρα δουλεύανε οι εργάτες εκεί. Όταν το Σάββατο σχολούσαν οι εργάτες, ο συχωρεμένος ο Κραζούδης τους έλεγε: ‘Το βράδυ στην πλατεία’ και έλεγε στον καφετζή: ‘Βγάλε 10 τραπέζια έξω με ένα καραφάκι στο τραπέζι’. Καθόνταν όλοι οι εργάτες τώρα, το καραφάκι έτοιμο και αφού ήπιανε ξεκινούσαν τα όργανα […]. Τα όργανα ήταν ο μπαμπάς μου στο κλαρίνο, ο αρχιεργάτης στο σαντούρι και ο συχωρεμένος ο Κραζούδης έπαιζε λίγο βιολί. Ο αρχιεργάτης που είχε ήταν λίγο βαρήκοος, Θεοφάνης Χατζηδημητρίου και έπαιζε σαντούρι […]. Παίζοντας, λοιπόν, είτε χορεύαν, είτε ξέρω ’γω, ο Κραζούδης έβαζε το χέρι στην τσέπη και έριχνε τα λεφτά στα όργανα. Και ξεκινούσε και γινόταν πανηγύρι, πανηγύρι […]. Αυτά γινότανε από το ’25 και μετά. Υπολογίζω εγώ, χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος.

Άλλο μέλος του ευρύτερου συγγενικού περιβάλλοντος που ασχολήθηκε [περισσότερο ερασιτεχνικά] με τη μουσική, ήταν ο αδερφός του Γιάννη, Χρήστος Παντζαράς [θείος του βιογραφούμενου].

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ο Χρήστος Παντζαράς από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 ασκούσε παράλληλα με τη μουσική και το επάγγελμα του ράφτη. Στην επιλογή αυτή οδηγήθηκε κυρίως από τις οικονομικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής. Ο ίδιος περιγράφει:

Μέσα στους Γερμανούς απαγορεύονταν οι συγκεντρώσεις. Τη νύχτα δεν έπρεπε να έχεις φως. Που να παίξεις όργανα;

Για την επαγγελματική του αποκατάσταση, ο Χρήστος Παντζαράς, ύστερα από τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα του, εγκαταστάθηκε στη Μύρινα για να μάθει την τέχνη. Εκεί μαθήτευσε για κάποιο διάστημα σε ράφτη της περιοχής:

Ήρθαν οι Γερμανοί, μου λέει ο πατέρας μου: ‘Χρήστο, ποιο βιολί θα παίξουμε τώρα; αυτό; ή αυτό; Του πνεύματος ή της κοιλιάς;’ Και μου λέει: ‘Να σου μάθω τέχνη, τι τέχνη να σε μάθω;’. Και όπως είχαμε ζωντανά παραδείγματα, ξυπόλυτοι πατήσαμε, τσόκαρα κάναμε, πέδιλα κάναμε, αλλά γυμνοί; Γυμνός δεν μπορούσε να βγει κανένας. Μου λέει: ‘Θα σε κάνω ράφτη’[…]. Μετά κατέβηκα και εδώ στη Μύρινα και μάθαινα ράψιμο.

Με την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής του επέστρεψε στον Κορνό, όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά ανοίγοντας το δικό του ραφείο:

Εγώ δεν είχα στρατευθεί ακόμα [στρατεύτηκε το 1950]. Αφού τελείωσα από δω το ράψιμο, άνοιξα μαγαζί στο χωριό. Ένα δωμάτιο εκεί πέρα και έραβα και μου λέγανε: ‘Γράψε’. Στα μπαμπάκια; - τα μπαμπάκια δεν πηγαίνανε καλά - στα σταφύλια; στο σιτάρι; Και έτσι έραβα, παίρνανε το ρούχο και δεκάρα δεν έπαιρνα.

Ο Χρήστος Παντζαράς συνέχισε να λειτουργεί το ραφείο του στον Κορνό, ακόμα και το διάστημα που διέμενε στο Πλατύ, όπου ήταν ο τόπος καταγωγής της συζύγου του:

Μετά παντρεύτηκα και κατέβηκα στο Πλατύ, αλλά το μαγαζί το είχα στον Κορνό. Είχα ένα μηχανάκι, απ’ τα πρώτα που κυκλοφορήσανε, μοτοποδήλατο ‘γκράιντερ’ γερμανικό, το ‘χε φέρει ο Πολιταρίδης που λένε, και κείνος είχε το δικό του το πρώτο, το δεύτερο το αγόρασα εγώ και το τρίτο το είχε ο Κατής που λέμε από τον Κοντιά.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Ο Χρήστος Παντζαράς μετά το γάμο του εγκαταστάθηκε στο χωριό Πλατύ όπου ήταν και ο τόπος καταγωγής της συζύγου του:

Μετά παντρεύτηκα και κατέβηκα στο Πλατύ […].

Το 1961, ο Χρήστος Παντζαράς μετανάστευσε στην Αυστραλία, όπου διέμενε ήδη η αδερφή του. Για την εμπειρία του αναφέρει χαρακτηριστικά:

Κάνω δυο γράμματα, ένα στην Αυστραλία στην αδερφή μου, και ένα στο Κονγκό στα κουνιάδια μου. Στο Κονγκό ήταν πέντε κάτω. Ο ένας είχε πάει καταρχήν και δημιουργήθηκε και πήρε και τους άλλους. Επιδόθηκαν στην καφεκαλλιέργεια, καφεφυτεία που λέμε […]. Στην Αυστραλία, της αδερφής μου η πρόσκληση εγκρίθηκε γρήγορα και σε λίγο διάστημα, σε έξι μήνες, έφυγα. Με το ‘Πατρίς’ έφυγα, με το ιστορικό ‘Πατρίς’. Διασχίσαμε το Σουέζ, το κανάλι που λέμε. Πιάσαμε πρώτα Αλεξάνδρεια, διανυκτερεύσαμε στην Αλεξάνδρεια, μετά στο Πορτσάιτ καθίσαμε όλη την ημέρα. Κάναμε 34 ημέρες ταξίδι […]. Από το Άντεν ξεκινήσαμε, ύστερα ωκεανό. Όλο κάτω, περάσαμε Ισημερινό και το πρώτο αυτό που πιάσαμε ήταν το Περθ. Ήταν ο πρώτος σταθμός της Αυστραλίας, μετά ήθελε άλλες τρεις ημέρες για να φτάσουμε στη Μελβούρνη. Εκεί έμεινα εγώ, αλλά το ‘Πατρίς’ από Μελβούρνη συνέχισε Σίδνευ.

Οι λόγοι που συντέλεσαν στην απόφαση του να μεταναστεύσει ήταν κυρίως οικονομικοί. Στην Αυστραλία εργάστηκε αρχικά ως ράφτης, καθώς και σε εργοστάσια ως χειρώνακτας εργάτης:

Πήγαμε με σκοπό όπως ελπίζαμε για να βρούμε φτυάρι να φτυαρίσουμε δολάρια και να έρθουμε σε τρία τέσσερα χρόνια πίσω. Πηγαίνοντας εκεί το ’61 είχε μια σχετική κρίση, δεν είχε δουλειές. Τα εργοστάσια κλείνανε, σχολούσαν ημερησίως εργάτες. Η πρώτη απελπισία ήταν που μόλις πλεύρισε το καράβι και με είδαν οι γνωστοί, μου λένε: ‘Ε ρε Παντζαρά, εσύ στην Αυστραλία;’[…]. Λοιπόν ο γαμπρός μου δούλευε σ’ ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε λάστιχα για αυτοκίνητα, για αεροπλάνα, και δούλευε σε τρεις βάρδιες. Όταν πήγα εγώ συνέπεσε να ’ναι νύχτα και το πρωί που σχολούσε πίναμε ένα τσάι μαζί και κάναμε βόλτα για δουλειά. Λοιπόν, πριν ανοίξουμε το στόμα, μας λέγανε: ‘Sorry δεν έχει δουλειά, no job’, μέχρι που ’χανε βάλει ταμπέλες σε τρεις γλώσσες και λέγανε ‘δεν έχει δουλειά’, σε αγγλικά, ιταλικά, ελληνικά. Τι να κάνω εγώ τώρα; Παρόλ’ τη στενοσιά που ήταν ένα σπιτάκι μικρό, φτιάξαμε μια εσωτερική πόρτα, βάλαμε, κάναμε τέσσερα πόδια, και την έκανα πάγκο και έραβα κάναν γνωστό εκεί, κάνα παντελόνι, κάνα κουστούμι […]. Τελικά, δεν έβρισκα δουλειά και γράφτηκα στο ταμείο ανεργίας και έπαιρνα 3 λίρες και 15 σελίνια το δεκαπενθήμερο […]. Προς στιγμή, σε ένα [εργοστάσιο], είχε μείνει από εργάτη και θέλανε έναν εργάτη για μια βραδιά, νυχτερινό δηλαδή, να φυλάει μια αυτόματη μηχανούλα που έβαζε καπάκια διάφορα και κάπου κάπου κολλούσε η μηχανή και έπρεπε να ανοίξεις την πόρτα και να την κλείσεις πάλι […]. Επήγα για μια βραδιά και λέγω, ε καλά είναι, προκειμένου να κάθομαι να βγάζω τα μάτια μου να ράβω. Έκλεισε η εβδομάδα και μου λέει [ο επιστάτης]: ‘Θα έρθεις και από Δευτέρα;’ Λέω: ‘Να έρθω’. Την Δευτέρα του λέω: ‘Τι θα γίνει τώρα; Θα με κρατήσεις εδώ ή να ψάξω για να βρω μόνιμη δουλειά;’ Λέει: ‘Εντάξει’ και από εκείνη την μέρα κάθισα 4 χρόνια νυχτερινός 11 με 7 το πρωί. Έπρεπε να φύγω δέκα και μισή από το σπίτι να πάω στην δουλειά και 7 σχολνούσα […]. Μετά πήγα στο τεχνικό, αφού έγινα πια πως το λέμε [...], πήρα την ειδικότητα. Πήγα σε ημερήσια δουλειά.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Το 1950, οι επαγγελματικές και μουσικές του δραστηριότητες του Χρήστου Παντζαρά περιορίσθηκαν για να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία στο Λιμενικό Σώμα. Απολύθηκε το 1953 από το Λιμεναρχείο Μύρινας:

Το ’49 - ’50 κατατάχθηκα. Του ’49 κλάσεως είμαι, αλλά κληθήκαμε το ’50 […]. Στου Σκαραμαγκά κατατάχτηκα και στον Ασπρόπυργο, γιατί από το βασιλικό ναυτικό με αποσπάσαν στο Λιμενικό Σώμα, στα Λιμεναρχεία. Μετά από εκεί με φέραν εδώ στη Λήμνο και υπηρετούσα στο Λιμεναρχείο […]. Το ’53 απολύθηκα, γιατί όταν καταταχτήκαμε κανονικά τον Οκτώβριο, δεν είχανε ρούχα να μας ντύσουν το Λιμενικό, και μας δώσανε 45 μέρες υποχρεωτική άδεια, και ξανά πάλι άλλες 25, τις οποίες υπηρετήσαμε στο τέλος.

Στη Λήμνο, παράλληλα με τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, συμμετείχε και σε διάφορες μουσικές εκδηλώσεις, που διοργάνωναν τοπικοί σύλλογοι. Όπως περιγράφει:

Με μεταθέσανε από το κέντρο εδώ, στο Λιμεναρχείο. Ερχόμενος εδώ, κάποιες άλλες κυρίες του φιλόπτωχου, δεν ξέρω τι ήταν, χρειαζότανε μουσική και πήγανε και είπαν: ‘Κύριε λιμενάρχη θα μας δώσεις τον Παντζαρά να παίξει;’ και είπε αυτός: ‘Οπλονόμε πες στον Παντζαρά να πάει να βάλει πολιτικά για να πάει να παίξει’. Άλλη φορά ερχόταν άλλοι […]. Μια μέρα μου λέει: ‘Μα τι θα γίνει με σένα ρε Παντζαρά; Αυτά θα έχουμε όλη την ώρα;’ Λέω: ‘Δε στο ζητώ εγώ, εσύ με στέλνεις τώρα, του λέω’.