|
Ελιάς Κώστας | Λήμνος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Μύρινα, Λήμνος
• Χρόνος γέννησης

1924
• Ιδιότητα

Ο Κώστας Ελιάς συμμετείχε στα μουσικά δρώμενα παίζοντας βιολί, σαντούρι, ακορντεόν.

• Γονείς

Ο πατέρας του Κώστα Ελιά γεννήθηκε στο Ρεϊς-Nτερέ της Μικράς Ασίας και η μητέρα του στο [παραπλήσιο] Κερμεάλες :

Πρέπει να γεννήθηκε ο μπαμπάς μου το χίλια οχτακόσα ενενήντα εφτά - ενενήντα οχτώ [1897 ή 1898]. Η μητέρα μου ήτανε πέντε χρόνια μεγαλύτερη απ’ το μπαμπά μου. Ο μπαμπάς μου πέθανε 78 χρονώ, ενώ η μητέρα μου έζησε μέχρι ενενήντα - τριώ χρονώ […]. Ο μπαμπάς μου ήταν από το Ρεΐς-Nτερέ, η μαμά μου ήταν από το Κερμεάλες. Ένα μικρό χωριό ήτανε, παραθαλάσσιο […], ο Τσεσμές είναι κοντά, ο Τσεσμές είναι πολύ κοντά, η Σμύρνη είναι μακριά λίγο. Δηλαδή, όπως τα βλέπουμε μες στο χάρτη, είναι το τριπλάσιο η Σμύρνη απ’ τον Τσεσμέ [δηλαδή σε τριπλάσια απόσταση]. […] οι γονείς μου ήτανε αγρότες, πηγαίνανε στα χωράφια. Είχαν και εκεί [δικά τους χωράφια], ήταν και ψαράδες, καλοί ψαράδες, και είχε και - όπως λέει τώρα το βιβλίο που διαβάζω εγώ - είχε και ψάρια εκεί πέρα πολλά και βγάζανε καλό μεροκάματο. Και πολλοί ήταν και εργάτες. Αλλά επί το πλείστον οι δικοί μας οι άνθρωποι ήταν αγρότες, είχανε κτήματα παρμένα, που τους είχαν δώσει, από τους Τούρκους να πούμε τα ’χαν, ήταν τσιφλίκια τότες και τα μοιράσανε […]. Είχαν και ζώα και αμπέλια!

[…] Ο μπαμπάς μου είχε άλλο όνομα παλιά, αλλά πως και άλλαξε δεν ξέρω. Γιατί έχω και στην Κρήτη, είχε ο μπαμπάς μου στην Κρήτη αδερφό, ο οποίος ήταν Μακριδάκης, και πήρε [το επίθετο] από της γιαγιάς μου, της μάνας του μπαμπά μου, που ήταν βέβαια στο Ρεϊς-Ντερέ, ήταν το σπίτι έξω από το χωριό, δηλαδή στα τελευταία σπίτια ήταν το σπίτι της και λέγανε: ‘Η Κατερίνα της μακριάς, η Κατερίνα της μακριάς, η Κατερίνα της μακριάς’, πήρε ‘μακριάς’, Μακριδάκης ο θείος μου, που ήταν παπάς στο Ηράκλειο [Κρήτης]. Το ‘Ελιάς’ το πήραν δηλαδή εκεί, στη Μικρά Ασία. Το οποίο, πως το πήρανε δεν μου το εξηγήσαν, αλλά ήξερα ότι, μου ’χε πει μια μέρα ο πατέρας μου ότι δεν είναι αυτό το ‘Ελιάς’ το [πραγματικό μας επίθετο], […] έχει Ελιάδες πολλούς εδώ, δεν είμαστε συγγενείς, όχι!


Μετά τη Mικρασιατική Καταστροφή οι γονείς του Κ. Ελιά έμειναν για ένα μικρό χρονικό διάστημα στη Χίο, στην οποία είχαν καταφύγει ξανά ως πρόσφυγες το 1914, ενώ η τελική τους εγκατάσταση στη Λήμνο, έγινε το 1922:

[οι γονείς μου] βγήκανε στη Χίο. Εκεί ήτανε κοντά, κι εκεί βγήκανε κι από κει αρχίσανε να φεύγουν άλλος για την Ιεράπετρα, άλλος για το Ηράκλειο, άλλος για το […]. Στη Χίο ήρθανε δυο φορές, στη Χίο δυο φορές [...]. Και το δεκατέσσερω [1914] και το 1922, δύο φορές δεν διωχτήκαν από τη Μικρά Ασία; Άλλοι βγήκαν στη Χίο, κι από κει […]. Είχε Εγγλέζοι τότε, εδώ [στη Λήμνο], Εγγλέζοι, πείνα, φτώχια. Εγγλέζοι τώρα, και [τους] ακολουθήσαν στη Λήμνο. Πήγαν στο Μούδρο, και μες στο Πορτιανού. Στην [Νέα] Κούταλη απέναντι, κι εδώ, που είναι η [Νέα] Κούταλη, απέναντι έχει μια βρυσούλα, εκεί είχαν τις εγκαταστάσεις τους.

Τελικά, οι γονείς του Κώστα Ελιά, όπως και οι περισσότεροι πρόσφυγες από το Ρεϊς Ντερέ, εγκαταστάθηκαν στο χωριό Λέρα, που είχαν εγκαταλείψει οι αντίστοιχοι μουσουλμάνοι πρόσφυγες, το οποίο μετονομάστηκε σε Άγιο Δημήτριο:

Πήρανε τριάντα στρέμματα κλήρο, τριάντα - τριανταδύο στρέμματα. Ο κλήρος ήτανε 22 και 32 [στρέμματα], 22 και 32 όταν ήτανε οικογένεια, τα 22 ήταν στις χήρες, οι χήρες γυναίκες παίρναν 22 στρέμματα, η οικογένεια η μεγάλη 30 στρέμματα και δίναν και σπίτι. Αυτά τα δίναν τα σπίτια αλλά τα πληρώσαμε, και τα χωράφια και τα πρόβατα τα πληρώσαμε, τους τα δώσανε βέβαια, να τα πληρώνουμε με τον καιρό...
Ο πατέρας του Κώστα Ελιά, μετά την οριστική εγκατάσταση στον Άγιο Δημήτριο, ασχολήθηκε με αγροτικές εργασίες, ενώ δούλευε περιστασιακά και ως κτίστης. Τέλος διατηρούσε και ένα μικρό καφενείο:
Τον καιρό που εγώ πια κατάλαβα τον κόσμο, ο μπαμπάς μου ήτανε χτίστης και ήταν λιγάκι καλός […]. Καλλιεργούσανε κιόλας καπνά. Μετά βγήκανε τα μπαμπάκια, μετά από εκεί τα αμπέλια και εν συνεχεία δουλεύανε συνέχεια. Αλλά και δημητριακά βγάζανε, αλλά εκτός από τα δημητριακά βάζανε και τέτοια, πως τα λένε, φασολάκια να πούμε, ρεβίθια, είχε κουκιά, φασόλια, στάρια, κριθάρια, βρώμη, κριθάρι και σιτάρι, το σπέρνανε μαζί […]. Ο μπαμπάς μου είχε καφενείο. Εδώ δίπλα, που ήμασταν χθες το βράδυ, απέναντι από το [καφενείο του Αντώνη Φατζίκη], που έχει ένα μικράκι, που αυτό, εκείνο ήταν όλο, καφενείο το είχαμε, ύστερα το χωρίσαμε τ’ αδέρφια […]. Ο πρώτος ήμουν εγώ. Ο πρώτος ήμουνα εγώ, μετά ήταν ένα αδερφάκι, έναν αδερφό είχα, Δημήτρη τον λέγανε, πέθανε μικρός. Μετά έγινε η αδελφή μου που είναι παντρεμένη στην Αθήνα κι έναν αδερφό που έχω τώρα εδώ. Τέσσερα παιδιά, τα τρία ζήσανε [...].

• Οικογενειακή κατάσταση

Μετά την Κατοχή, ο Κώστας Ελιάς παντρεύτηκε:

[Παντρεύτηκα] το 1947, στις 30 του Νοέμβρη, του Αγίου Αντρέα. [Έκανα] δυο κόρες και ένα γιο, μια δασκάλα, έχουμε μια δασκάλα εδώ, και η τρίτη είναι που έχουμε το καφενείο […]. Η μια τραγουδάει, η δασκάλα τραγουδάει και έμαθε από τη γιαγιά της μάνας της [...].

Από την οικογένεια του Κώστα Ελιά με τη μουσική ασχολήθηκε ο γιος του, ο οποίος μαθήτευσε αρχικά στον ίδιο, ενώ [για ένα μικρό χρονικό διάστημα] έπαιξαν και μαζί στην ίδια κομπανία:

Μετά έμαθα το μικρό μου, το γιο μου, του ’δειξα λίγο [...], να πας σ’ ένα δάσκαλο κάτω, είχαμε ένα δάσκαλο κάτω να πας εκεί, πήγε κανά δύο - τρείς μήνες […]. Του ’χα δείξει εγώ τις φωνές, του ’χα δείξει τα μπάσα, του ’χα δείξει τις φωνές όλα, το χειρισμό λιγάκι, τα πάντα […]. Τον είχα κοντά μου, τον έπαιρνα κοντά μου, και του είχα αγοράσει ένα μικρό [ακορντεόν], του είχα αγοράσει ένα μικρό και έπαιζε. Ύστερα δεν το ’θελε, ήθελε μεγάλο και τον έπαιρνα κοντά μου, πηγαίναμε δίπλα μου, και έπαιζε, δηλαδή έκανε αχνάρια, έπαιρνε τη μουσική, έπαιρνε το χρόνο, έπαιρνε τα τραγούδια όλα. Έπαιρνε τα τραγούδια όλα, δούλευε το δάχτυλο να πούμε και μουσική μάθαινε με αριθμούς και πάτημα και παίζαμε δύο ακορντεόν [στην ίδια κομπανία]. [Λίγο αργότερα] ο γιος μου έπιασε [συμμετείχε σε κομπανία, με] τον Μαρινάκη βιολί, ένα άλλο μπουζούκι το Γιώργη τον Μαστρομιχαλάκη, καλό μπουζούκι κι αυτός είναι […]. Ο γιος μου, αυτός ο Μαστρομιχαλάκης ο Γιώργος, ο Μήτσος [ο Δημήτρης Μαρινάκης] τούτος, και ο Σωτήρης ο Μαυράκης κιθάρα, και είχανε ξεχωριστή κομπανία.

Από τους υπόλοιπους συγγενείς του, ο Κώστας Ελιάς μνημονεύει μια ξαδέρφη της γυναίκας του, η οποία είχε πολύ καλή φωνή και τραγουδούσε ερασιτεχνικά σε ορισμένες γιορτές - κοινωνικές εκδηλώσεις [όπως αποκριές, Χριστούγεννα, γάμοι, κ.α.]:

Είχε κάτι ξαδέλφες, οι δυο ζουν, τρεις ξαδέλφες ήταν, οι δυο ζουν, η μια πέθανε. Ήταν αηδόνι, ήτανε, η φωνή της βρε παιδί μου όταν ερχότανε εδώ κάθε απόκριες […]. Ήταν ένας, έχει πεθάνει τώρα, όταν τραβούσε ένα μανέ [η ξαδέρφη], ήταν ένας γραμματέας εδώ και τραβούσε πιστόλι ντα-ντα-ντα […]. Του ’χανε δώσει πιστόλι, είχε πιστόλι και άδεια, είχε πιστόλι. Αφρούλα την λέγανε, ήτανε ξαδέρφη της γυναίκας μου. Ήτανε Καθαρή Δευτέρα, ήμασταν στο καφενείο, βγήκαμε έξω, γλεντούσαμε έξω, έξω εκεί, μετά πηγαίναμε στο καφενείο όπως είμαστε παρέες κι εκεί γινότανε το […], είχαμε μασκαράδες, είχαμε καρναβάλι. Και η Αφρούλα τραγούδησε και είπε, έσυρε αμανέ. Ναι έσυρε, τράβηξε έναν αμανέ, αυτός μόλις άκουσε τον αμανέ, τάκα, τάκα, τάκα, όσες σφαίρες είχε τις έριξε, αυτό πρέπει να έγινε γύρω στη δεκαετία του 1940 με 1950.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Ο Κώστας Ελιάς, παράλληλα με τις μουσικές δραστηριότητες, ασκούσε και το επάγγελμα του οικοδόμου:

Ήμουν οικοδόμος, αναλάβαινα ευθύνες, σπίτια. Δούλευα καλά, οικοδομές. Έκανα και τ’ αφεντικό, έκανα και το μάστορα […].
Με το επάγγελμα ασχολήθηκε πιο συστηματικά από το 1972 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όπου και περιόρισε σημαντικά τις μουσικές του εμφανίσεις:
[…] Εργολαβίες έπαιρνα, κατάλαβες, και έπρεπε να το παραδώσω, αν πήγαινα στα πανηγύρια και ξημερωνόμουνα και οι εργάτες δεν πηγαίνανε, δεν μπορούσα να πάω εγώ και δεν ήξερα τι να κάνω και […]. Ή ‘παπάς -παπάς ή ζευγάς-ζευγάς’, λέει μια παροιμία.

• Προσωπική και οικογειακή πορεία

Ο Κώστας Ελιάς υπηρέτησε με καθυστέρηση τη στρατιωτική του θητεία, κατά την περίοδο του Εμφυλίου, κυρίως σε περιοχές της Ευρυτανίας και της Αιτωλοακαρνανίας:

Εγώ ήμουνα να πάω κανονικά στο στρατό το 1945. Εγώ όμως ήμουνα στη Μυτιλήνη το 1945 και το 1946 και άκουσα μετά ότι παίρνει [νέους] για στρατιώτες από τη Μακεδονία. Τότε άρχισε να καλεί σε δυο - τρεις δόσεις για να μπορέσει να καλύψει όλ’ αυτά τα χρόνια της Κατοχής, για να καλύψει όλα αυτά τα χρόνια της Κατοχής έπαιρνε δύο - δύο κλάσεις, δύο - δύο σειρές δηλαδή. Εγώ ήμουνα εβδόμη σειρά, παρουσιάστηκα το 1948 τον Απρίλιο, πρώτη εβδομάδα του Πάσχα. Πάσχα κάναμε στο Ηράκλειο, στην Κρήτη, εκεί στο ΓΕΑ, εκεί ήταν κέντρο. Μείναμε ενάμιση μήνα και φύγαμε τον Ιούνιο, τέλος Ιουνίου. Στην Αθήνα μας πήγανε, από ’κει μας βάλανε σε τάγματα, εγώ πήγα στο Καρπενήσι. Εμείς είμαστε ένα τάγμα 450 άτομα. Το Καρπενήσι το φρουρούσαμε επειδή ήταν πρωτεύουσα της Ευρυτανίας.

[…] μας χτυπήσανε εξίμιση χιλιάδες [αντάρτες]. […] Ζητήσαμε ενίσχυση, είμαστε 450 άτομα, 48 ώρες κρατήσαμε και […] δεν μπορούσαμε, δηλαδή με το που πηγαίναμε όξω - ήτανε μέρα - με το πηγαίναμε όξω μας χτυπούσαν οι αντάρτες και μας καθηλώνανε κάτω. Μας χτυπούσανε, τη νύχτα, ερχόταν, τη μέρα ήταν μακριά, τραβιόταν λίγο. Μας βλέπαν και όπου βλέπαν κίνηση χτυπούσανε. 48 ώρες είχαμε να κοιμηθούμε, να καπνίσουμε τσιγάρο, να φάμε, να πιούμε νερό. Εν τω μεταξύ εμείς όλοι και τους αξιωματικούς και με τους αυτούς, ήμαστε 450 άτομα. Που να τα βάλουμε με εξίμιση χιλιάδες; […] Την άλλη [την τρίτη] μέρα φύγαμε και τους αφήσαμε εκεί πέρα. Περάσαμε από κάτι βουνά, στο δρόμο βρήκαμε και τον διοικητή μας. Μας πήρε, ελάτε λέει να ξεφύγουμε μη μας πιάσουν πάλι. Και πήραμε τα Καγκέλια, ένα υψόμετρο, μια οροσειρά ήταν. Δεν μπορούσες να καθίσεις, ούτε πέντε ώρες αν στεκόσουνα έτσι, θα γινόσουνα μαρμάρινη κολώνα. Πήγαινε ένας μπροστά και έκανε δρόμο, εν τω μεταξύ είχαμε 1200 γυναικόπαιδα από πίσω απ’ το βουνό. Μας είδαν [τα γυναικόπαιδα] κι ήρθαν μαζί μας. Τα καταφέραμε, ανεβήκαμε […]. βάλαμε τα όπλα μας κάτω […]. Πήραμε τις τούμπες και κατεβαίναμε κάτω, δεν μπορούσαμε να […]. Πήραμε τις τούμπες και κατεβήκαμε […]. Αλλά μας πιάσανε αιχμάλωτους και μας λέγανε μη φοβόσαστε δε θέλουμε να σας σκοτώσουμε, θέλουμε μονάχα να μας αγαπάτε, εσείς οι απλοί [στρατιώτες], μας λέει όποιοι θέλουνε να μείνουνε εθελοντές να μείνουνε, όποιοι δε θέλουνε να μείνουνε και θέλουνε να φύγουνε να τους διώξουμε, κανέναν δεν πιάνουμε με το ζόρι εδώ πέρα, μας πήρανε τις ταυτότητες τις στρατιωτικές, να πάτε στα σπίτια σας, μην σας πιάσουνε όμως για δεύτερη φορά, κρατούμε τις ταυτότητες και μη σας πιάσουνε δεύτερη φορά, έχει μετά ‘κλάδεμα’, αυτό μας το τονίσανε […]. Το 1950 απολύθηκα, σταμάτησε ο πόλεμος το 1950, σταμάτησε το 1950.


Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, ο Κώστας Ελιάς, για να επιβιώσει, υποχρεώθηκε, όπως και πολλοί άλλοι Λημνιοί, να εργαστεί ως ανειδίκευτος εργάτης στα γερμανικά έργα:

Δούλευα, δούλεψα και στο καράβι μέσα, ένα βουλγάρικο καράβι, που το χτυπήσαν εδώ στις πόρτες του λιμανιού, το χτυπήσανε, και κείνη τη μέρα ήμουνα στα Τσιμάντρια, στην Πυροβολαρχία, άκουσα που τρέχανε οι Γερμανοί, ‘τι συμβαίνει, τι συμβαίνει;’. Κι είχανε το καράβι εδώ, ο ‘Παπανικολής’ το υποβρύχιο χτύπησε το καράβι […]. Και θυμάμαι τότε, πως τον λέγαν, κάτι Γερμανοί, φωνάζανε, χαλούσαν τον κόσμο. Κι είχε, το ξεφορτώνανε, μας πήραν και το ξεφορτώναμε εκείνο το καράβι, ήταν μάλιστα αργά, ήτανε, τι ώρα τώρα ήτανε, 7 - 8 η ώρα, κι εμείς θέλαμε να φύγουμε, κι αυτοί -‘Εδώ, θα το ξεφορτώσετε το καράβι!’ […]. Είχε τρόφιμα, μαρμελάδες, μαντέμια, σακιά - τι είχαν μέσα; δεν ξέρω! - μόνο που σπάσαμε ένα κιβώτιο μαρμελάδα και πέσαμε με τα μούτρα μέσα, γελούσαν αυτοί από πάνω απ’ το αυτό!

[…] Εγώ ταλαιπωρήθηκα πολύ, και ξύλο έφαγα, φυλακή έκανα, στο Μούδρο οι Γερμανοί με κλείσαν φυλακή εμένα μια βδομάδα […]. Δουλεύαμε στα Τσιμάντρια, εδώ στον κάμπο, στα Τσιμάντρια, ήτανε η Πυροβολαρχία. Εκεί είχανε τις αποθήκες τους αυτοί, είχανε και την αποθήκη τροφίμων. Ο αποθηκάριος είχε γνωριστεί με κάποιον […] που ’ναι απ’ τα Τσιμάντρια και του ’δινε ρύζι, ζάχαρη, μαρμελάδες, διάφορα, γαλέτες, ξέρω ’γω, και του ’δινε, ο άλλος του ’δινε ούζο, του ’δινε σταφύλια [...]. Πως ήτανε και γνωριστήκαμε εκεί πέρα, μ’ αυτόν [απ’ τα Τσιμάντρια], και μου λέει εμένα ‘έτσι κι έτσι, έχω ζάχαρη [...]’. Ναι, αλλά το πράγμα απ’ την αποθήκη έφευγε, και όχι μόνο εγώ, ήταν πολλοί που ’παίρναν από κει μέσα, απ’ το σπίτι αυτουνού […]. Και μια μέρα είδε ο Γερμανός ότι θα τον ανακαλύψουνε κι αφήνει τις πόρτες ανοιχτές. Και πάει το πρωί, φωνάζει ‘Οι πόρτες ανοιχτές. Έγινε διάρρηξη!’ [...]. Πάνε γραπώνουν αυτόν και μας μαρτυράει κι εμάς κι άλλοι πολλοί. Έρχονται εδώ μ’ αυτό και λέει, με βρίσκουν εμένα, τον Μωράκη, μας πιάνουν και μας πάνε στον Μούδρο. Μας χώνουν μέσα. Λέει, ‘Ζάχαρη. Πού την έχετε τη ζάχαρη;’ - ‘Λίγη ζάχαρη πήραμε’, λέω […]. Εν τω μεταξύ όταν μας πήγαν εκεί μέσα, είχαν ανοίξει και μια αποθήκη στο Βάρος. Κλέψανε ρούχα και πολλά. Μας σαπίσανε στο ξύλο. Λέει, ‘να τους δώσουμε καμπόσες’ […]. Τι να κάνει, τι να κάνει ο αυτός, με πήγε λοιπόν και στα σπίτια, και μου λέει ‘που την έδωσες;’ και την ξαναπήρε πίσω για να τη δώσει τη ζάχαρη. Η ζάχαρη ήταν σωστή, γιατί είχε γράψει αυτός, πόση ήταν. Γιατί αν δεν ήταν σωστή η ζάχαρη δεν μας βγάζανε […]. Μ’ είχαν εμένα εκεί μέσα. Τι να κάνει κι ο μπαμπάς μου ήταν παραμονή τ’ Αγιού Βασίλη. Έρχεται [στο Μούδρο], κι είχαν ένα διερμηνέα, ένα αδύνατο παιδάκι, λέει ‘θέλω ένα διερμηνέα’. Ε, του δίνουν το διερμηνέα, του λέει ‘τι θέλεις;’ Λέει, ‘έχω ένα γιο εδώ μέσα που αυτό κι αυτό’. Του είπε την υπόθεση. Θέλεις, λέει, τίποτα, λέει, να το βγάλουμε το παιδί λέει, ήταν παραμονή [Πρωτοχρονιάς]. Λέει, ‘θα προσπαθήσω’. Είχε πάει, πήρε λίγο σταφίδα, κάνα-δυο πετεινοί ο μπαμπάς μου, του λέει ‘πάρε, δώσε και κανένα, και θα κάνω κι εγώ κουμάντο, να βρω όσο μπορώ [...]’. Πήγε αυτός, τα κανόνισε να πούμε, και με βγάλανε Πρωτοχρονιά! Έβγαινε το 1942 - έμπαινε το 1943, και ξέμπλεξα από κει.