|
Γιαμαίος Γιάννης | Σάμος | Ενασχόληση με τη μουσική
• Μουσική εξειδίκευση (τραγούδι, ή/και όργανα)

Ο Ιωάννης Γιαμαίος άρχισε να ασχολείται με το βιολί σε ηλικία 18 ετών. Αρχικά έπαιζε μαζί με τα αδέρφια του σε γλέντια που διοργανώνονταν στα μαγαζιά του Αγαθονησίου:

18 χρονών, 17 χρονών ξεκίνησα βιολί […]. 18 [χρονών] στα 20 μου, πιάσαμε και ψιλοπαίζαμε πέντε - έξι τραγούδια, δέκα, και βγήκαμε και παίζαμε στ’ Αγαθονήσι. Εκεί ξεκινήσαμε, εκεί παίζαμε, στ’ Αγαθονήσι.

Με τη μουσική ασχολήθηκε επαγγελματικά το διάστημα που διέμενε στην Αθήνα. Εκεί συνεργάσθηκε με μουσικούς από τις Κυκλάδες, καθώς και με τον Βαγγέλη Κονιτόπουλο και με τα παιδιά της Ελένης Λεγάκη. Ο ίδιος περιγράφει:

Στην αρχή είχαμε κάνει ένα σχηματάκι εκεί […] Από την Πάτμο ήτανε, την Άνδρο, από τη Νάξο. Με Κυκλαδίτες περισσότερο έκανα [συνεργασίες] […]. Πηγαίναμε και παίζαμε σε κάνα χορό, σε κάνα γάμο. Μετά ασχολήθηκα, τα τελευταία χρόνια, πιο πολύ. Λίγο με είχε ακούσει ο Κονιτόπουλος ο Βαγγέλης [για] να με πάρει. Μου ’κανε ακρόαση [και] του άρεσα και ήθελε να με πάρει να παίζω μαζί του. Έπαιξα ελάχιστα, έπαιξα κάνα δυο φορές δηλαδή, βγήκαμε και παίξαμε σε δυο - τρεις συναυλίες. Έτυχε τότε να φεύγει Αμερική. Εγώ δεν ήθελα να πάω Αμερική […]. Μετά πήγα με τα παιδιά της Ελένης της Λεγάκη. Τα τελευταία χρόνια, το 1994, 1995, 1996 ήμουνα μαζί τους.

Το 1997, ο Ιωάννης Γιαμαίος συνεργάσθηκε με τα αδέρφια του, οργανώνοντας δικιά τους κομπανία. Μαζί τους παίζουν και οι: Βασίλης και Μανόλης Κοκόλης, καθώς και ο ξάδερφός τους Κότορος. Ο ίδιος αναφέρει:

Παλιά ήμασταν και τα τέσσερα αδέρφια. Εγώ βιολί, ο μεγάλος μου αδερφός τραγούδι -μπουζούκι […]. Ο Χρυσόστομος. Ο Βασίλης λαούτο. Ο Σακελλάρης έπαιζε αρμόνιο, ο οποίος τώρα τα άφησε, δεν παίζει. Και έχουμε ένα άλλο παιδί, ένα φίλο παίζει αρμόνιο, πολύ καλό, Βαγγέλης Κοκόλης. Είναι δυο αδέρφια. Πότε έρχεται ο ένας, πότε ο άλλος. Είναι ο Μανόλης και ο Βαγγέλης Κοκόλης από δω από τη Σάμο, από τους Μυτιληνιούς. Γύρω στα τέσσερα-πέντε χρόνια είναι μαζί μας. Από το 2000 και πιο πριν νομίζω. Ήταν ο μεγάλος ο Μανόλης. Μετά ήρθε ο Βαγγέλης […]. Τώρα μαζί με μας έχουμε ένα ξάδερφο. Πολύ καλός. […]. Ασχολείται πολύ με τα παραδοσιακά αυτός […]. Κότορος [το όνομά του] […]. Αθήνα, Αθήνα μένει.

Με την κομπανία είχε παίξει και ο πατέρας τους Σταύρος Γιαμαίος [βιολί], σε γάμους του νησιού:

Τώρα, όταν ξεκινήσαμε πια και είχαμε φτιάξει την ορχήστρα και ο μπαμπάς ακόμα έπαιζε - δεν τα έχει αφήσει - είχαμε κάνει κάνα δυο γάμους έτσι μαζί εδώ με τον μπαμπά. Έπαιζε βιολί κείνος, λίγο εγώ, γιατί είχα πρωτοξεκινήσει, λίγα πράγματα, και έπαιζα και ’γω τα κομμάτια που ήξερα.

Στη Σάμο η κομπανία είναι γνωστή ως:

…. Γιαμαίοι. Έτσι μας ξέρουνε. Λένε: ‘Θα ’ρθουνε οι Γιαμαίοι από το Αγαθονήσι ή τα παιδιά από το Αγαθονήσι’.

Ο Ιωάννης Γιαμαίος αν και έχει παίξει και με άλλους μουσικούς της Σάμου, ωστόσο επιλέγει να συνεργάζεται σταθερά με τα αδέρφια του. Ο ίδιος αναφέρεται στους λόγους:

[Με άλλους μουσικούς] έχω παίξει, αλλά όχι επαγγ[ελματικά], δηλαδή συνέχεια. Να τύχει να πάω σε ένα γάμο που είναι μία άλλη ορχήστρα, έχω πάει να παίξω. Αλλά δε θέλω να χαλάσω [την ορχήστρα]. Θέλω να ’μαι με τα αδέρφια μου. Γιατί το να φεύγω εγώ να πηγαίνω στη μια ορχήστρα, [και να] φεύγει ο άλλος στην άλλη, χαλάει το θέμα […]. Μόνο τώρα σε κάποια περίπτωση που είναι κάποιος φίλος και παντρεύεται ή έχει άλλη ορχήστρα, γιατί δεν μπορούσαμε εμείς και να πάω εγώ να παίξω μία ώρα, ξέρω ’γω, [τότε] έτσι πάω […]. Να μου πεις χάνεις αρκετά. Άμα το δεις οικονομικά, χάνεις πολλά λεφτά, δηλαδή θα μπορούσα εγώ το χειμώνα να πηγαίνω με δύο-τρεις διαφορετικές ορχήστρες - γιατί δεν έχει βιολιά - αλλά δεν το κάνω. Δεν πάω. Προτιμώ να παίξω με τα αδέρφια μου.

Άλλα ονόματα μουσικών που αναφέρθηκαν από τον Ιωάννη Γιαμαίο είναι:


• Σταθερές μουσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε/συμμετέχει

Σταθερή δραστηριότητα για τον ίδιο αποτελεί το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα στο Αγαθονήσι:

Στ’ Αγαθονήσι ξεκίνησε του Αγίου Παντελεήμονα […] πριν 15 χρόνια. Ναι, δεν υπήρχε πανηγύρι, αλλά κάποια αδέρφια εκεί τάξανε - κάνανε την εκκλησία - [ότι] θα γίνει το πανηγύρι. Φέρανε δυο - τρεις χρονιές αυτοί συγκρότημα από την Πάτμο - που είναι πάλι οικογένεια και αυτοί, είναι πατέρας με τα παιδιά, παίζουνε παραδοσιακά - δυο - τρεις χρονιές [και] μετά ξεκινήσαμε εμείς και το συνεχίσαμε.

Περιοχές της Σάμου που παίζει τακτικά τα τελευταία χρόνια είναι:

…. ο Πλάτανος είναι τέταρτη χρονιά που πάμε. Τον Όρμο είχαμε του Μαραθοκάμπου […]. Και εκεί πηγαίναμε αρκετά χρόνια στον Όρμο. Το Πυθαγόρειο, 6 Αυγούστου που γιόρταζε της Μεταμορφώσεως.

• Σημαντικοί σταθμοί και γεγονότα στην επαγγελματική του ζωή ως μουσικός

Cd δεν έχουμε κάνει επαγγελματικά, να κάτσουμε να γράψουμε σε στούντιο και τέτοια. Έχουμε κάνει από γλέντια […]. Πρέπει να κάνουμε, αλλά για να κάνεις ένα cd, τώρα ή θα ασχοληθείς και θα πεις: ‘Θα κάνω ένα cd και θα παίξω παράδοση, να κάνω ένα cd με παράδοση, να δείξεις το ύφος τι μπορείς να παίξεις. Παραδοσιακά όμως παίξιμο’. Να κάνεις ένα άλλο cd με χορευτικά της εποχής και αυτά που ζητάει ο κόσμος ή να κάνεις ένα cd δικό σου, με δικά σου τραγούδια […]. Να βρεις στιχουργούς, μουσικούς, μουσικοσυνθέτες, να τα πάρεις και να τα τραγουδήσει ο αδερφός μου, ξέρω ‘γω, που τραγουδάει και να τα εκτελέσεις εσύ […]. Το σκέφτομαι. Το σκεφτόμαστε και νομίζω ότι θα το κάνουμε κάποια στιγμή. Και πρέπει να το κάνουμε.

• Από πού προμηθευόταν/προμηθεύεται μουσικά όργανα

Το βιολί που έχει ο Ιωάννης Γιαμαίος για επαγγελματική χρήση είναι το δεύτερο βιολί που χρησιμοποιούσε ο πατέρας στο Αγαθονήσι. Ο ίδιος εξιστορεί τον τρόπο με τον οποίο το απέκτησε:

Λοιπόν, το βιολί το δεύτερο [του πατέρα του] το έχω εγώ. Δε μου το ’δωσε, κάνεις. Το πλήρωσα 600.000 [δραχμές] αυτό το βιολί […]. Το βιολί αυτό θυμάμαι όταν έπαιζε ο πατέρας μου - και ήμουνα εγώ και τον άκουγα - έλεγε: ‘Το βιολί κάτι έχει, τρίζει. Δεν μπορώ να καταλάβω τι έχει’. Του είχε ανοίξει πίσω και δεν το είχε δει. Όπως καθόμουνα εγώ έτσι το είδα από την πίσω πλευρά και του λέω: ‘Μπαμπά, το βιολί έχει σπάσει’. Το βλέπει ο πατέρας μου σπασμένο το βιολί [και λέει]: ‘Πω, δεν κολλάει εκεί όπως είναι’ και το πέταξε. Το βιολί το πέταξε. Το βάζει στην αποθήκη […]. Αλλά δεν ήξερε την αξία του όμως. [Κάποια στιγμή] Ήρθε κάποιος έμπορας στ’ Αγαθονήσι και λέει: ‘Έχεις τίποτα παλιά να μου δώσεις;’. Τότε φτώχεια, παιδιά. ‘Ό,τι παλιά πάρε, πάρε, πάρε’. Βλέπει και το βιολί ο άλλος και λέει: ‘Αυτό τι είναι;’. ‘Ας το, μωρέ, το βιολί μου είναι σπασμένο, τι να το κάνεις;’. ‘Να το δω’ λέει ο άλλος. Το ανοίγει, το βλέπει [και λέει]: ‘Όχι, θα το πάρω και αυτό’. ‘Μα δεν το δίνω αυτό’. ‘Βρε ας το, θα στο πάρω, θα σου δώσω λεφτά’. Τον πληρώνει, τον έπεισε τον πατέρα μου. Έρχεται εδώ στη Σάμο, το φτιάχνει [και] το δίνει στους Μυτιληνιούς [χωριό της Σάμου] σε κάποιον - ο οποίος δεν ξέρω ποιος είναι - για να μάθει ο γιος του. Από κει κατέληξε στα χέρια ενός άλλου έμπορα, ο οποίος μαζεύει αντίκες και έχει ένα μαγαζί στη Νεάπολη, εδώ στη Σάμο. Και ήταν το βιολί εκεί. Εγώ χωρίς να ξέρω το βιολί που βρίσκεται του πατέρα μου ήμασταν στην οικοδομή με το γιο του και μου λέει: ‘Έλα να δεις ένα βιολί που έχει ο πατέρας μου. Να ’ρθεις να το δεις’. Πάω εγώ εκεί, σπασμένο το βιολί, ανοιγμένο. Βάζω μια χορδή απάνω, δύο, το κουρδίζω, ακούω τον ήχο του πολύ γλυκό ήχο, πολύ καλό. Του λέω: ‘Θα το πάρω’. ‘600.000 [δραχμές]’ μου λέει. ‘600.000 [δραχμές] αυτό; Δεν το παίρνω με τίποτα’. Και έφυγα. Μη στα πολυλογώ, ξαναεπιστρέφω με λεφτά στα χέρια. Του λέω: ‘Τόσα και το παίρνω’. ‘Παρ’ το’. Παίρνω το βιολί, το στέλνω σε αυτόν το ξάδερφο μου στην Αθήνα, μου το φτιάχνει, το εκτιμάει ο μάστορας, γύρω στο εκατομμύριο [δραχμές] ότι αξίζει το βιολί και μου το ’στειλε εδώ. Έρχεται ο μπαμπάς μου στη Σάμο, στο σπίτι μου που έμενα στο Βαθύ, μου λέει: ‘Για να δω αυτό το βιολί που έπιασες και το πλήρωσες τόσα λεφτά’. Μόλις το βλέπει λέει: ‘Ρε, συ Γιάννη αυτό είναι το βιολί μου’. ‘Α, ο έμπορος μου είπε ότι είναι από Αθήνα, το βρήκε, λέει, στην Αθήνα και το έφερε στη Σάμο’. Λοιπόν, αφού το λέει ο μπαμπάς μου, επέμενε ο μπαμπάς ότι αυτό είναι το βιολί μου, να το σπάσιμο, να και το άλλο σπάσιμο, είχε κάποια συγκεκριμένα σπασίματα, του λέω: ‘Θα πάω να το μάθω’. Φεύγω επί τόπου και πάω σε αυτόν και λέω: «Με το βιολί είμαι πολύ ευχαριστημένος, αλλά θέλω να μου πεις κάτι. Θέλω μια αλήθεια. Το βιολί από πού το πήρες;’. ‘Από δω το πήρα από τους Μυτιληνιούς, από τη Σάμο’. Πάω το λέω στον πατέρα μου, μου λέει: ‘Αυτή είναι η ιστορία, έτσι και έτσι’ και το βιολί ξανάπεσε στα χέρια μου […]. Δεν είναι πολλά χρόνια. Τρία-τέσσερα χρόνια είναι που το βρήκα […]. Και από τότε […] είχα άλλο ένα βιολί, δεν παίζω με εκείνο, το ‘χω στην άκρη. Παίζω μ’ αυτό. Καλό, εντάξει, δεν είναι το πανάκριβο όργανο, αλλά είναι καλό.

• Τοπικές δράσεις

Ο Ιωάννης Γιαμαίος έχει παίξει σε αρκετά χωριά της Σάμου. Ο ίδιος αναφέρει:

Δεν πάμε σε όλα. Δεν έχουμε πάει σε όλα, όχι. Σε πολλά, σε πολλά χωριά. Εμείς στα περισσότερα και στα μεγαλύτερα έχουμε πάει. Βαθύ περισσότερο κινιόμαστε. Καρλόβασι όχι τόσο. Καρλόβασι, στα χωριά του Καρλαβάσου. Λέκκα, Μαραθόκαμπο, Πλάτανο, Κοντέικα, Σταυρινίδες, Άμπελο. Έχουμε πάει σε αρκετά.

• Υπερτοπικές δράσεις

Ο Ιωάννης Γιαμαίος έχει παίξει σε γλέντια και διασκεδάσεις που διοργανώνονται και σε άλλα νησιά του Αιγαίου. Ο ίδιος αναφέρει:

Ε, ναι, πάμε. Πολύ πάμε στους […], Φούρνοι Ικαρία, Πάτμο. Δωδεκάνησα περισσότερο, Λέρο, Κάλυμνο όχι τόσο, γιατί είναι τα παιξίματα διαφορετικά εκεί.

Για τον τρόπο διασκέδασης στην Ικαρία περιγράφει:

Έχω πάει σε γάμο στην Ικαρία και έχει πάει μία η ώρα, μιάμιση, και δεν έχει σηκωθεί άνθρωπος από την καρέκλα. Και λέω του αδερφού μου: ‘Τι ήρθαμε. Αποτυχία. Θα φάμε ξύλο απόψε’. Μας κοιτάζανε […]. Βέβαια δείχνανε ότι διασκεδάζανε, αλλά δε χορεύανε. Και στις μιάμιση η ώρα σηκώθηκε όλη η πλατεία απάνω […]. Έκανα το σταυρό μου. Έτσι αργά. Θα φάνε με το πάσο τους. Θα φάνε, θα πιούνε ήρεμοι […]. Και ξαφνικά όλοι πάνω, λες και ήταν συνεννοημένοι όλοι.

Για τις επισκέψεις του, στους Φούρνους αναφέρει:

Πήγαμε σε ένα πρώτο γλέντι, Παναγιάς ήτανε, Δεκαπενταύγουστο, και μετά πηγαίναμε για πολλά χρόνια εκεί. Τέσσερα-πέντε χρόνια, Χριστούγεννα, όλες τις γιορτές Χριστουγέννων, μέχρι τα Θεοφάνια, του Αϊ Γιαννιού, Πάσχα τα ίδια, πολλά χρόνια. Πολλοί γλεντζέδες οι Φουρνιώτες πάρα πολύ.

• Ρεπερτόριο

Το ρεπερτόριο του Ιωάννη Γιαμαίου περιλαμβάνει, κυρίως, νησιώτικα τραγούδια:

Εγώ εκεί κλίνω [στα νησιώτικα], δηλαδή αν μου δώσεις ένα νησιώτικο, ας είναι δύσκολο, το νησιώτικο ύφος θα το πιάσω κατ’ ευθείαν. Το δημοτικό δεν μπορώ. Δημοτικό εννοώ τα τσάμικα, τα […] ειδικά τα θρακιώτικα […]. Παίζω κάποια κομμάτια, αλλά το ύφος, τέλος πάντων, αλλά δε μου βγαίνει όπως το νησιώτικο […]. [Παίζει και τραγούδια για τους ψαράδες] …παραδοσιακά, Κονιτοπουλαίικα. Τώρα […] ή την ‘Τράτα μας την κουρελού’ που είναι παραδοσιακό, ‘Εγώ είμαι ενός ψαρά παιδί και με ζηλεύει όποιος με δει’, ‘Του ψαρά του κανακάρη’. Αυτό είναι και Καλύμνικο, το χορεύει και η Κάλυμνος αυτό. ‘Του ψαρά παιδί’ νομίζω είναι ο τίτλος του έτσι.

Τα τελευταία χρόνια, λόγω της επαγγελματικής του δραστηριότητας στη Σάμο, παίζει και τοπικά τραγούδια του τόπου, καθώς σκοπούς του Βορειοανατολικού Αιγαίου. Ο ίδιος επιλέγει να εμπλουτίζει το ρεπερτόριο του ακούγοντας εκτελέσεις άλλων μουσικών από CD:

Παίζω κάποια κομμάτια ‘γω [αναφέρεται σε τραγούδια της Σάμου που παίζει]. Έχω περάσει τώρα λόγω που ασχολούμαι με τα χορευτικά, αλλά εντάξει όχι πολλά - πολλά πράματα. Λείπουνε πολλά και να σας πω εχθές συγκεκριμένα στο χορό που ήμουνα μου ζητήσανε κομμάτια που δεν τα ήξερα και ζήτησα cd, να τα βρω. Πρέπει να τα βρω […]. Τώρα έχω περάσει κάποια Bορειανατολικού Aιγαίου. Μυτιλήνης, Χίου δυο - τρία κομμάτια και τα παίζω. ‘Τα ξύλα’ [από Λέσβο], της Χίου αλλά δε θυμάμαι πώς λέγεται το τραγούδι. Αυτό νομίζω το παίζουνε στη Χίο στους γάμους - αν θυμάμαι καλά. Κάποιος καπετάνιος που ήταν σε ένα καραβάκι και ήμασταν φίλοι και είχαμε ταξιδέψει πολλές φορές και παίξαμε στο καράβι και του το έπαιξα, μου λέει: ‘Αυτό το παίζουμε στους γάμους στη Χίο αυτό το κομμάτι’. Το ’χω περάσει από τον Οικονομίδη το Νίκο. Ο Οικονομίδης ο Νίκος, ένα άλλο βιολί πολύ καλός και αυτός, ασχολείται με την παράδοση και έβγαλε ένα cd με τέτοια κομμάτια, τραγούδια Ανατολικού Αιγαίου, και τα έχω περάσει αυτά. Το ‘Πλατανιώτικο’ έχει μέσα, έχει της Μυτιλήνης τα ‘Ξύλα’, έχει αυτό […], δυο χιώτικα. Τι άλλο έχει; Δε θυμάμαι. Α, ‘Ικαριώτικο’, την εκτέλεση την παραδοσιακή της Ικαρίας.

Ο ίδιος αναφέρει ενδεικτικά τίτλους τραγουδιών που συνηθίζει να παίζει σε γλέντια και διασκεδάσεις:

Το συλιβριανό, Μπάλο, συρτοπολίτικο, τέτοια κομμάτια […]. Το ‘Βάγια στρώστε, το ‘Πλατανιώτικο νερό’ […]. Το ‘Παλαιά μου βάσανα’, το κυκλαδίτικο. Η ‘Βλάχα’, ‘Βλάχα Νάξου’. Το τοπικό δεν το ξέρω. Και μου το ζητήσανε και χτες. Και τώρα έχω πει [ότι] πρέπει να βρω ένα cd, να τα περάσω αυτά. Γιατί πια παίζουμε στη Σάμο, εδώ δουλεύουμε. Και πρέπει […] όχι μόνο αυτό, έχει και ένα άλλο κομμάτι, τα ‘Πρωτοβρόχια’, ένα πολύ ωραίο κομμάτι σαμιώτικο, το οποίο πρέπει να το βρω και αυτό. Αυτά τα έπαιζε κάποιος Σεβαστάκης.

Για τη σειρά των τραγουδιών στη νησιώτικη κομπανία των ‘Γιαμαίων’ αναφέρει:

Μπουζούκι βάζουμε. Μπαίνει το μπουζούκι λίγο, παίζει καμιά ωρίτσα εκεί στην αρχή διάφορα. Εμείς δουλεύουμε για το είδος, δηλαδή ξέρει ο άλλος [ότι] παίρνει τους Γιαμαίους για βιολί, για συρτά, για νησιώτικα. Και έτσι βάζουμε το μπουζούκι λίγο στην αρχή και μετά βγαίνει το βιολί στο κυρίως θέμα. Βάρα όλη νύχτα βιολί εκεί χορό [Τελειώνουνε] Ε, με παραδοσιακά. Δεν έχει […]. Παραδοσιακά τελειώνουν ‘Στο πα και στο ξαναλέω’, το ‘Τζιβαέρι’ και τέτοια. […]. Συνήθως, εδώ οι λαϊκές ορχήστρες τελειώνουνε με αυτά τα ‘Στέφανα’, Χριστοδουλόπουλο. Ωραία, προς θεού. Αλλά εμείς διαφορετικά. Εμείς τελειώνουμε με το ‘Τζιβαέρι’, ‘Στο πα και στο ξαναλέω’, τέτοια παραδοσιακά κομμάτια.

Για τις ‘παραγγελιές’ των γλεντιστών στην κομπανία, καθώς και για τον τρόπο οργάνωσής της αναφέρει:

Όσο μπορούμε κρατάμε τη σειρά. Δεν έχει τέτοια. Δε δείχνουμε […] δηλαδή αν θα ’ρθει κάποιος, δε δείχνουμε ότι θα παίξουμε σε αυτόνα. Τον αφήνουμε, φεύγει και το βάζουμε με τρόπο. Δηλαδή καθώς χορεύουνε όλοι, μπαίνει το κομμάτι, χωρίς να δείξουμε ότι το βάλαμε, γιατί μετά [είναι] σκότωμα. Θα ’ρθουν όλοι, όλοι. Τώρα σε κάποια χωριά που παίζουμε πολλά χρόνια, όπως είναι ο Πλάτανος, που παίζουμε την Παρασκευή, που ’μαστε γνωστοί πια στον κόσμο και γνωρίζουμε τα παιδιά, τον κόσμο εκεί, εντάξει. Αργότερα βάζουμε κάποιες επιθυμίες, κάποια ζεμπέκικα και κάποια συρτά που θέλουνε. Αλλά πάλι, σας λέω, επιφυλακτικά. Όχι […] ήρθε ο ένας, ήρθε ο άλλος βάλε. Όχι. Με τρόπο. Φεύγει, δεν του λέμε τίποτα, εκεί που χορεύει θα μπει το κομμάτι του [...]. [Τις παραγγελιές της κρατάει] το μπουζούκι, επειδή παίζουμε πολύ νησιώτικο. Ο αδερφός μου ο μεγάλος γράφει. Δύσκολο. Να παίζεις, να τραγουδάς και να ’ρχονται να σου λένε και άντε να θυμάσαι να τραγουδήσεις και να γράψεις παραγγελίες. Κούραση πολλή.

• Αμοιβή

Ο πατέρας του Ιωάννη Γιαμαίου αμειβόταν με ‘χαρτούρα’, δηλαδή με χρήματα που δίνανε στους μουσικούς όσοι από τους γλεντιστές ήθελαν να χορέψουν:

Ναι, ‘χαρτούρα’. ‘Χαρτούρα’, παραγγελιά: ‘Παίξε αυτό’. Αλλά δεν είχανε, ο κόσμος δεν είχε απαιτήσεις. Όλη τη νύχτα μπορεί να άκουγες πέντε - δέκα κομμάτια, παραπάνω δεν άκουγες. Τα ίδια και τα ίδια όλη νύχτα […]. Τώρα, χθες που είχαμε πάει στη βάφτιση, βρήκαμε κάποιο κύριο από τη Σάμο, ο οποίος έκανε εμπόριο ζώων, [και] ερχόταν Αγαθονήσι και έπαιρνε μοσχάρια, γίδια και πήγε και στον πατέρα μου και θυμάμαι [ότι] του πούλησε ο πατέρας μου κάποια γελάδια 15.000 [δραχμές] τότε και έβαλε τον πατέρα μου να παίζει βιολί το βράδυ και τα πήρε. Όχι τα πήρε, τα έριξε […]. 15 χιλιάρικα, εγώ ήμουνα πιτσιρίκι. Πρέπει να ’ταν το 1975, πέντε χρονών, έξι χρονών [ήταν].

Για τις αμοιβές της κομπανίας σήμερα αναφέρει:

Εδώ δουλεύουμε μεροκάματο. [Συνεννόηση] Όχι με το κέντρο. Με το σύλλογο ή με το γάμο […]. Στους Φούρνους, όταν πηγαίναμε Πάσχα, εκεί Χριστούγεννα που παίζαμε πηγαίναμε με νούμερα. Μάλλον, όχι με νούμερα, πηγαίναμε με ονόματα. Είσαστε μια παρέα εσείς παίρναμε [και] το όνομα σου, γιατί δουλεύαμε με χαρτούρα.

• Κρίσεις για άλλους μουσικούς

Ο Ιωάννης Γιαμαίος αναφέρεται σε μουσικούς που ο ίδιος διακρίνει. Ενδεικτικά παρουσιάζονται οι ακόλουθοι: