|
Λεβισιανός Μανώλης | Σάμος | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Άνω Βαθύ, Σάμος
• Χρόνος γέννησης

1953
• Ιδιότητα

Πρακτικός οργανοπαίχτης. Παίζει τσαμπούνα

• Γονείς

Από την οικογένεια του Μανώλη Λεβισιανού με την τσαμπούνα είχαν ασχοληθεί ο πατέρας του, Γιάννης Λεβισιανός, και ο παππούς του, Μανώλης Λεβισιανός:

Έπαιζε ο παππούς μ’ [......] Μετά ο πατέρας μ’, και έβλεπα τον πατέρα μ’ και [.....] μ’ άρεσε κι εμένα και [....] το ’πιασα.

Για την καταγωγή τους αναφέρει:

Απ’ το Λεβίσ’, απ’ το Λεβίσι ήρθε. Ο παππούς. Ο προπάππους […] Από δω πίσω. Έχει ένα χωριό, Λεβίσι λέγεται και πήραμε και τ’ όνομα Λεβισιανοί.

Η ενασχόληση με το όργανο αποτελούσε για τους ίδιους ερασιτεχνική δραστηριότητα, ενώ ως κύριο επάγγελμα είχαν την κτηνοτροφία:

Εδώ δεν ήμασταν επαγγελματίες. Ερασιτέχνες. Απλώς είχαμε τότες τα κατσίκια και [παίζαμε]. Και τσαμπούνα δω τότες οι παλιοί [....] παίζαν οι βοσκοί. Κι ακόμα δε [....] εδώ, οι βοσκοί κρατάνε την τσαμπούνα. Δε [....] ξέρει άλλος την τσαμπούνα.

• Οικογενειακή κατάσταση

Ο Μανώλης Λεβισιανός παντρεύτηκε το 1979. Από τον γάμο του απέκτησε μια κόρη και έναν γιο. Η σύζυγός του, Παρασκευή, κατάγεται κι αυτή από τη Σάμο:

Σαμιώτισσα το σόι τ’ς. Είναι απ’ το βουλευτή το Σοφούλ’ που αν έχετε ακουστά. Είναι σόι.

• Άλλο παράλληλο ή κύριο επάγγελμα

Βασική επαγγελματική δραστηριότητα αποτελεί για τον ίδιο η κτηνοτροφία:

Έτσι ξεκίνησα, κτηνοτρόφος. Τρίτη γενεά εγώ. Τρίτη γενεά εγώ.

• Διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο

Στο στρατό ο Μανώλης Λεβισιανός συνέχισε να παίζει τσαμπούνα. Ο ίδιος αναφέρεται ενδεικτικά σε έναν χορό που έπαιξε στην Θεσσαλονίκη:

Ήμανα στο Κιλκίς κι είχ’ ένα Σαμιώτη λοχαγό εκεί. Ε και [τότε] του λέω του πατέρα μου να στείλ’ τη τσαμπούνα. Ήταν Απόκριες [....]. Εγώ είχα μεγάλη μανία με τη τσαμπούνα, δηλαδή κάθε μέρα παίζω τσαμπούνα πώς να στο πω; Μ’ αρέσ’! Και μ’ τ’ν έστειλε μ’ ένα πακέτο και βγήκα εκεί να τη φουσκώσω. Χαρά εμένα! Και μ’ άκ’σε ο λοχαγός χωρίς να ξέρω ’γω ότι ήταν [Σαμιώτης]. Ήταν σε άλλο λόχο. Και με φώναξε αυτός και λέω ‘Καμπάνα θα φάω’. [Και] μου λέει ‘Από πού είσαι;’ Λέω ‘Απ’ τη Σάμο’, ‘Από ποιο μέρος;’, ‘Απ’ το Πάν’ Βαθύ’ λέω. Μ’ λέει ‘Εγώ ξέρ’ από πού είμ’;’ Εε ... και τότ’ς ήταν τα πράγματα λίγο [....] δύσκολα, το εβδομήντα τρία […]. Λέει ‘Απ’ το Καρλόβασι εγώ’. Απ’ τα Κονταίικα ήτανε, όχι απ’ το Καρλόβασ’. Απ’ τα Κονταίικα. Κοντάκης λεγόταν. Ένας ψηλός ήταν εκεί [....]. Μου λέει ‘Θα κάνουν ένα χορό στη Θεσσαλονίκη. Θα σε πάρω να παίξ’ς τσαμπούνα’. Ε, φοβισμένος ’γω λέω ‘Εντάξ’ θα ’ρθω’ […]. Παίζανε φαντάροι κει στην ορχήστρα [αλλά] αυτός ήθελε να κάμει σορπράιζ [surprise] […]. Με φώναξε κει […] βγήκα και έπαιξα. Άμα μαζευτήκανε και χορεύανε, μ’ λέει αυτός ‘Θα λες και αποκριάτικα’. Α, λέω ‘Θα φάμε δω [....]’. μ’ λέει ‘Εγώ καθαρίζω. Μη στεναχωριέσαι’. [....] Κι όμως εκεί που πήγα -το λέω και ανατριχιάζω τώρα- όλος ο κόσμος τα ’θελε αυτά τ’ αποκριάτικα που ’παμε.

Στην διάρκεια της θητείας του γνωρίστηκε με έναν φαντάρο από Νάξο που ήξερε τσαμπούνα. Μαζί παίζανε για 20 περίπου ημέρες:

[…] Υστερ’ από κει φύγαμε. Γίνηκ’ επιστράτευση και πήγαμε στον Έβρο και παίξαμε εκεί μαζί με έναν Ναξιώτη. Παίζαμε μαζί. Ε, καλός τσαμπουνιάρης κι αυτός. Μικρός, πιτσιρικάς, δηλ’δή, στην ηλικία μας […]. Εν τω μεταξύ εκεί πάνω την έχασα την τσαμπούν’ αυτή. Μ’ τ’νε κλέψανε. Ε, τώρα έγινε που έγιν’ επιστράτευσ’ ξέρω γω, κάπου έπεσε […] πάει, την εχάσαμε […].
[…] Δεν παίξαμε πολύ καιρό μαζί. Κάπου είκοσι μέρες ήμαστανε μαζί εκεί. Και ύστερα χωρίσαμε, φύγαμε, χαθήκαμε. Έγινε επιστράτευση, εγώ [....] πήγ’ αλλού, αυτός πήγε αλλού […] αλλά άλλα τραγούδια έπαιζα εγώ και άλλα αυτός.