|
Πούλης Λευτέρης | Ικαρία | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Μανδριά, Ικαρία
• Χρόνος γέννησης

1949
• Στοιχεία καταγωγής

Ο Λευτέρης Πούλης (με το προσωνύμιο «Σκάτζακας»), είναι επαγγελματίας μουσικός και παίζει βιολί: «Το όνομά μου είναι Λευτέρης, το παρόνομα [επίθετο] Πούλης. Εγώ κρατάω από προσφυγική οικογένεια, η γυναίκα μου είναι από εδώ από τα Μαντριά, εδώ παντρεύτηκα. Παντρεύτηκα σε μικρή ηλικία, έκανα οικογένεια. Ζω εδώ, όχι πάντα, φεύγω για τις δουλειές αυτές που κάνω […]».

Οι μουσικοί της οικογένειας του: «Οι παππούδοι μου ξέρω ’γω, οι θείοι μου, ήταν όλοι, όλοι μουσικοί. Όχι όλοι, αλλά και ο πατέρας μου έπαιζε και ο παππούς μου έπαιζε και ένας θείος μου έπαιζε βιολί […]. Ο πατέρας μου ναυτικός ήτανε, τράτα είχε [και] έπαιζε μαντολίνο […]. Ο πατέρας μου ήταν Καστελοριζός, η μητέρα μου ήταν από την Ικαρία, από το Φραντάτο […]».

Ξεκίνησε την ενασχόληση του με τη μουσική από μικρή ηλικία: «Εγώ από μικρό παι[δ]άκι, εγώ από μικρό παι[δ]άκι που πρωτό – ξεκίνησα, είχα μια γιαγιά η οποία […], είχαν πεθάνει οι γονείς μου, η μητέρα μου είχαν [είχε] πεθάνει πολύ νέα, 38 χρονώ[ν]. Και έμεινα εγώ τώρα στο Φραντάτο, σε ένα χωριό, [σ]το οποίο ήταν η γιαγιά μου δασκάλα εκεινής της εποχής […]. Και μετά στα 10-11 [χρόνια] μου πήραν ένα βιολί, κάποια θεία μου εκεί πέρα, και ξεκίνησα. Στα 15 μου χρόνια πήγα στο πανηγύρι και έτσι ξεκίνησα σιγά-σιγά μόνος μου χωρίς να μου δείξει μία -ένας άνθρωπος- μια νότα, ένας άνθρωπος […]. Ε, μετά που μεγάλωσα ας πούμε, που βγήκα έξω, που έκανα με μουσικούς παρέα […]. Αλλά είχα ξεκινήσει μόνος μου όμως». Στην Αθήνα που πήγαινε: «Μετά κάθισα κάτω με τους μουσικούς και έμαθα αυτά που έπρεπε να μάθω, ας πούμε. Αλλά είχα μάθει, είχα ξεκινήσει το βιολί, έπαιζα κανονικά».

Η επαγγελματική του ενασχόληση με τη μουσική: «Επάγγελμα, σχεδόν όλα τα κάνω, αλλά το κύριο μου […], η κύρια μου δουλειά είναι αυτή [η μουσική], γιατί δεν ζω μονάχα από την Ικαρία εδώ. Ε πάω και έξω, πάω στην Αμερική, πάω […]».

Για τις υπερτοπικές του δράσεις σε σχέση με τη μουσική και για τις ηχογραφήσεις που έχει κάνει, ανέφερε: «Και στη Σάμο, και στους Φούρνους, και στη Μύκονο έχω δουλέψει, και στη Σύρα έχω δουλέψει, και στην Τουρκία έχω πάει, και στην Ιταλία έχω πάει, και στην Αμερική, σε διάφορα μέρη έτσι […]. Τώρα μου ’χουνε πει να πάω στην Αυστραλία που θα γίνει το Καριώτικο γλέντι εκεί […]. Το καλοκαίρι δουλεύω πολύ ναι, και το χειμώνα δουλεύω. Κάνουμε γάμους, χοροεσπερίδες, πάω στην Αθήνα σε συλλόγους, ε, αυτά […]. Έχω κάμει cd να πούμε, έχω στην Αμερική ένα […], ναι, έχω κάμει πολλά. Τώρα κάνω ένα καινούργιο, που θα κυκλοφορήσει σύντομα, με τα παιδιά. […]. Ένα άλλο cd πάλι, το ‘Σύμβολο’ που έχει γράψει τους στίχους ο Μαγκλάρας, ένας συνθέτης. Για την Ικαρία λέει πολλά τραγούδια, δεν είναι της Ικαρίας τραγούδια, αλλά λέει για την Ικαρία συνέχεια […]».

Συνεργάστηκε με πολλούς μουσικούς: «Έχω δουλέψει με πολλούς [μουσικούς]. Έχω κομπανία μαζί μου και έχω και καλούς μουσικούς τώρα μαζί μου […]. Έχω λαούτο, έχω ούτι, μπουζούκι, ε, το μπουζούκι δεν παίζει συνέχεια, τα ρεμπέτικα που παίζει. Κλαρίνο, κιθάρα και μια κοπέλα που [τραγουδάει]. [Παλαιότερα] είχα πάρει και τσαμπουνοφυλάκα […], έπαιζε έναν Καριώτικο. Την σύζυγό μου την είχα [στην κομπανία μου] όταν ήμασταν νεαροί, έπαιζε λαούτο. Εγώ της είχα δείξει τις αλλαγές του λαούτου […], και ερχότανε μαζί μου και με βοηθούσε. Ύστερα βέβαια που έκαμε οικογένεια δεν την […], έκαμα ορχήστρα […]. Ναι με συνόδευε, ήτανε δυναμική ως άνθρωπος […]. Εγώ ξεκινάω μ’ ένα ταξίμι που λένε, ξέρεις ταξίμι. Αυτό είναι προσωπικό του καθενέ. Μετά αποδίδει ο άλλος -πάλι στον ίδιο δρόμο- το δικό του κομμάτι, ο κιθαρίστας το δικό του και έτσι αρχινάμε σιγά-σιγά».

Για τους ευρωπαϊκούς χορούς που παίζονται στην Ικαρία, και για τα πανηγύρια ανέφερε: «[…] Ταγκό, πόλκα, λίγο βαλς, φοξ αγκλέ, τα χορεύανε […]. Και ακόμα τώρα μου λένε ‘Παίξε και κανένα ταγκουδάκι να χορέψουμε, να πούμε’ […]. Είχε από τότες συλλόγους και κάνανε τα πανηγύρια. Αλλά το πανηγύρι στην Ικαρία δεν είναι εκμεταλλεύσιμο σαν πούμε έξω [όπως εκτός Ικαρίας], τ’ άλλα τα πανηγύρια. Το πανηγύρι στην Ικαρία το κάνανε οι συλλόγοι, του κάθε χωριού, για να μαζεύουνε χρήματα […]. Ένα μυστήριο πράγμα. Παίζω στην Ακαμάτρα σε ένα πανηγύρι που είχε 4000 κόσμο -δηλαδή δεν είναι Ικαριώτες όλοι, αυτοί είναι ξένοι άνθρωποι οι πιο πολλοί- βλέπεις και η ορχήστρα παίζει απ’ όλα τα τραγούδια και ρεμπέτικα και λαϊκά και νησιώτικα […]. Μόλις πιάνω το δοξάρι μου στον Καριώτικο, σηκώνονται όλοι [να χορέψουν]. Ο Καριώτικος, όταν ήταν η Ικαρία επί τουρκοκρατίας χορευότανε ο Καριώτικος σταυρωτά. Δηλαδή ήτανε τα δεσμά, ας πούμε. Έδειχνε ότι ο χορός αυτός ήτανε κάπως σκλαβωμένος, όπως ήτανε η Ικαρία. Μετά που απελευθερώθηκε η Ικαρία πιαστήκανε από τον ώμο έτσι […]. Εδώ προχτές έπαιξα με το Λύκειο Ελληνίδων που χορέψανε, [και] ήτανε σταυρωτός ο Καριώτικος […]. Εγώ έχω βάλει πάρα πολλά στον Καριώτικο μέσα […]. Δεν ήξερα [μόνος μου] να τα βάλω -να μην είμαστε τώρα- […]. Έβλεπα τους ανθρώπους που χορεύανε -είχε κάτι γερόντια που κάνανε κάτι στροφές, το οποίο εγώ κάπου έφευγα που τον έβλεπα- και έβαλα διάφορα μέσα και του ταίριαζε, ας πούμε, ταιριαζόταν, μέλωνε που λέμε εμείς […]. Κοίταξε να δεις να μην είμαστε εγωιστές, οι άνθρωποι αυτοί που ήταν οι γέροι [οι παλιότεροι οργανοπαίχτες] στηρίζεσαι εκεί απά[νω]».

Ο Καριώτικος: «Οι Ράχες -εδώ πάνω- είχανε […], ο μουσικός που έπαιζε, ο βιολιτζής έπαιζε Καριώτικο με τα ίδια βήματα πιο αργά με άλλα τσαλίμια. Εδώ πάλι προς το Φραντάτο ήταν ο ‘Τσαμούρικος’, ο ‘Περαμαρίτικος’, στον Άγιο [Κήρυκο] ήτανε ο ‘Φαναριώτικος’. Απ’ εκεί στο Καρκινάγρι ήτανε ο ‘Παπαδιώτικος’».