|
Φάκαρος Νίκος | Ικαρία | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Χριστός, Ράχες, Ικαρίας
• Χρόνος γέννησης

1978
• Στοιχεία καταγωγής

Ο Νίκος Φάκαρος είναι επαγγελματίας μουσικός με θεωρητικές γνώσεις μουσικής και παίζει βιολί: «Εγώ είμαι μουσικός […]. Προς το παρόν δεν έχω άλλο επάγγελμα εκτός από τη μουσική […]. Εγώ στην Αθήνα ζω, δε ζω [εδώ στην Ικαρία]. [Εδώ έρχομαι] το καλοκαίρι και το Πάσχα […]. Είχα πάει ένα χρόνο στη Βουλγαρία στο Πανεπιστήμιο, αλλά έφυγα από κει το 1996-1997. [Είχα πάει να σπουδάσω] μουσική, στο κονσερβατόριο […]. Και [μετά] κατέβηκα στην Αθήνα και πήγα στο Νάκα [ωδείο Φ. Νάκας] και έκανα μαθήματα εκεί. Πήρα πτυχίο παραδοσιακού βιολιού, ας πούμε […]. Έκανα [μαθήματα] με τον κύριο Μαρινάκη το Γιώργο […]. Είχα βέβαια, εκτός του παραδοσιακού βιολιού που τελείωσα, έχω τελειώσει και ειδικό αρμονίας. Ε, το ’χα αφήσει κάπου στη μέση αυτό και πήγα στρατό και μετά γύρισα και το τελείωσα».

Ξεκίνησε να παίζει βιολί στις αρχές της δεκαετίας του 1990: «Βέβαια, εγώ παίζω βιολί από το 1990 […]. [Ξεκίνησα σε ηλικία] 12 χρονών […]. Εγώ πως άρχισα; Ε, η συγχωρεμένη η γιαγιά μου μια μέρα πήγε στην Αθήνα και μου λέει: ‘Θες να σου φέρω κάτι;’. Λέω: ‘Θέλω να μου φέρεις ένα βιολί’. Και μου το έφερε, γιατί μου άρεζε πάρα πολύ και πήγαινα όταν παίζανε, ας πούμε, οι παππούδες σε πανηγύρια και πήγαινα και έβλεπα. Καθόμουνα δίπλα τους και έβλεπα και άκουγα. Και μου έφερε το βιολί η συγχωρεμένη η γιαγιά μου και ήρθε ο κύριος αυτός ο Καραγιαννάκης [μουσικός από Ράχες, βιολί] και το έφτιαξε και άρχιζα και το έπαιζα έτσι σιγά-σιγά […]. Ε, ανέβηκα πρώτη φορά στη σκηνή το 1992-1993. Το 1994 έπαιξα, ας πούμε, πρώτη φορά σε πανηγύρι».

Επαγγελματικά με τη μουσική, άρχισε να ασχολείται μετά την ολοκλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων: «Βέβαια και πριν το στρατό έπαιζα σε πανηγύρια, έπαιζα σε τέτοια […]. Παίζω από το 1994, ήταν η πρώτη φορά που έπαιξα, στο πανηγύρι και μετά με κάποια παιδιά, ας πούμε, παίζαμε. Τώρα έχω κάνει, ας πούμε, δική μου μπάντα και παίζουμε […]. [Αιτία που ξεκίνησα να παίζω επαγγελματικά ήταν] ότι μου άρεζε η μουσική. Ήτανε και η παρέα που ήμασταν με τα παιδιά απ’ το στρατό, γιατί όπως τελειώσαμε απ’ το στρατό ήρθαμε καλοκαίρι εδώ και παίζαμε […]».

Τα τελευταία 4-5 χρόνια συνεργάζεται με την ‘Αθηναϊκή Κομπανία’: «Εγώ δουλεύω με την ‘Αθηναϊκή Κομπανία’ τώρα τελευταία, τα τελευταία 4-5 χρόνια δουλεύουμε μαζί […]. Ε, η Αθηναϊκή κομπανία, είναι έτσι κομπανία […], η μοναδική μάλλον που διατηρήθηκε μέχρι τώρα […]. Εμείς γνωριστήκαμε [...], εγώ ήμουνα σ’ ένα μαγαζί στην «Κοκκινιώτισσα» -κάτω στη Νίκαια- και ήρθανε τα παιδιά κει και παίξανε και γνωριστήκαμε και από τότες έχουμε γίνει φίλοι ας πούμε και δουλεύουμε μαζί […]. Πριν δούλευα σε μαγαζιά άλλα […]». Για τις μουσικές του δράσεις ανέφερε ενδεικτικά: «Όπου μου πούνε θα πάω. Είχα πάει στη Φολέγανδρο, είχα πάει στη Μυτιλήνη. Τις προάλλες είχα πάει στη Λαμία να παίξω σ’ ένα πανηγύρι. Έχω πάει εκτός Ελλάδος, έχω πάει πολλές φορές στην Αμερική να παίξω σε χορούς, σε γάμους […]. [Στην Αθήνα παίζω και] σε χορούς που έχουνε σχέση με την Ικαρία […]. Γίνονται χοροί συνήθως εκεί, αρχίζουνε από το […], εκεί μετά την Πρωτοχρονιά, που γίνονται κοπές πίτας και μέχρι μετά τις Απόκριες γίνονται χοροί. Κάνουνε οι σύλλογοι, οι Ικαριακοί συλλόγοι της Αθήνας».

Στην Ικαρία: «Σ’ όλη την Ικαρία πάω, αλλά έχω μία αρχή. Επειδή βόρεια πλευρά από δω, νότια από κει – [και] έχει οργανοπαίχτες που παίζουνε από κει- εγώ επί το πλείστων είμαι από τη βόρεια πλευρά πιο πολύ […]. [Στην Ικαρία] ο κόσμος ζει για τα πανηγύρια, έτσι όπως σας το λέω ακριβώς. Παλιά εγώ θυμάμαι, όταν πηγαίναμε στα πανηγύρια, δεν είχε πολύ νεολαία, είχε πιο πολύ μεγάλους ανθρώπους. Εδώ τα τελευταία 10 χρόνια παρατηρώ ότι [υπάρχει] πολύ μεγάλη συμμετοχή της νεολαίας στα πανηγύρια. [Εκτός από τους ντόπιους, έρχονται και] απ’ όλη την Ελλάδα. Πως δηλαδή; Έρχονται για τουρισμό εδώ πέρα […]. Στη Λαγκάδα, ας πούμε, εγώ έπαιζα τρία χρόνια, μέχρι πέρσι, και έχει 4.000 κόσμο […]. Και εδώ στο πανηγύρι του Χριστού κάπου 2500-3000 κόσμο[έχει]».

Για το ρεπερτόριο του ανέφερε ότι: «Εδώ τώρα κατά κύριο λόγω παίζουμε νησιώτικα, ευρωπαϊκά, τέτοια. Ευρωπαϊκά εμείς εννοούμε ταγκό, βαλς, φοξ αγκλέ, γιατί τα θέλουνε εδώ πέρα αυτά. [Το ρεπερτόριο μας είναι] όχι ακριβώς στάνταρ, αλλά ακούμε τον κόσμο τι προτιμάει και κάνουμε ανάλογα το πρόγραμμα […]. [Ο Ικαριώτικος έχει] και μακριά διάρκεια και [παίζεται] πολλές φορές, επαναλήψεις ας πούμε. Μετά από […], βάζεις κάποιο νησιώτικο, μετά κάποιο ευρωπαϊκό, μετά Καριώτικους […]. Και κάποια στιγμή μετά, για να σπάσεις έτσι το πρόγραμμα, βάζεις και κάποια λαϊκά, ρεμπέτ[…], ανάλογα την ώρα. Εγώ τουλάχιστον έτσι διαμορφώνω το ρεπερτόριο».

Για τον «Καριώτικο» ανέφερε ότι: «Βασικά ο Καριώτικος είναι ένα ορχηστρικό κομμάτι, αυτοσχεδιαστικό νομίζω, που θέλουμε να το παίζουμε, να το χορεύουμε συνέχεια - συνέχεια. […] λίγο περισσότερο το πώς το παίζει ο κάθε μουσικός και μετά, ας πούμε λέμε, ότι είναι ο ‘Περαμερίτικος’ [Καριώτικος], ο ‘Ραχιώτικος’, απ’ τον Άγιο [Κήρυκο]. Εγώ προσωπικά πήρα το καλούπι, ας πούμε, του Καριώτικου, τη μελωδία του τη βασική […], και παίξιμο με το παίξιμο δημιουργήθηκε […], πρόσθεσα κάτι, κάποιο δικό μου μουσικό μέρος. Ε, όμως όχι άσχετο με το [βασικό μουσικό κορμό] […]. Και πιστεύω ότι ο Καριώτικος αν βάλεις 5 μουσικούς στη σειρά να στο παίξουνε, δε θα στο παίξουνε ποτέ όπως το παίξανε την πρώτη φορά. Ναι, έτσι πιστεύω εγώ. Και απ’ ότι έχω ακούσει, και […] ακούω και παρατηρώ, ας πούμε […] και με τον εαυτό μου, παίζουνε το κυρίως μέρος και βάζουνε κάποια δικά τους έτσι ‘καλλωπιστικά’ στοιχεία, ε, μελωδικά έτσι. Ναι, που ταιριάζει και είναι σε συνάρτηση με το κυρίως μέρος[…]».