|
Πλακίδα Σώσα | Ικαρία | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Στάβλος, Ικαρία
• Χρόνος γέννησης

1936
• Στοιχεία καταγωγής

Η Πλακίδα Σώσα παίζει βιολί και ασχολείται ερασιτεχνικά και με λαογραφικά θέματα της Ικαρίας. Ο πατέρας της ήταν ερασιτέχνης μουσικός και έπαιζε βιολί: «Εγώ, με τα θέματα της παράδοσης μπορώ να πω ότι έχω αρχίσει από 12 χρονώ […]. Ένιωθα την ανάγκη να ακούω τις γριούλες που πηγαίνανε στην εκκλησιά και ν’ ακούω τον τρόπο που μιλούσανε, αυτό μ’ ενδιέφερε. Το να πήγαινα να […], αναπαρήγαγα, δηλαδή μιμόμουν τον τρόπο που μιλούσανε. Τις λέξεις που λέγανε […]. Τώρα η μουσική είναι πολύ πιο παλιά […]. Είχα ένα μικρούλη βιολάκι έτσι στην αρχή που μου πήρε ο πατέρας μου, ενός τετάρτου, απ’ την Αίγυπτο, όταν ήμασταν στη προσφυγιά εννοώ».

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μαζί με την οικογένεια της κατέφυγε στην Τουρκία, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Στην Ικαρία επέστρεψε το 1947, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου: «Εγώ έχω μεγαλώσει πολύ δύσκολα χρόνια, της Κατοχής. Όταν ήμουν 4 χρονώ τότε και φύγαμε απ’ την Ικαρία μ’ ένα βαρκάκι και πήγαμε στην Τουρκία πρόσφυγες. όταν είναι αποκλεισμένα τα πάντα […]. Όταν δε σ’ αφήνουν να βγάλεις λάδι, ο Ιταλός. Όταν δε μπορείς να […], δε μπορούσαν να σπείρουν οι άνθρωποι κάτι, ε, πρέπει να φύγουνε. Φύγανε πάρα πολλοί από την Ικαρία. Δηλαδή η ζωή μου είναι μια προσφυγιά και μια μετανάστευση […]. [Φύγαμε] το 1941 […], μεσ’ τη μέση της πείνας δηλαδή και γυρίσαμε το 1947».

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, σε ηλικία [περίπου] 15 ετών, έφυγε από την Ικαρία και πήγε να μείνει στην Αθήνα: «Ε, έφυγα 15 χρονώ […]. [Ολοκλήρωσα] τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου εδώ στον Εύδηλο, μετά έφυγα, στα 15. Πήγα στην Αθήνα και ξαναγράφτηκα στο νυχτερινό σχολείο […]. Εκείνη την εποχή ήμουνα [και] σ’ ένα γραφείο δικηγορικό έτσι για τις εξωτερικές δουλειές, αργότερα ήμουνα κανονική γραμματέας».

Στη συνέχεια μετανάστευσε στη Γερμανία όπου και παρέμεινε για εννέα περίπου χρόνια: «Και μετά έφυγα, πήγα Γερμανία, Μόναχο […]. Ήθελα να φύγω γιατί ήμουν μαθημένη στο φευγιό, δεν είχα κανά πρόβλημα. Όπου ήταν μπορούσα να πάω. Ο ένας μου [ο] αδερφός πήγε Αυστραλία, εγώ πήγα στη Γερμανία με το σκεπτικό όπου είναι καλύτερα να συναντηθούμε, κόλλησα εγώ στη Γερμανία, παντρεύτηκε και ‘κείνος εκεί και έτσι κάπως μείναμε […]. Έμεινε και κείνος καμιά 15 χρόνια, μετά ήρθε εδώ με την οικογένειά του […]. Για να νιώθω έτσι κοντά στον τόπο μου άρχισα να αφηγούμαι -που σας είπα- γριούλες πως μιλάγανε. Κι άρχισα να κάνω στίχους με την γλώσσα την Ικαριακή, την τοπική διάλεκτο […], τα μάζευα, τα μάζευα. Μετά ήρθα εδώ […], έστελνα σε κάποιες εφημερίδες τοπικές […], και μετά τα συγκέντρωσα όλα κι έκανα αυτό το βιβλίο».

Με τη μουσική ασχολήθηκε και στην Αθήνα, αλλά κυρίως μετά την επιστροφή της στην Ικαρία: «Ξανά πάλι απ’ την αρχή, ξέρω ’γω τέλος πάντων […]. Κι ένιωσα την ανάγκη ότι έπρεπε να κάνω και μαθήματα. Έβλεπα τον εαυτό μου, εντάξει πήρα ένα καθηγητή σπίτι μου για κανά δύο χρόνια, [και έμαθα] κλίμακες, αυτά […]. Για την Αθήνα μιλάμε τώρα, δεν ήρθα κατευθείαν εδώ, πήγαινα κι ερχόμουνα. Οι γονείς μου ζούσανε, ήταν εντάξει […]. Όμως εκ των υστέρων […], και τα τελευταία χρόνια, τα τελευταία δέκα χρόνια μπορώ να πω γνώρισα ένα κύριο -ο οποίος, είναι από δω οι καταβολές του, απ’ τη Νικαριά- [Δημήτρης Λιγνός - κιθάρα, λαούτο και λάφτα], κι αυτός ξέρει και βυζαντινή μουσική και κλασική μουσική. Και έτσι συνεργαστήκαμε και έχουμε προχωρήσει δηλαδή. Τώρα κάνουμε μια Χορωδία στον Άγιο Κήρυκο, έχει έρθει ένας άλλος, επίσης Ικαριώτης, που παίζει κανονάκι και ούτι, είμαι ’γω με το βιολί, είναι καμιά 20 γυναίκες με τις φωνές […]. Και τώρα τον Αύγουστο θα κάνουμε μια εκδήλωση έτσι χορωδιακή […], με τραγούδια Μικράς Ασίας».

Η Σώσα Πλακίδα ασχολείται σήμερα, εκτός από τη μουσική και με τη συγγραφή άρθρων και βιβλίων: «Μόνο θα πω ότι το μέγα, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον μου είναι το να κάθομαι να γράφω, είν’ η αλήθεια. Και το βιολί […], και η μουσική βέβαια είναι απαραίτητη στη ζωή του ανθρώπου και σε μένα ιδιαίτερα […]. Αυτό είναι ένα βιβλίο που έχω γράψει, που άρχισα να το γράφω στη Γερμανία και το εξέδωσα αργότερα, είναι βιωματικά πράγματα, αλλά με φανταστικά πρόσωπα ας πούμε. Ιστορίες που άκουγα […], απ’ το ταξίδι της προσφυγιάς […]. Τώρα μ’ ενδιαφέρουν άλλα […], κάνω άλλα πράγματα τώρα. Ε, κάνω τον Αριστοφάνη, τον στιχουργώ. Και να σας πω; Είναι ο μόνος ‘συγγενής’ μου, γιατί αυτός, αυτός ενδιαφέρεται για τους πονεμένους του πολέμου […]. Εμένα με νοιάζει τι ο κόσμος ζει μετά από ένα πόλεμο. Τον εμφύλιο προπαντός, προπαντός».

Συμμετέχει επίσης και στο σύλλογο οι «Φίλοι του Δάσους», στις αρμοδιότητες του οποίου είναι και η διοργάνωση του πανηγυριού στο Στάβλο στις 06 Αυγούστου. Για τα πανηγύρια της Ικαρίας και για τον Ικαριώτικο ανέφερε: «Ο κύριος λόγος του πανηγυριού είναι κοινωφελής. Είν’ ένα […], κάτι να κάνουνε να βοηθήσουνε το χωριό τους, να κάνει οτιδήποτε, ένα σχολείο, ένα δρομάκι, ένα […], οτιδήποτε. Αυτά όλα τα λεφτά πάνε για όλο το χωριό […]. Ε, βέβαια, ε, βέβαια [ο άλλος πάει σε ένα πανηγύρι] γιατί βλέπει ανθρώπους που δε θα τους έβλεπε ποτέ εάν δεν ερχόταν στο πανηγύρι […]. Και δουλεύουνε μια βδομαδα νωρίτερα […]. Οι ντόπιοι ας πούμε, είναι μια ’βδομάδα απασχολημένοι να τον καθαρίσουνε [το χώρο], άλλος φτιάχνει εκεί περά. Μετά θα πάω και ’γω να βοηθήσω, φύλλα, πράγματα τα μαζεύουνε, και σιγά-σιγά να γίνει το πανηγύρι. Και μετά πάλι το μάζεμα […]. Είναι αυτός ο Καριώτικος που είπαμε, το παίζουνε στα πανηγύρια κατά κόρο και το χορεύουνε και κατά κόρο κι ’ναι κι ένας ωραίος χορός […]. Όταν μιλάμε για Καριώτικο εννοούμε και χορό. Αυτό, πιστεύω ο κάθε άνθρωπος φτιάχνει […], τον φτιάχνει μόνος του. Δε ταιριάζει του ενός το Καριώτικο, με τ’ αλλουνού. Μοτίβα μοιάζουνε […]. [Οι μουσικοί αυτοσχεδιάζουν και] την ώρα που κείνος παίζει στο πανηγύρι μπορεί να του ’ρθει να κάνει αυτό[…], του βγαίνει όμως, γιατί έχει μεγάλη πείρα πάνω στο αντικείμενο κι έχει παίξει χιλιάδες φορές στα πανηγύρια».