|
Τσεπέρκας Νίκος | Ικαρία | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Άγιος Πολύκαρπος, Ικαρίας
• Χρόνος γέννησης

1925
• Στοιχεία καταγωγής

Ο Νίκος Τσεπέρκας είναι επαγγελματίας μουσικός και παίζει βιολί: «[Τα παιδικά μου χρόνια] σχεδό[ν] εδώ τα πέρασα. Έμεινα και στην Αθήνα κανά χρόνο και δούλευγα στα νταβγάρια [νταμάρια] κανά χρόνο περίπου έτσι, μπορεί και περισσότερο […]. Στο σχολείο προβιβάστηκα να πάω στην τρίτη [τάξη], αλλά εκηρύχτειν ο πόλεμος και τα πράγματα διαλύσανε. Δε προλάβαμ’ μ’ είτε σκολειό να βγάλουμε».

Ξεκίνησε από μικρός να παίζει βιολί και λύρα: «Το βιολί το ξεκίνησα από το Δημοτικό σχολείο. Μου πήρε στην αρχήν ο πατέρας μου, ο συγχωρεμένος, μία λύρα και την έβαζα εδώ […]. Το λυράκι, έδωκεν ο πατέρας μου μιανού γεροντάκου με τις βράκες […], κι έφτιαχνε λύρες αυτός, τις έφτιαχνεν ωραία. Και πή[γ]αινεν ο πατέρας μου, μαζίν επή[γ]αμαι και του λέει ‘Μου γυρεύει μια λύραν ο μικρός. Έχεις να του κάνεις; Έχεις έτοιμη για θα του φτιάξεις;’ Λέει: ‘Έχω έτοιμη κι άμα θέλει θα του φτιάξω κιόλα’. Και δώκαμε, δύο οκάδες ήτανε λάδι, και την πήρα τη λύρα. Αφού πήρα τη λύρα την είχα κανά χρόνο -ούτε χρόνο- και με πήρεν ύστερα στα κάρβουνα και φτιάχναμε στην Ήπειρο, και φτιάχναμε κάρβουνα […]. Κι η συμφωνία μας πρι[ν] φύγομε, ήτανε να μου πάρει ένα βιολάκι […]. Πήγα στα κάρβουνα, τελειώσαμε, περάσαμε αυτ’ τη Θεσσαλονίκη, επήγα σ’ έναν Εβραίικο μαγαζί και πήρα ένα βιολάκι το 2,5 τετάρτου. Ε, ύστερα από λίγον καιρό, κανά χρόνο πάλι, είχε φέρει ένας Αμερικάνος δύο βιολιά […]. Αυτό που τα ’τανε χίλιες πεντακόσιες, ήτανε καλύτερο στον ήχο […], και το άλλο ήταν λουσάτο, κόκκινο, βυσσινί και μου πήρε κείνο».

«[Βιολί έμαθα να παίζω] μόνος μου, ποιος να μου δείξει; Παίζω και κομμάτια στην κάτω-κάτω σκάλα […], τα βλέπω στην τηλεόραση. Έξω άμα ’μουν εγώ εν ηπή[γ]αινα[…], πώς να σου πω, να αλητεύγω όξω. Άμα ’χα εξόδου ήθελα να πάω σε ταβέρνα να ’χει όργανα, να ’χει όργανα, να βλέπω μουσική. Στην τηλεόραση, σε κασέτες […]. Είχεν ένα γέροντα εδώ, Καριώτης, ο οποίος έπαιζεν ωραία λύρα, ανάλογα την εποχή και είδα ότι έπαιζε, εκουμπούσε τα νύχια [στις χορδές]. Ο Καστανιάς. Ήταν φίλοι δε και με τον πατέρα μου, τον ήρεσεν και το κρασάκι. Κι άμα ’τανε το πανηγύριν εδώ ήθελε να ’ρτει στο πανηγύρι να για παίξει. Εγώ ήμουν δίπλα του, εκείνοι πίναν τα κρασά του[ς], το βεζεδάκιν του, εγώ δίπλα στην λύρα γιατί έπαιζε, είχαν κέφι και επαίζανε».

Για το ξεκίνημα του ανέφερε: «Εγώ ήβγα, επρωτόβγα […], ήμουνα παιδί και γίνετον ένα γάμος […]. Με πήραν στις Βρακάδες κι έπαιζα όλη νύχτα και μου δώσαν και λεφτά, ο πατέρας μου είχε φύ[γ]ει κι είχεν πάει προτού στη Μέσην Ανατολή […], εκείνο ήταν το ξεκίνημά μου. Κι από κει αρχίσαν να με παίρνουνε σε γάμους, σε βαφτίδια, σε πανηγύρια. Είχα μεγαλώσει και λίγο κανά χρόνο, κανά δυο χρόνια, δε θυμάμαι και καλά […]. Μετά φύγαμε και ’μεις και πήγαμε στη Μέσην Ανατολή, στην Αλεξάνδρα, έκατσαν αυτό πες τρία χρόνια».

Ο Τσεπέρκας Νίκος εμπλούτιζε το ρεπερτόριο του και από τραγούδια που άκουγε στο γραμμόφωνο: «[…] τότες είχε γραμμόφωνα και πήρα ένα δίσκο κι ’χα και γραμμόφωνο […]. Στην αρχή επρόλαβα και πήρα ορισμένα πράγματα, αλλά ελάχιστα […]. Α! εντωμεταξύ εδυνάτισε το ελατήριο που τυλί[γ]ενται μέσα και ξετυλίγεται, εδυνάτισε […]. Το πήρα και πή[γ]α στον Πειραιά και πή[γ]α σ’ έναν που τα ψάχνει […]. Και πρόλαβα και πήρα 2 -3 κομμάτια και μέσ’ τα κομμάτια αυτά επρόσθεσα δικές μου φαντασίες, αλλά να ’ναι δεμένα, δεμένο, να μην είναι αξεκάρφωτο [το όλο τραγούδι]».

Μετά την ολοκλήρωση και των στρατιωτικών του υποχρεώσεων συνέχισε να συμμετέχει σε τοπικά γλέντια και πανηγύρια της Ικαρίας: «Και ξανά ’ρτα εδώ […]. Εδούλευγα όλες τις δουλειές και σ’ όλα τα πανηγύρια και γάμους και βαφτίδια […], με παίρ[ν]ανε οι ανθρώποι, ας είναι καλά. Μ’ αγαπούσανε τέλος πάντων κι αγαπούσα και ’γω τους συνανθρώπους μου […]. Έπαιζα λίγο περισσότερο και είχα και διάθεση, έπαιζα με μεράκι, είχα δοξαριά. Μάλιστα […], επή[γ]αν και με τον αδερφό μου στην Αθήνα -έμενεν εκεί και πή[γ]α- κι είχε κι έναν κι ’παιζε βιολί […]. Του ’πεν ο αδερφός μου ‘Δώσε και τ’ αδερφού μου να παίξει που παίζει κι αυτός βιολί, προσπαθάει να μάθει βιολί’. Κι θυμούμαι που του ’πε ‘Μπράβο, λέει, έχει καλή δοξαριά, λέει’, δε μου ’πε για τα δάχτυλα. Του ’πεν ότι έχει ωραία δοξαριά […]».

«[…] άμα ήμουν νέος, σε καρέκλα δεν ηκάθισα, έπαιζα όρθιος, δεν καταλάβαινα κούραση […]. Επήγαινα και μεσ’ τη μέσην των χορευτάδων. Δεν μπορείς να φανταστείς, όταν είναι χορευτής και κάνει τσαλίμι και μ’ αρέσει, αμέσως το ‘πιασα, το τυπώνω στο μυαλό μου. Έρχομαι στο σπίτι και λέω, έκαναν τα πόδια του [χορευτή] κάπως έτσι, και παίρνω κι από χορευτές, αλλά να ’ναι χορευτάδες […]. Και μ’ ενθουσιάζει κιόλα, και του παίζω και παραπάνω, γιατί φχαριστιέμαι».

Συνεργάστηκε με: «Έπαιρ[ν]α διάφορους. Ύστερα μεγάλωσε η κόρην μου, που ’ναι στην Αθήνα, και [ε]παιρ[ν]αν [έπαιρνα] την κόρη μου [λαούτο] και μου κομπάνιανε και [ε]παιρ[ν]αν [έπαιρνα] και ξένους. Ύστερα εμεγάλωσε κι ο γιος μου και [ε]παιρ[ν]αν [έπαιρνα] το γιο μου και [ε]παιρ[ν]αν [έπαιρνα] και τη γυναίκα μου. Πρώτη φορά που τραγούδησε [η γυναίκα μου] λέω εσύ είσαι καταπληκτικιά […]. Εγώ την εβίαζα και πολλές φορές να τραγουδάει, γιατί ήξερα με ποιον έχω να κάνω. Και με βοήθαν και μένα».

Για τον Καριώτικο και τις προσθήκες που ο ίδιος έχει κάνει, ανέφερε: «Τον Καριώτικο τον έπαιζαν οι γέροι που ’ταν σαν εμένα και πιο μικροί και τον επαίζανε μονότονα. Εγώ επήρα το χρόνο και τη δοξαριά της λύρας του Καστανιά, από κει έβαλα κι έβγαλα, κατάλαβες; Όσα δε μου ’ρέσανε το ’βγαλα και κόλλουμ’ άλλο κομμάτι […]. Και ’χω φτιάξει και πολλούς Καριώτικους, όσον ήπαιζα εδώ, λέω κάτι εν πάει, να πιάσουμε κι άλλες νότες, να πιάσουμεν κι άλλες νότες, να πάμεν και κει, να πάμεν και δω, να πάμε […]. Γι’ αυτό είναι μυστήριος ο Καριώτικος, επειδή δεν έχει λόγια παίζεις μόνο μουσική και φτάνεις σ’ ένα σημείο που πας να φύγεις[…], να φύγεις αφ’ τον τόνο, αφ’ τον χρόνο και επειδή ξέρω πολλά πράματα την ώρα αυτή το δένω αμέσως».

Ηχογράφηση του έγινε με πρωτοβουλία του Πανικαριακού Συλλόγου: «[Κατά την ηχογράφηση] είχα την κόρη μου και την αδερφή μου […], μιαν κιθάρα κι ένα λαούτο […]. Η Βάσω το λαούτον παίζει, η αδερφή μου την κιθάρα […]. Και ο Σταμάτης Βατούγιος […]. Ήμασταν και κουμπάροι, βάφτισεν τον αδερφό μου».

Σήμερα ο Νίκος Τσεπέρκας ζει με την σύζυγό του στον Άγιο Πολύκαρπο. Παρόλα τα προβλήματα όρασης που αντιμετωπίζει, συνεχίζει να παίζει βιολί για προσωπική του πλέον ευχαρίστηση.