|
Τσαπαλιάρης Αριστοτέλης | Ικαρία | Βιογραφικά στοιχεία
• Τόπος γέννησης

Χριστός, Ράχες, Ικαρίας
• Χρόνος γέννησης

1952
• Στοιχεία καταγωγής

Ο Τσαπαλιάρης Αριστοτέλης είναι καθηγητής φυσικής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ασχολείται ερασιτεχνικά με τη μουσική. Έχει γνώσεις βυζαντινής μουσικής και παίζει ακορντεόν και κανονάκι: «Εγώ από μικρός μ’ άρεσε έτσι η μουσική, έπαιζα ακορντεόν μικρός. Ύστερα στο Πανεπιστήμιο, λίγο τα παράτησα, διότι δεν προλάβαινα […], και όταν διορίστηκα εδώ, άρχισα πάλι πιο οργανωμένα πια. Δηλαδή κάποιος φίλος μου ήξερε λίγα βυζαντινά και έπιασα και εγώ να διαβάζω μαζί του. Μετά βέβαια προχώρησα […], και τώρα το 2004 πήρα το δίπλωμα βυζαντινής [μουσικής], στο ωδείο ‘Πρωτοπορία’ στην Αθήνα από τον Χατζηχρόνογλου, αυτός είναι ο δάσκαλός μου. Ε, οπότε πια τώρα προσπαθώ όσον μπορώ καλύτερα να μελετώ. Το κανονάκι με βοήθησε πάρα πολύ, διότι εκεί μπορώ να βρω τις κλίμακες τις βυζαντινές, που κανένα όργανο άλλο δεν τις προσφέρει, εκτός δηλαδή από το βιολί, αλλά πρέπει να έχεις ακούσματα για να μπορείς να πατήσεις. Και ασχολούμαι, ας πούμε, και με τα τραγούδια τα παραδοσιακά. Ότι μπορώ βέβαια να παίξω, διότι [στο] κανονάκι δεν έχω δάσκαλο […]. Ακορντεόν [ξεκίνησα να παίζω] από το 1970, είχα έναν θείο -ο οποίος ήτανε ναυτικός- και μου έφερε ένα ακορντεόν. [Τον θείο μου τον λένε] Χαράλαμπο, Χαράλαμπος Καρούτσος. Ε, και πάντα μόνος μου, διότι εδώ δεν υπήρχε τρόπος να βρούμε δάσκαλο. Έπιασα και έπαιζα έτσι με τους φίλους μου, με τις παρέες […]. Εκείνος μου το έφερε σαν δώρο […], μου έφερε από την Ιταλία το ακορντεόν. Τότε, το είχε αγοράσει το 1970, 3.000 δρχ. […]. Ο πρώτος μου δάσκαλος στη βυζαντινή ήταν ένας πατήρ Λαυρέντιος Γρατσίας, [τώρα] είναι αρχιμανδρίτης στην Αθήνα. Βέβαια έκανα λίγα μαθήματα εκεί, διότι δεν προλάβαινα με το πανεπιστήμιο και τα άφησα μετά […]».

«Ε μετά, όταν διορίστηκα το 1979 εδώ στην Ικαρία, κάποια ξαδέρφη της γυναίκας μου -που είχε τελειώσει δασκάλα- είχε ένα βιβλίο βυζαντινής μουσικής […]. Ε, και από εκεί με τη βοήθεια πάλι ενός φίλου μου, του Λεωνίδα, έπιασα και διάβαζα λίγο. Τότε υπήρχε η ΝΕΛΕ […]. Βέβαια από κει και πέρα μόνος μου διάβαζα πάρα πολλές ώρες, πολλές ώρες. Και βέβαια πήγαινα και στην εκκλησία, οπότε αυτά που διάβαζα τα εξασκούσα κιόλας […]. Και αυτό με βοήθησε, ώστε το 2000 να πάγω στην Αθήνα και να μην αρχίσω από την αρχή στο Ωδείο. Στο Ωδείο ‘Πρωτοπορία’ -στα Μελίσσια- μπήκα από το τρίτο έτος και […]. Το κανονάκι μου το έφερε ένας κουμπάρος μου απ’ τη Τουρκία. Αλλά είναι λίγα χρόνια, ναι, το 2000».

Δεν έχει παίξει μουσική σε πανηγύρια, αλλά συμμετέχει ενεργά στη διοργάνωση των σχολικών εκδηλώσεων – εορτών, αναλαμβάνοντας τη μουσική τους επιμέλεια: «Ναι στο σχολείο, ιδιαίτερα πιο παλιά εγώ έκανα τις γιορτές τις σχολικές. Ότι σχολική γιορτή […], εγώ τις διοργάνωνα ναι, το μουσικό μέρος της γιορτής».

Για τα Ικαριώτικα πανηγύρια και για τα όργανα που παίζανε οι μουσικοί, ανέφερε: «Πάντα μ’ άρεσαν τα πανηγύρια, διότι μ’ άρεσε η μουσική. Αυτή η παραδοσιακή μουσική, ας πούμε, το βιολί και το λαούτο. Τότε δεν είχαμε άλλα όργανα, ένα λαούτο και ένα βιολί έβγαναν ένα ολόκληρο πανηγύρι. Και ήταν και πολύ καλό το άκουσμα αυτό […]. Καταρχήν το πανηγύρι αυτό [στο Χριστό, στις 06/08] παλαιότερα γινότανε με ψάρια, διότι οι άνθρωποι νήστευαν και πήγαιναν, ας πούμε, να διασκεδάσουνε τρώγοντας νηστίσιμα. Λοιπόν, αργότερα καταργήθηκε αυτό και τώρα έχουνε αποκλειστικά κρέατα […]. Το πανηγύρι παλιά γινότανε μέσα στο χωριό, στα στενά, και υπήρχανε 4-5 ομάδες [κομπανίες] μουσικών, γιατί δεν ακουγότανε σε όλο το μέρος. Λοιπόν, από διάφορα χωριά ερχόνταν οι μουσικοί και είχαν την ανάλογη παρέα γύρω από αυτούς. Τώρα, βέβαια, που γίνεται εδώ στο γήπεδο του μπάσκετ είναι ένα μουσικό συγκρότημα και καλύπτεται ο χώρος εκεί μ’ αυτό».

Το ρεπερτόριο στα πανηγύρια, ανέφερε ότι περιελάμβανε: «Βέβαια τον Καριώτικο χορό, τον οποίον μπορούσαν να τον χορεύουν ώρες ολόκληρες, νησιώτικα άλλα, καλαματιανά, συρτά και συγχρόνως και ευρωπαϊκά που είναι κάτι το ξεχωριστό πιστεύω στην Ικαρία. Ενώ, ας πούμε, στα άλλα νησιά δεν έχουνε ευρωπαϊκά, δηλαδή, το ταγκό, το βαλς, το […], όλα αυτά, φοξ […]. [Το πανηγύρι] συνήθως άρχιζε με το Καριώτικο, κατευθείαν Καριώτικο. Σηκωνότανε οι παρέες και κάνανε έναν μεγάλο κάβο και χόρευαν. Βέβαια και γύρω από το μουσικό, διότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν οι ενισχυτές και ότι άκουγαν γύρω από αυτόν […]. Ε μετά διέκοπταν ενδιάμεσα, ας πούμε, κάνανε τα ευρωπαϊκά και ύστερα πάλι καλαματιανά, συρτά, πολύ ωραία συρτά, και έτσι εναλλάσσονταν. Βέβαια το ρεπερτόριο δεν ήτανε μεγάλο […]».

«Τώρα κάνουν μια εισαγωγή η ορχήστρα, δικά τους διάφορα έτσι κι ύστερα αρχίζουνε Καριώτικο και τα […], αυτό το ρεπερτόριο [….]. Όσοι ξένοι έρχονται εδώ, έτσι […], θέλουν να μάθουν να το χορέψουν τον Καριώτικο. Είναι ένας χορός, ο οποίος είναι πολύ κεφάτος, ξεσηκώνονται δηλαδή, δεν μπορείς να τον ακούς και να κάθεσαι, όπως τα Κρητικά, έτσι είναι γρήγορος χορός. Και παρότι χορεύουν κι όλοι μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλον, αυτό είναι το κάτι διαφορετικό, που ίσως σε άλλους χορούς δεν υπάρχει αυτό. Δηλαδή, ας πούμε, οι άλλοι χοροί, ας πούμε, είναι ο ένας απέναντι στον άλλο, ενώ στον Καριώτικο ο ένας βαστά τον άλλο. Δηλαδή είμαστε ένα όλοι, δεν είμαστε εγώ και εσύ, αλλά είμαστε όλοι μαζί. Και αυτό νομίζω είναι κάτι το όμορφο […]. Παλαιότερα ήτανε ο ‘Γερόντικος’ Καριώτικος που τον λέγανε οι παλιοί, τον οποίον χόρευαν τα γεροντάκια, ήταν πιο αργός».

Για τα τραγούδια του γάμου ανέφερε: «ο γάμος, οι γάμοι που γίνονται. Υπάρχουν του γάμου τα τραγούδια που είναι πάρα πολύ ωραία και υπάρχουν και τα λεγόμενα ‘πεισματικά’, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο απ’ τη μια πλευρά είναι οι φίλοι του γαμπρού και οι συγγενείς του, και η άλλη [πλευρά] της νύφης και αρχίζουν, ας πούμε, να λένε […], ο ένας να επαινεί τη νύφη και ο άλλος να επαινεί τον γαμπρό. Βέβαια και αυτά τώρα τελευταία σιγά – σιγά χαλαρώνουν. Εγώ θυμάμαι, ας πούμε, μικρό παιδί όταν ήμουνα είχαν ιδιαίτερη χάρη αυτά».